Δεκαπέντε χρόνια μετά την εμφάνιση της κρίσης, η ελληνική οικονομία προσπαθεί να ξαναφτάσει στο σημείο που – σε πραγματικούς και όχι πληθωριστικούς όρους – ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου (2008-2009). Σε Ισπανία και Πορτογαλία, το catch-up κράτησε 5-6 χρόνια, μέχρι το 2017. Στα χρόνια 2010-2023 οι χώρες της ευρωζώνης πέτυχαν αύξηση του πραγματικού εισοδήματός τους (ΑΕΠ) 17%. Στην ίδια περίοδο, η Ελλάδα σημείωσε μείωση (-14%). Το άνοιγμα-χάσμα μεταξύ των δύο ξεπερνάει σήμερα το 31% (στοιχεία ΟΟΣΑ).

Η συζήτηση αυτή με τους αριθμούς είναι άχαρη, δεδομένου ότι ανάπτυξη, για τον απλό πολίτη, δεν σημαίνει μόνο μια θεωρητική αυξητική εξέλιξη κάποιων αφηρημένων οικονομικών μεγεθών, που, επιπροσθέτως, με τα παραπάνω δεδομένα, είναι μελαγχολική. Επιπλέον, η πραγματική ανάπτυξη συνοδεύεται από αξιακούς κώδικες, θεσμικές λειτουργίες, θετική κουλτούρα (των πολιτών, του πολιτικού συστήματος), αξιοπρέπεια στην καθημερινότητα, ποιότητα ζωής και, τελικώς, από ένα συνολικότερο αποτέλεσμα που κάθε πολίτης το αισθάνεται χωρίς να το ψάχνει.

Στις σημερινές συνθήκες στις οποίες πορευόμαστε, η «δύναμη», με όποια σημασία της λέξης, αναδεικνύεται ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό στις διεθνοπολιτικές σχέσεις. Και οι διεθνοπολιτικές σχέσεις καθορίζουν κρίσιμες παραμέτρους της αναπτυξιακής διαδικασίας μιας χώρας: το ΑΕΠ, την απασχόληση, το κόστος ενέργειας, την πολιτική-κοινωνική σταθερότητα, τις ισορροπίες με γειτονικές χώρες, τις οικονομικές επιδόσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που παίζει μεγάλο ρόλο για την οικονομία μας, τις γεωπολιτικές εντάσεις, τα ρίσκα του αύριο κ.ά.

Με αυτά τα δεδομένα, με την εκτίναξη της διεθνούς αβεβαιότητας και αστάθειας, με την απουσία εμπιστοσύνης για τις επιλογές των παγκόσμιων μεγάλων παικτών – και των γειτόνων μας –, με το δυσανάλογο βάρος που παίρνει η «δύναμη», η «συναλλαγή» και η διαφθορά σε πολλές δυτικές δημοκρατίες σε βάρος θεσμών και καθιερωμένων κανόνων παιχνιδιού, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μεγάλη προτεραιότητά μας είναι με ποιον τρόπο οι πολιτικές μας μπορούν να ενισχύσουν τη «δύναμη» της χώρας, την ανθεκτικότητά της απέναντι σε απρόβλεπτες πιέσεις και αναποδιές, την κοινωνική εμπιστοσύνη και μια αίσθηση συλλογικότητας. Υπάρχει η κυνική έκφραση – την είδαμε και στο Ασφαλιστικό του 2001 και όλα τα επόμενα χρόνια: «who cares» («ποιος νοιάζεται») για το τι θα γίνει σε τρία, πέντε ή δέκα χρόνια.

Τις οδυνηρές συνέπειες της διάχυτης αυτής αντίληψης τις εισπράξαμε πολλαπλά. Η στάση αυτή δεν θα έπρεπε «να παίζει ξανά» για κανένα μεγάλο πρόβλημα. Παίζει όμως. Και μπορεί σήμερα κούτσα-κούτσα να πηγαίνουν τα πράγματα καλύτερα, αλλά στην παραμικρή αναποδιά στην παγκόσμια οικονομία, που η Ιστορία στα τελευταία 20 χρόνια έδειξε ότι είναι βέβαιη και όχι απλώς πιθανή, πολλά θα ανατραπούν ξανά, ίσως με τρόπο που δεν θα είναι χαρωπός. Το 2009 και ό,τι ακολούθησε δεν πρέπει να επαναληφθεί ούτε ως μικρογραφία.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η πραγματικότητά μας είναι γεμάτη «πρωτιές» ή το αντίστροφο. Και τα δύο ισχύουν, ούτε ως πρωτιές ούτε ως καταστροφή. Ομως το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι γιατί δεν πετύχαμε να διαμορφώσουμε μια αποτελεσματική αναπτυξιακή πολιτική, ενώ διαμορφώνουμε πολύ αποτελεσματικές πολιτικές σε πολλά πεδία που δεν σχετίζονται με την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της χώρας (Novartis, ΟΠΕΚΕΠΕ, άλλες σημαντικές τέτοιες προτεραιότητες). Τι ευθύνες έχει η διακυβέρνηση, οι θεσμοί και εμείς, ως κοινωνία πολιτών, στο να ακολουθήσουμε μια πορεία που αντί να περιορίζεται στη ρητορεία θα έχει την ευθύνη να δει και λίγο πιο μπροστά;

Το θεσμικό οικοδόμημα που έχουμε σήμερα είναι σημαντικά πιο αδύναμο από ό,τι στα χρόνια πριν από την κρίση. Είτε δούμε τη διαχρονική του πορεία είτε κάνουμε μια διακρατική σύγκριση με άλλες χώρες σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης, τη διαφθορά, το κράτος δικαίου, με βάση στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, δεν γεμίζουμε υπερηφάνεια. Επιπλέον, παραδείγματα άλλων χωρών – όχι όλων – δείχνουν μια άλλη κυνική πραγματικότητα: ότι ακόμα και με σημαντική διαφθορά και θεσμικές καταπατήσεις, η (οικονομική και διεθνοπολιτική) δύναμη και οι επιδόσεις μιας χώρας μπορεί να ενισχυθούν. Η Τουρκία σε όλες τις θεσμικές παραμέτρους είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι η Ελλάδα.

Οπως και άλλες χώρες στη ΝΑ Ασία. Ομως, η Τουρκία (και άλλοι) πέτυχε μια απρόβλεπτη εκτίναξη του βάρους και της δύναμής της στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Μεταξύ 2013 και 2024 το (πραγματικό) ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά πάνω από 63%, ενώ η Ελλάδα κατά περίπου 14%. Δεν θέλω να ζω στο τουρκικό πολιτικο-οικονομικό μοντέλο. Ομως, θα ήθελα να κατανοήσω πώς εξηγείται η διαφοροποίηση αυτή. Τι εξηγεί ότι μεταξύ 1991 και 2023 η ετήσια ροή κοινοτικών πόρων και τα νέα δάνεια κάθε χρονιάς αντιπροσώπευαν σχεδόν 10% του ΑΕΠ της χώρας μας, αλλά ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης που πετύχαμε ήταν μόλις 1%; Τι έγινε με τα κεφάλαια αυτά;

Ο Joel Mokyr, ένας από τους τρεις νομπελίστες οικονομολόγους του 2026, κέρδισε το κορυφαίο αυτόν τίτλο επειδή αφιέρωσε σημαντικό τμήμα τους έργου του στην «κουλτούρα της ανάπτυξης», όπως και άλλοι, βέβαια, στο παρελθόν. Γιατί, σήμερα, αυτό θεωρήθηκε σημαντικό; Η απάντηση είναι γιατί οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν δείχνουν να ανταποκρίνονται στις σημερινές κοινωνικές απαιτήσεις, απειλές και αδυναμίες, γιατί η διαφθορά, οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες εντείνονται επικίνδυνα. Επίσης, γιατί οι κυβερνήσεις είτε αδιαφορούν να λύσουν προβλήματα είτε τα σπρώχνουν στο απώτερο μέλλον, στους «επόμενους», εμπεδώνοντας μια γκρίζα ζώνη κοινωνικής δυσανεξίας και πεποίθησης ότι η πολιτική και το «επάνω τμήμα» της κοινωνίας έχουν ελάχιστο ενδιαφέρον για «ό,τι είναι κάτω από τη μέση».

Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, πρώην υπουργός.