Μεταξύ 1828 και 1829, μετά την επιτήρηση της αποχώρησης των αιγυπτιακών μονάδων του Ιμπραήμ, το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Νικολά Μαιζόν επέβλεπε στην Πελοπόννησο τις διαδικασίες απέλασης των μουσουλμάνων κατοίκων που προβλεπόταν να απομακρυνθούν από το αναδυόμενο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Εξω από την Πάτρα και τη Γαστούνη οι άνδρες του συνάντησαν σε κτήματα της περιοχής περίπου 350 σκλάβους από την υποσαχάρια Αφρική. Χριστιανοί ως προς το θρήσκευμα, «κατά συνέπεια Ελληνες», σημειώνει ο ιστορικός του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Γιάννης Κοτσώνης, θα παρέμεναν στη χώρα καταγεγραμμένοι στα κρατικά έγγραφα ως «αραπάδες».

Πρόκειται για ένα ελάχιστο αναμφίβολα επεισόδιο, στον απόηχο του Αγώνα, συνδυάζει ωστόσο όλα τα στοιχεία τα οποία επιδιώκει να υπογραμμίσει στο έργο του ο συγγραφέας του βιβλίου Η Ελληνική Επανάσταση. Η βίαιη γέννηση του έθνους-κράτους (εκδ. Διόπτρα): τον καίριο ρόλο των αυτοκρατοριών, τον παραγνωρισμένο παράγοντα της θρησκείας, τη διάσταση της δημογραφικής μηχανικής.

Ο ρόλος των αυτοκρατοριών

Το οργανωτικό πρότυπο της Εποχής των Επαναστάσεων είναι οι αυτοκρατορίες. Εξεγέρσεις και έθνη εκκολάπτονται εντός τους, όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας, άρα το 1821 θα πρέπει να εγγραφεί στο δικό τους πλαίσιο αναφοράς.

Τον 18ο αιώνα νέες αυτοκρατορίες εισέρχονται στη Μεσόγειο «φέρνοντας μαζί τους διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης, νόμου και τάξης και ασφάλειας» που αναδεικνύουν την οπισθοδρομικότητα και την ευθραυστότητα του οθωμανικού καθεστώτος: η Ρωσία με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία με τους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Οι δραστηριότητές τους, οι συρράξεις, οι συναλλαγές, το εμπόριο, θα δημιουργήσουν συνθήκες πρωτόγνωρης κινητικότητας. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θα υπηρετήσει τη Ρωσία, τη Γαλλία, τη Βρετανία και θα βρει «την Ιστορία της Ελλάδος εις την απλοελληνικήν» όταν εγκατασταθεί στη Ζάκυνθο.

Δύο αδελφοί Ζωσιμάδες εγκαθίστανται στη Νίζνα της Ουκρανίας το 1775, έναν χρόνο μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή, άλλοι δύο στο Λιβόρνο, η οικογένεια πλουτίζει από τα ρωσικά σιτηρά και χρηματοδοτεί σχολεία, βιβλιοθήκες, την έκδοση των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων του (εμπόρου, αρχικά) Αδαμάντιου Κοραή.

Για τον Κοτσώνη η ελληνική κοινότητα της Ρωσίας έχει κομβική σημασία, από τη μια πλευρά ως υπόδειγμα της διαδικασίας με την οποία κατασταλάζει η ρευστότητα που διακρίνει τις αυτοκρατορικές ταυτότητες (οι ορθόδοξοι χριστιανοί συγχωνεύονται σε αυτήν υπό τον προσδιορισμό «Ελληνες»), από την άλλη ως ενδεικτικός ιμάντας μεταφοράς των στοιχείων μιας ελληνικής αυτοσυνειδησίας που βρίσκεται υπό διαμόρφωση στις αυτοκρατορικές κοινωνίες της εποχής μέσω διακίνησης ιδεών, οικονομικών διεργασιών, συγγενικών δικτύων, απευθείας μετεγκατάστασης σε περιοχές των Βαλκανίων και της προεπαναστατικής Ελλάδας.

Η θρησκεία και η ομοιογένεια

Από τη Ρωσία πηγάζει, κατά τον Κοτσώνη, και η αυξανόμενη δυναμική της ταύτισης του «Τούρκου» με τον «Οθωμανό μουσουλμάνο» τον οποίο η μακρόχρονη αντιπαράθεση των δύο αυτοκρατοριών φέρνει στη θέση του «ξένου» και του «απόλυτου εχθρού».

Η διάκριση ωστόσο «Ελλήνων» και «Τούρκων» γίνεται συνώνυμη με τον διαχωρισμό χριστιανών – μωαμεθανών, ο οποίος υπογραμμίζεται με έμφαση σε πολλά επαναστατικά κείμενα, κάτι που δεν επισημαίνεται συχνά.

Μεταξύ των εμπολέμων το σχίσμα των αντιλήψεων προκύπτει από τη στιχομυθία των πολιορκημένων στην Ακρόπολη μουσουλμάνων το 1821 με τους πολιορκητές τους: «– Tι είμεθα εμείς; Δεν είμεθα Ελληνες; – Μα είστε Μωαμετάνοι».

Καθώς στον μεταναπολεόντειο κόσμο ο φιλελευθερισμός μειοψηφεί πια, η χριστιανική ρητορική για την Ελλάδα είναι εκείνη που θα συγκινήσει την Ευρώπη: ριζοσπάστες, μετριοπαθείς, συντηρητικοί, φιλέλληνες, ρομαντικοί θα βρουν σε αυτήν τον κοινό τόπο με τον οποίο τελικά θα συγκλίνουν και τα στρατηγικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μια πιο «εθνική», λιγότερο «ευρωπαϊκή» πολιτική, για τη Ρωσία, το τέλος του Συστήματος των Συνεδρίων για τη Βρετανία, η ανάγκη να παραμείνει στο επίκεντρο της λήψης αποφάσεων για τη Μεσόγειο για τη Γαλλία θα στοιχηθούν πίσω από την προβολή της θρησκείας: «οι Ελληνες θα απελευθερώνονταν ως χριστιανοί, όχι ως πολίτες».

Η απελευθέρωση ισοδυναμεί με μαζική δημογραφική ανακατάταξη. Λεηλασίες, εξανδραποδισμοί, σφαγές σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον Απρίλιο του 1821 υποδηλώνουν την πρόθεση του σουλτάνου να αντιμετωπίσει συλλογικά τους χριστιανούς ως «μάζα επαναστατών».

Αποτελούν προοίμιο της διάχυτης βίας εναντίον των αμάχων που θα χαρακτηρίσει ολόκληρη την περίοδο. Η μαζική κινητοποίηση των χωρικών στην επαναστατημένη Ελλάδα, αντίστοιχη ως έναν βαθμό της γαλλικής levée en masse που θεσμοθετείται το 1789, έχει ως αποτέλεσμα τη σφαγή, την υποδούλωση ή την έξωση των περίπου 40.000 μουσουλμάνων της Πελοποννήσου.

Αργότερα, η εκστρατεία του Ιμπραήμ στον Μοριά θα ταυτιστεί με εκτεταμένες δηώσεις, αιχμαλωσίες και πωλήσεις χιλιάδων γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα της Μέσης Ανατολής. Εν τέλει, αν και τα συντάγματα της Επανάστασης περιέχουν προβλέψεις για τους αλλοθρήσκους υπό συγκεκριμένες παραμέτρους, η συγκρότηση του έθνους, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, απαιτεί ως προϋπόθεση την ομοιογένεια, όχι τη διαφορά.

Η «τεθλασμένη γραμμή» προς το 1821

Προτάσσοντας τους παραπάνω πυλώνες η αφήγηση του Γιάννη Κοτσώνη αποσκοπεί, όπως σημειώνει ο ίδιος, στην παρουσίαση μιας «τεθλασμένης γραμμής προς το 1821 και το 1830», στην ανάδειξη της προεπαναστατικής ρευστότητας, των ζυμώσεων, της συγκυρίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοεί τις σχέσεις προκρίτων, αγάδων, οπλαρχηγών, την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, τα ζητήματα του φιλελληνισμού, του τοπικισμού, των ιεραρχιών, της κοινωνικής τάξης, της νομής της εξουσίας, των εμφυλίων πολέμων.

Αφού αναλύσει το υπέδαφος της εξέγερσης στο πρώτο μέρος, το βιβλίο παρακολουθεί στο δεύτερο τις εξελίξεις του κινήματος του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και έπειτα του Αγώνα στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τα νησιά του Αιγαίου. Ενα σημείο που ίσως προβληματίσει τον αναγνώστη, ωστόσο, είναι κάποια ασάφεια στον χρονικό εντοπισμό του έθνους ως οργανωτικής αρχής.

Το 1801 «ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να γίνει λόγος για έθνη οπουδήποτε» – αλλά την ίδια στιγμή οι «κάθε λογής λεγεώνες, συντάγματα και τάγματα για εθνικές περιφερειακές ομάδες» του γαλλικού στρατού του Ναπολέοντα «ήταν μια επιβεβαίωση της αρχής της εθνικότητας».

«Ολα συνέβησαν ξαφνικά. […] Αν μπορούσε κανείς να ορίσει μια χρονική περίοδο μέσα στην οποία αναπτύχθηκε ο ελληνικός εθνικισμός, αυτή θα ήταν από το 1800 ως το 1821» – αλλά «τα άμεσα γεγονότα της άνοιξης του 1821, όπως όλα τα γεγονότα, ήταν η συμπύκνωση πολλών δεκαετιών αλλαγών». Δεν πρόκειται απαραίτητα για αντιφάσεις: οι επαναστάσεις συνιστούν επιτάχυνση της Ιστορίας που εκκινεί από βραδείες διεργασίες.

Και η διερεύνηση της εμφάνισης του έθνους είναι σύμφυτη με το πρόβλημα της διάρκειας, με τις επεξεργασίες, τις ιδιοποιήσεις, τις ανασημασιοδοτήσεις του παρελθόντος που λαμβάνουν χώρα στο εκάστοτε παρόν.

Ισως σε μια προσέγγιση που τονίζει ακριβώς την ενδεχομενικότητα των πραγμάτων αποφεύγοντας την ευκολία των μεγάλων ευθειών και αναδεικνύοντας τη σημασία των λεπτών διαφορών να ήταν χρήσιμη μια ξεχωριστή ενότητα που να αποσαφηνίζει εξαρχής κατηγορίες και διάρκειες.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η μελέτη του Γιάννη Κοτσώνη συνιστά αναμφισβήτητα πολύτιμη συμβολή που κατορθώνει κάτι διόλου δεδομένο – να δώσει μια εικόνα της Ελληνικής Επανάστασης από διακριτή, ασυνήθιστη οπτική γωνία.