Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένας σχετικός θρήνος για τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών, την άνοδο της αντιθεσμικής καχυποψίας και τις συνωμοσιολογικές τροπές των δημόσιων συζητήσεων. Καλούμαστε, ας πούμε, να σχολιάσουμε έρευνες κοινής γνώμης που διαπιστώνουν τα ρήγματα, να σκεφτούμε πάνω στο εύθραυστο οικοδόμημα των συναινέσεων που, ωστόσο, δεν φαίνονται να απειλούν σοβαρά την πορεία των πραγμάτων.

Η εμπιστοσύνη όμως που ορισμένοι θεωρητικοί την έχουν ανεβάσει στα ύψη ως σημαντικό κοινωνικό κεφάλαιο των δημοκρατικών κοινωνιών, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πώς να πάρει σχήμα σε συνθήκες όπου οι εξουσίες διαπράττουν διαρκώς μικρές ή μεγάλες αυθαιρεσίες; Οταν όλα τα μεγάλα συστήματα, από τις μεγάλες δουλειές μέχρι αυτό της απονομής δικαιοσύνης, γίνονται πιο αδιαφανή;

Είναι εξαιρετικά ισχυρή αίσθηση πως οι «μεγάλοι» τα βρίσκουν μεταξύ τους, καίγοντας ενδεχομένως λίγους υπέρ το δέον εκτεθειμένους. Και δεν είναι λάθος εντύπωση αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα.

Η αρχειοθέτηση υποθέσεων, είτε πραγματική είτε συμβολική – μεταφορική –, φαίνεται να είναι ο βασικός κανόνας αυτοπροστασίας διαφόρων συστημάτων. Ιδίως όταν νιώθουν πως φθείρονται και μπορεί να υποστούν καθίζηση στην επόμενη σοβαρή αποκάλυψη.

Στην περίπτωση του μεγάλου σκανδάλου των υποκλοπών και των όσων συνέβησαν είναι φανερό πως ο κυβερνητικός μηχανισμός υπήρξε εξαρχής νευρικός και έτοιμος για προσβλητικές αντεπιθέσεις. Επιστράτευσε ανώνυμα και επώνυμα προφίλ να διαβάλουν όσους έκαναν έρευνα, καταγγελίες ή απλώς επέμειναν στη δομική σημασία αυτού του ζητήματος για το πολιτικό σύστημα.

Η κυβερνητική και παρακυβερνητική μηχανή προσπάθησε να μειώσει την εμβέλεια του θέματος, να το συρρικνώσει σε τεχνικό ατύχημα που μπορεί να συμβεί σε κάθε σύγχρονη δομή διακυβέρνησης.

Δοκίμασε επίσης να το παρουσιάσει ως ένα μικρό φάλτσο στην προσπάθεια για αντιμετώπιση απροσδιόριστων εθνικών απειλών στην εποχή της γεωπολιτικής αναστάτωσης. Πήγε να εκμεταλλευτεί το δέος και τη φοβία ενός ορισμένου πολίτη για δυνάμεις υπέρτερες και για θέματα βαθιά που «δεν είναι για όλους».

Στη συνέχεια, η έκφραση «εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη» άρχισε να κυκλοφορεί σαν ένα είδος θεσμικής μεταφυσικής με την οποία πρέπει να βάζουμε τελεία στις πολλές συζητήσεις. Ετσι, η Δικαιοσύνη θα γίνει συνώνυμο της άκριτης πίστης στις μεθόδους και στις κρίσεις κάποιων συγκεκριμένων λειτουργών.

Η «εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη» και η καταγγελία της «τοξικότητας» κατάντησαν παραρτήματα ενός απολογητικού λόγου με καθεστωτικούς τόνους. Η ρητορική περί τοξικότητας, από τα εύφορα λιβάδια του ψυ των σόσιαλ μίντια πήγε να γίνει κριτήριο για τον ορθό τόνο και τρόπο της κριτικής.

Οπως η εμπιστοσύνη μεταφράστηκε σε πρόσταγμα για παθητική αποδοχή των όποιων αποφάσεων. Τι θα ήταν άραγε μη τοξικό όταν βλέπει κανείς την κυνική αλυσίδα των πεπραγμένων; Η υποστολή της κριτικής, η αυτοκατάργηση της αντιπαλότητας, η εξουδετέρωση των αντιθέσεων μέσα σε έναν χυλό μικρών διαφορών;

Το πιο βαρύ όμως σε αυτές τις απολογητικές συγκαλύψεις και τους χορηγούς τους βρίσκεται στο άλλο, πασίγνωστο «επιχείρημα». Νομίζω ότι θα έπρεπε και μόνο αυτό να είναι λόγος αφύπνισης για κάθε κριτική δημοκρατική φωνή. Μιλώ για τη διαβόητη εκτίμηση πως αυτά δεν ενδιαφέρουν τον πολίτη, πως υποθέσεις όπως των υποκλοπών είναι σαν παιχνίδια για μια μικρή πιάτσα πολιτικολογούντων και αντιπολιτευόμενων.

Τι μας λέει στην ουσία η συγκεκριμένη αφήγηση; Υποτίθεται πως περιγράφει μια πραγματικότητα – τη στάση των πολλών για τέτοια θέματα –, όμως την ίδια στιγμή κατασκευάζει, ενθαρρύνει και εξωραΐζει τη συγκεκριμένη στάση.

Το υπαρκτό το μεγεθύνει και το χρήζει κανονικότητα. Θεωρώντας, μοιραία, ότι η δημοκρατία περνάει μόνο από την ανάθεση των ύψιστων αξιακών ζητημάτων της στα αρμόδια όργανα.

Ετσι, αυτή η άποψη προωθεί την αυτοκατάργηση του ανήσυχου πολίτη και τη μετατροπή του σε έναν ιδιοτελή χρήστη αγαθών και υπηρεσιών που δεν πρέπει να τον νοιάζει αν του υποκλέπτουν δεδομένα ή τον παρακολουθούν, εφόσον ο ίδιος μάλιστα δεν έχει κάνει «κάτι μεμπτό». Είναι η ίδια φιλο-υποτακτική στάση την οποία οι ίδιοι άνθρωποι τη διακίνησαν εδώ και δυο-τρία χρόνια. Με το επιχείρημα ότι αυτά γίνονται, ότι έτσι είναι τα πράγματα και δεν έχει νόημα να δημαγωγούμε εναντίον της ίδιας της πραγματικότητας.

Η περί εμπιστοσύνης και τοξικότητας λιτανεία θα γεννήσει τελικά ένα μάθημα πολιτικής απόσχισης και παθητικότητας. Με το πρόσχημα πως όποια προβλήματα δεν σε βλάπτουν άμεσα, προσωπικά ή οικογενειακά, καλό είναι να σου είναι αδιάφορα και, τελικά, δεν σου πέφτει λόγος.

Εν τέλει, γύρω από την ιστορία του χειρισμού των υποκλοπών και έως την τελευταία εξέλιξη με την άρνηση ανάσυρσης της υπόθεσης από το αρχείο, παίχτηκε ένα παράλληλο δράμα: το δράμα που μας θύμισε την περίφημη Πραγματεία  περί εθελοδουλείας του Ετιέν Ντε Λα Μποεσί, ένα από τα ιδρυτικά κείμενα της νεωτερικής πολιτικής σκέψης.

Με τα λεγόμενα περί «εμπιστοσύνης» και «τοξικότητας» αισθανθήκαμε πόσο κακόπεσε στη χώρα μας η ιδέα μιας κριτικής δημόσιας σφαίρας. Σε αντίθεση δηλαδή με την άποψη περί αναρμόδιων και άσχετων να κρίνουν, σε τέτοιες υποθέσεις παραβίασης σημαντικών δικαιωμάτων – ακόμα και αν δεν έγιναν ευθέως στόχος οι πολλοί –, φαίνεται πως χρειαζόμασταν συλλογικά περισσότερη υποψία και περισσότερο πάθος.

Ενα πάθος που αποτελεί, όπως φαίνεται, και το μοναδικό ανάχωμα στις νεο-ολιγαρχίες και στα στεγανά τους. Αφού, από την άποψη των αγώνων για τη δικαιοσύνη, η κρατική-κομματική σκοπιμότητα, δεν δεσμεύει παρά μόνο τους οπαδούς της.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, συγγραφέας.