Οι επιχειρήσεις-μέλη του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά ευελπιστούμε πως το 2026 θα να είναι μία ακόμα χρονιά οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και περαιτέρω ισχυροποίησης της ελληνικής οικονομίας. Εχουμε κάθε λόγο να ατενίζουμε το 2026 με αποφασιστικότητα και αισιοδοξία. Η ελληνική οικονομία και το εμπόριο μπαίνουν σε μια περίοδο όπου δεν υπάρχει περιθώριο για χαμηλές προσδοκίες, ούτε χωρούν δισταγμοί. Το ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί από τα 248,7 δισ. ευρώ το 2025 σε 260 δισ. ευρώ το 2026.

Στην έκθεσή του ο ΟΟΣΑ εκτιμά πως η ελληνική οικονομία μέχρι και το 2027 θα παραμείνει σε αναπτυξιακή τροχιά. Βεβαίως το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τον Αύγουστο του 2026 θα φέρει νέες προκλήσεις στην ελληνική οικονομία και στον πολυετή προϋπολογισμό της επόμενης τριετίας. Οι εκτιμήσεις δείχνουν πως το 2027 θα επιβραδυνθεί ο ρυθμός ανάπτυξης στο 1,8% και θα αποκλιμακωθεί ο τιμάριθμος στο 2,1%, αλλά και ο ρυθμός των επενδύσεων, ενώ σημαντικά θα συνεχίσουν να είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2,9% και η μείωση του χρέους σε 119% του ΑΕΠ.

Η σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στην προσέλκυση νέων επενδύσεων, με στόχο τη σταδιακή μεταμόρφωσή της σε έναν αξιόπιστο και ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, εξελίσσεται δυναμικά μέσα σε μια περίοδο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού και γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Βεβαίως, οι εντυπωσιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας με ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της ευρωζώνης δεν περνούν απαρατήρητες. Γνωρίζουμε όμως πως για να συνεχίσουμε να προσελκύουμε νέες εσωτερικές και εξωτερικές επενδύσεις χρειάζεται μια στρατηγική που θα δίνει κίνητρα, θα δημιουργεί συνέργειες, θα ενεργοποιεί νέα κεφάλαια, που θα συνδέουν τεχνογνωσία και καινοτομία.

Επίσης, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα διευρύνει το βλέμμα της οικονομικής διπλωματίας της προς αγορές που μέχρι σήμερα παρέμεναν στο περιθώριο. Στη γεωοικονομική σκακιέρα, πραγματοποιείται μια μετατόπιση του παγκόσμιου επενδυτικού κέντρου βάρους. Για την Ελλάδα, είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί με συνεργασίες που μπορεί να ανοίξουν νέους επιχειρηματικούς και τεχνολογικούς ορίζοντες, δημιουργώντας διαύλους εμπορίου για φθηνότερες εισαγωγές και περισσότερες εξαγωγές.

Ασφαλώς, οι εντυπωσιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας με ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της ευρωζώνης δεν περνούν απαρατήρητες. Ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να ανέλθει σε 2,2% το 2025 και 2,4% το 2026, έναντι 1,3% και 1,2% για την ευρωζώνη αντίστοιχα. Το ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί από τα 248,7 δισ. ευρώ το 2025 σε 260 δισ. ευρώ το 2026, ενώ ο εγχώριος πληθωρισμός αναμένεται να αποκλιμακωθεί από 2,6% σε 2,2%.

Ο προϋπολογισμός του 2026 με αύξηση επενδύσεων 10,2%, διπλάσια σχεδόν από τη φετινή, θέτει ξεκάθαρα τον πήχη ψηλά, αλλά ρεαλιστικά, κοινωνικά και, κυρίως, αναπτυξιακά. Σε συνδυασμό με τη δυναμική που επιδεικνύουν οι ιδιωτικές επενδύσεις, το 2026 αναμένεται να υλοποιηθεί ένα σημαντικά διευρυμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με πόρους ύψους 16,7 δισ. ευρώ, έναντι 14,6 δισ. ευρώ το 2025. Αυτή η αύξηση των επενδύσεων αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη στην ευρωζώνη για το 2025 και τη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ των 27 για το 2026, μειώνοντας περαιτέρω το παραγωγικό κενό, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η δυναμική της ελληνικής οικονομίας δεν είναι λοιπόν θεωρία, είναι η βάση για απτά αποτελέσματα στην πραγματική οικονομία και στην καθημερινότητα των πολιτών. Οι επενδύσεις αυτές πρέπει και μπορούν να μετατραπούν σε νέες θέσεις εργασίας, καλύτερους μισθούς και αναβάθμιση των υποδομών και των υπηρεσιών που οφείλει να έχει μια σύγχρονη χώρα. Κάθε έργο, κάθε επιχειρηματική πρωτοβουλία, είναι ένας πολλαπλασιαστής ισχύος για την τοπική και εθνική οικονομία.

Η αύξηση των επενδύσεων δεν είναι ένας αποστειρωμένος αριθμός. Είναι μια ξεκάθαρη ένδειξη ότι ανοίγονται νέοι δρόμοι για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει πίσω. Την ίδια ώρα, η ιδιωτική κατανάλωση, παρά τη μικρή επιβράδυνση στο 1,7% από 1,9%, συνεχίζει να στηρίζει την αγορά. Με άλλα λόγια, παρά τις πιέσεις, τα νοικοκυριά αντέχουν, κρατούν την οικονομία όρθια και παρά τα κύματα ακρίβειας δεν επιτρέπουν την επιστροφή των μικρών της λιανικής στην εποχή των «λουκέτων».

Στα θετικά επίσης τοποθετείται το γεγονός ότι το εργασιακό περιβάλλον στην Ελλάδα, αφού σταθεροποιήθηκε με την πρόσφατα υπογραφείσα συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και υπουργείου Εργασίας, βελτιώνεται, ενισχύεται και ασφαλίζεται με αξιοπρεπείς και δίκαιους εργασιακούς όρους. Η συμφωνία για τις ΣΣΕ που θα νομοθετηθεί το 2026 δεν είναι απλώς μια συμφωνία εντυπώσεων, αλλά μια καθαρή τομή με το χθες, θέτοντας οριστικό τέλος σε μια δύσκολη εποχή.

Μια εποχή, όπου τα μνημόνια βάρυναν την οικονομία, συμπιέζοντας τους κόπους εργοδοτών και εργαζομένων κάτω από το ασήκωτο βάρος υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν για την έξοδο από την κρίση. Αυτή η περίοδος ανήκει πλέον στο παρελθόν. Σήμερα έχουμε κάνει όλοι ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά. Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης, αλλά η δύναμη που απελευθερώνει δυνατότητες, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και ανοίγει τον δρόμο για μια Ελλάδα που παράγει περισσότερα, καλύτερα και με αυτοπεποίθηση.

Η σταδιακή ενίσχυση της κατανάλωσης κατά 2,5% δείχνει ότι ο οικογενειακός προϋπολογισμός ανακάμπτει, όχι επειδή οι δυσκολίες εξαφανίστηκαν, αλλά επειδή οι πολίτες επιμένουν. Η σταθερή ενίσχυση του λιανεμπορίου με 5% δείχνει την επιθυμία για ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Και το 2026 θα στηριχθεί επιπλέον από τις μόνιμες δημοσιονομικές παρεμβάσεις ύψους 1,76 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, οι οποίες στοχεύουν σε πραγματική ενίσχυση εισοδήματος και ελάφρυνση φορολογικών βαρών.

Πέρα όμως από τις προβλέψεις, η ελληνική οικονομία για να παραμείνει σε σταθερή τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης θα πρέπει να θωρακιστεί όσο το δυνατόν καλύτερα από εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν το ενεργειακό κόστος, τις τιμές τροφίμων και πολλούς άλλους κρίσιμους παράγοντες που είναι απαραίτητοι για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Σε συνέχεια της σημαντικής γεωπολιτικής αβεβαιότητας η ελληνική οικονομία προβλέπεται να συνεχίσει, για έκτο συναπτό έτος, να καταγράφει σημαντικά υψηλότερο ρυθμό πραγματικής ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Σημαντικό ρόλο στην πραγματική οικονομία διαδραματίζουν τόσο η φορολογική μεταρρύθμιση όσο και οι παρεμβάσεις μέσω της διαρθρωτικής αναμόρφωσης του διαθέσιμου εισοδήματος με έμφαση στους νέους, στις οικογένειες με παιδιά και στη μεσαία τάξη, ενισχύοντας από 1/1/2026 άμεσα το εισόδημα των πολιτών. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών συνεπάγεται μεγαλύτερη ωφέλεια για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους αγρότες και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Συνολικά, οι δείκτες αποτυπώνουν μια οικονομία που επιταχύνει, που κάνει βήματα που δεν πρέπει να ανακοπούν.

Η οικονομία ανεβάζει ρυθμό, οι επενδύσεις αποκτούν ορμή, αλλά είναι εξόφθαλμα προφανές πως οι πολίτες δεν βλέπουν ακόμη την αναμενόμενη βελτίωση στην καθημερινότητα τους. Η τελική κρίση, όπως πάντα, θα δοθεί στην πράξη. Εκεί που θα κριθούν όλα είναι στην εφαρμογή των πολιτικών και στη δυνατότητά τους να επιστρέψουν απτό όφελος σε κάθε επιχείρηση, κάθε πολίτη και κάθε οικογένεια. Στη χώρα μας, νοικοκυριά και επιχειρήσεις έχουμε παλέψει σκληρά για να μπορέσουν να συνυπάρξουν αφενός μια πολιτική ισορροπία με μια βιώσιμη ανάπτυξη και αφετέρου μια σταθερή βελτίωση της καθημερινότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ο κ. Βασίλης Κορκίδης είναι πρόεδρος του ΕΒΕΠ.