Η χρήση της ελληνικής γλώσσας έχει χάσει τις εκφραστικές της δυνατότητες. Οι λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους. Εξακολουθούμε να τις χρησιμοποιούμε μηχανικά, χωρίς όμως να μας ενδιαφέρει το πραγματικό τους αντίκρισμα, διαπιστώνει ο διακεκριμένος σχολιαστής Τάκης Θεοδωρόπουλος σε άρθρο του στην «Καθημερινή» (2.11.2025). Και εξηγεί την άποψή του σε εκτενές κείμενο, η κατάληξη του οποίου ακολουθεί:
«Υπάρχουν πολλές ελληνικές γλώσσες. Υπάρχει η γλώσσα της αγένειας, η γλώσσα της υποκρισίας. Υπάρχει και η γλώσσα της κουλτούρας. Ξέρω ότι πολλοί θα με αποκαλέσετε συντηρητικό, όμως πιστεύω πως όλα αυτά ξεκίνησαν στη δεκαετία του ’80, όταν η καλλιέργεια μετονομάστηκε σε κουλτούρα. Τότε που ανακηρύξαμε την ημιμάθεια ή, μάλλον, την αμάθεια σε λαϊκή αρετή. Μόνο να γράφεις το όνομά σου κι εκείνο το ‘μαθες μισό. Ολόκληρο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Οσοι ήξεραν να γράφουν το όνομά τους ολόκληρο ανήκαν στις καταδικαστέες ελίτες. Δεν ήξεραν να σηκώνουν τραπέζια με τις μασέλες τους χορεύοντας ζεϊμπέκικο.
Υπάρχει και η γλώσσα των εφήβων. Ανησυχούμε για τα greeklish που γράφουν στα κινητά τους, για τη γλωσσική τους πενία, για την έξαρση της βίας. Ανησυχούμε για το TikTok και το Instagram, όμως δεν ανησυχούμε για τα πρότυπα που εμείς οι ίδιοι τους παρέχουμε. Πόσα σπίτια διαθέτουν βιβλιοθήκες και πόσα σχολεία; Οι περισσότεροι μαθητές θεωρούν την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας καταναγκαστικό έργο. Κανείς όμως δεν φροντίζει να τους κάνει να την αγαπήσουν όπως την αγαπήσαμε “εμείς οι συντηρητικοί” επειδή διαβάζαμε λογοτεχνία. Μην απορούμε λοιπόν όταν έρθει η ώρα να ψηφίσουν ότι επιλέγουν τους αγενείς επειδή αυτοί μιλούν τη γλώσσα της ειλικρίνειας. Η γλωσσική πενία δεν κρίνεται ούτε από τον πλούτο του λεξιλογίου ούτε από τη γραμματοσυντακτική της αρτιότητα.
Κρίνεται από την εκφραστική της αδυναμία, η οποία αναδεικνύεται στη χρήση της. “Τα οίκιστα μεν άγγελος, τα μέγιστα δε Βλάχος” είχε πει ο Σουρής, αν δεν κάνω λάθος για τον Αγγελο Βλάχο. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην αγένεια και την εκφραστική λεπτότητα της γλώσσας που σου δίνει τη δυνατότητα να υποτιμήσεις κάποιον χωρίς να τον πεις “τιποτένιο”, “άχρηστο” ή “σκουλήκι”. Οι παλαιότεροι θυμούνται ομηρικούς καβγάδες στη Βουλή ή και στον δημόσιο χώρο, οι οποίοι όμως ήσαν διαγωνισμοί ρητορικής δεινότητας. Αυτό έχει εκλείψει. Γιατί; Επειδή η χρήση της ελληνικής γλώσσας έχει χάσει τις εκφραστικές της δυνατότητες. Και οι λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους. Εξακολουθούμε να τις χρησιμοποιούμε μηχανικά, χωρίς όμως να μας ενδιαφέρει το πραγματικό τους αντίκρισμα. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η φασαρία με το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη.
Το λέμε αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει Αγνωστος Στρατιώτης. Για τους περισσότερους είναι ένα τοπόσημο όπου εκφωνούνται οι ξύλινοι λόγοι των επετείων. Αν φορέσουμε τη σοβαροφάνειά μας, προστρέχουμε στα στερεότυπα. “Θανατηφόρο τροχαίο υπό άγνωστες συνθήκες”, “ήταν ένας άνθρωπος που δεν είχε δώσει δικαιώματα”. Ασε εκείνους τους τριανταπεντάχρονους εγκληματίες που δεν έχουν ούτε όνομα ούτε πρόσωπο.
Ναι, υπάρχουν πολλές ελληνικές γλώσσες. Οι οποίες με τον θόρυβο που προκαλούν και την ευκολία που παρέχουν στους χρήστες τους έχουν πνίξει τα ελληνικά. Ανησυχούμε για το Δημογραφικό, όμως δεν αναρωτιόμαστε ποια γλώσσα θα μιλούν αυτοί οι λίγοι που θα απομείνουν». Συμμερίζομαι απόλυτα τις εύλογες διαπιστώσεις και ανησυχίες του κ. Θεοδωρόπουλου.



