Η Γερμανία είναι «διαλυμένη χώρα». Η Ιταλία «δεν έχει προσφέρει καθόλου». Κι η Ισπανία κρίνεται ως «απαράδεκτη». Τα προαναφερθέντα σχόλια ανήκουν στον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και περιγράφουν με σαφήνεια τη φάση στην οποία βρίσκονται οι σχέσεις ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν αλλά με βαθύτερες αιτίες.
Οξύτητα
Η απειλή του Τραμπ ότι θα αποσύρει αμερικανικά στρατεύματα από την Ιταλία και την Ισπανία δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, αφού είχε προηγηθεί ανάλογη προειδοποίηση με αποδέκτη την Γερμανία την Τετάρτη (29/04), στο φόντο της δημόσιας αντιπαράθεσης μεταξύ του γερμανού καγκελάριου και του αμερικανού προέδρου ως προς τη στρατηγική των ΗΠΑ στο Ιράν. Τελικά, την Παρασκευή το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι περίπου 5.000 αμερικανοί στρατιώτες θα αποσυρθούν από τη Γερμανία σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. «Η αποχώρηση θα ολοκληρωθεί τους επόμενους έξι έως δώδεκα μήνες» δήλωσε συγκεκριμένα ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, Σον Παρνέλ.
Προηγουμένως, η αντιπαράθεση είχε λάβει και οικονομική διάσταση, με την επιβολή δασμών ύψους 25% που ανακοίνωσε ο αμερικανός πρόεδρος σε αυτοκίνητα και φορτηγά οχήματα, επικαλούμενος μη τήρηση εμπορικής συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Δεδομένου ότι το 70% των επιβατικών αυτοκινήτων στην Ευρώπη παράγονται σε τέσσερις χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία) κι ο κλάδος καταλαμβάνει το 7% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, η απόφαση μπορεί να εκληφθεί ως προσωπική αντίποινα του Τραμπ προς τις πολιτικές ηγεσίες των σημαντικότερων κρατών της ΕΕ. Μαρτυρά ωστόσο μια βαθύτερη διάσταση, που αφορά τον τρόπο σκέψης του αμερικανού προέδρου, ο οποίος διευκρίνισε ότι από τις κυρώσεις εξαιρούνται όσοι κατασκευαστές έχουν μεταφέρει τις παραγωγικές δραστηριότητές τους στις ΗΠΑ. Έως σήμερα, από ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες επενδύσεις στις ΗΠΑ έχουν προαναγγείλει η Stellantis, η Mercedes, η BMW, η Volkswagen κι η Volvo.
Δεδομένα
Επιστρέφοντας στα αμερικανικά στρατεύματα, είναι χρήσιμη μια υπενθύμιση της γεωγραφικής διασποράς των εν λόγω δυνάμεων. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Ερευνών του Κογκρέσου (CRS) και εκτιμήσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS) στην ευρωπαϊκή ήπειρο εδρεύουν περισσότερα από 68.000 μέλη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, υπό το «διπλό καπέλο» της Αμερικανικής Διοίκησης Ευρώπης (USEUCOM) και της Συμμαχικής Διοίκησης Επιχειρήσεων (ACO) του ΝΑΤΟ. Περισσότεροι από 36.400 εδρεύουν σε κάθε είδους στρατιωτικές βάσεις στη Γερμανία, περίπου 13.000 στην Ιταλία, 3.600-.3800 στην Ισπανία και 10.000 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι υπόλοιποι επιμερίζονται στις υπόλοιπες χώρες της Συμμαχίας (Τουρκία, Ελλάδα, Βέλγιο, Πολωνία, Ρουμανία, Βέλγιο, Ισλανδία, Δανία).
Είναι αυτό το εκτεταμένο δίκτυο στρατευμάτων διασκορπισμένο σε στρατιωτικά φυλάκια, ναυτικές, αεροπορικές και αεροδιαστημικές βάσεις που καθιστά αμφίβολο το πόσο εφικτό είναι να πραγματοποιηθεί η απειλή του Τραμπ. Αμυντικοί αναλυτές, η πλειοψηφία των Δημοκρατικών αλλά και μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αντιτίθενται, ισχυριζόμενοι ότι μια απομείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη θα στερήσει στις ΗΠΑ τη δυνατότητα προβολής ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα. «Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις εναντίον συμμάχων του ΝΑΤΟ… βλάπτουν τους Αμερικανούς», σχολίασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Ντον Μπέικον, Ρεπουμπλικάνος βουλευτής και πρώην στρατιωτικός. «Τα δύο μεγάλα αεροδρόμια στη Γερμανία μας δίνουν εξαιρετική πρόσβαση σε τρεις ηπείρους. Πυροβολούμε τα πόδια μας σε περίπτωση που αποχωρήσουμε από εκεί» πρόσθεσε. Γερμανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι μιλώντας στο Reuters εξέφρασαν την αισιοδοξία τους, τονίζοντας ότι παρόμοιες απειλές διατυπώθηκαν κατά την πρώτη θητεία Τραμπ αλλά δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.
Ευρώπη εναντίον Τραμπ
Δεν αποτελεί μυστικό ότι απαρχή της τελευταίας ευρωατλαντικής κρίσης αποτέλεσε το σχόλιο του Μερτς, ότι «οι ΗΠΑ εξευτελίζονται από τους Ιρανούς» κι ότι «δεν διαθέτουν στρατηγική εξόδου από τον πόλεμο». Αποτελεί όμως ειδοποιό διαφορά το γεγονός ότι τα «πυρά» ήρθαν από εκείνον τον ευρωπαίο ηγέτη ο οποίος μέχρι πρόσφατα φαινόταν να επενδύει στην ομαλή συνύπαρξη με τον αμερικανό πρόεδρο. Χαρακτηριστική αυτής της προσέγγισης ήταν η σιωπή του καγκελάριου στα προσβλητικά σχόλια που επιφύλασσε ο Τραμπ για τους πρωθυπουργούς της Ισπανίας και της Βρετανίας, Πέδρο Σάντσεθ και Κιρ Στάρμερ, κατά τη διάρκεια συνάντησής τους Μερτς στον Λευκό Οίκο, στις αρχές Μαρτίου. Αλλά κι η συναίνεση του Βερολίνου στη χρήση στρατιωτικών εγκαταστάσεων για επιθετικές ενέργειες στο έδαφος του Ιράν. Και στις δύο περιπτώσεις ο Μερτς είχε επικριθεί για «αναξιοπρέπεια» από το σύνολο της αντιπολίτευσης, αλλά και το συγκυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD).
Η αντίστιξη με την σημερινή ρητορική του Βερολίνου είναι προφανής, όχι όμως ανεξήγητη. «Ο πόλεμος πλήττει τη γερμανική οικονομία και έχει κοστίσει πολιτικά στον Μερτς. Οδηγοί και κατασκευαστές έχουν σοκαριστεί από τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, εξαιτίας του κλεισίματος στα Στενά του Ορμούζ. Η κυβέρνηση έχει μειώσει τις προβλέψεις της για οικονομική ανάπτυξη φέτος. Το κόμμα του Μερτς οι κεντροδεξιοί Χριστιανοδημοκράτες, υστερούν στις δημοσκοπήσεις κατά μερικές ποσοστιαίες μονάδες από το ακροδεξιό AfD.» σημειώνει σε άρθρο του ο απεσταλμένος των New York Times, Τζιμ Τάρκενσλι. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αμερικανός πρόεδρος είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην Γερμανία, με σειρά δημοσκοπήσεων να δείχνει την συντριπτική πλειοψηφεία της κοινής γνώμης (60-70%) αρνητική προς το πρόσωπό του. Παρόμοια είναι τα κίνητρα της μεταστροφής της ιταλίδας πρωθυπουργού, Τζόρτζια Μελόνι, για την οποία οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου σε συνδυασμό με την λεκτική αντιπαράθεση του Τραμπ με τον Πάπα Λέοντα καθιστούν τον αμερικανό πρόεδρο συνώνυμο του πολιτικού ρίσκου. Όσο για τον Πέδρο Σάντσεθ, αυτός φαίνεται πως έχει βασίσει την πολιτική επιβίωση της κυβέρνησής του και την κληρονομιά του ως ταγού της παγκόσμιας σοσιαλδημοκρατίας στην αντιπαράθεσή του με τον ένοικο του Λευκού Οίκου.
Οπτικές
Όπως και να΄χει, η σχέση μεταξύ των ευρωπαίων ηγετών και του αμερικανού προέδρου φαίνεται πως εισέρχεται σε νέα φάση επιδείνωσης, μετά την αποκλιμάκωση της έντασης στη Γροιλανδία. Η ανάλειψη μονομερούς δράσης στο Ιράν από την Ουάσινγκτον, δίχως να έχει προηγηθεί καμία προηγούμενη ενημέρωση των συμμαχικών χωρών και χωρίς να λαμβάνονται υπόψην τα πολύπλευρα κόστη που αυτές θα υποστούν, εκλαμβάνεται στα μάτια των ευρωπαίων ηγετών ως πανηγυρική επιβεβαίωση ότι η διοίκηση Τραμπ αντιμετωπίζει τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ μέσα από το πρίσμα της υποτέλειας. Αντίστοιχα, για την συναλλακτική αντίληψη του Τραμπ για τις διεθνείς σχέσεις, η απροθυμία των Ευρωπαίων να στείλουν άμεσα ναυτικές δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ, εκλαμβάνεται ως περίτρανη απόδειξη ότι το ΝΑΤΟ και ΕΕ όχι μόνο δεν ωφελούν αλλά βλάπτουν τα αμερικανικά συμφέροντα.
«Τα παραδείγματα είναι άφθονα, από τους τιμωρητικούς δασμούς μέχρι την επιθυμία του να αποκαταστήσει τους δεσμούς με τη Μόσχα εις βάρος της Ουκρανίας, για να μην αναφέρουμε τις απειλές για προσάρτηση της Γροιλανδίας.» τόνιζε σχετικά πρόσφατα η γαλλική Le Monde σε άρθρο της, προπαθώντας να ερμηνεύσει την άρνηση των Ευρωπαίων για ενεργή εμπλοκή στη νέα μεσανατολική σύρραξη. «Η δυσπιστία οδήγησε τον Τραμπ σε υποχώρηση, αφού πρώτα έκανε μια σειρά από υποτιμητικά σχόλια προς τους συμμάχους του» σημειώνεται στο ίδιο άθρο, που προειδοποιεί ότι «η συνέχιση αυτής της επιθετικής και αχαλίνωτης μονομερούς προσέγγισης θα πρέπει να ωθήσει τους Ευρωπαίους να εμβαθύνουν τη δέσμευσή τους στην επίτευξη μίας στρατιωτικής αυτονομίας, που πλέον έχει καταστεί απαραίτητη». Σε ό,τι αφορά την εμπορική διάσταση της κρίσης, δεν είναι τυχαίο που στην παρούσα φάση επανέρχονται στην επιφάνεια φωνές που καλούν την ΕΕ να χρησιμοποιήσει το διαβόητο «εμπορικό μπαζούκα», το οποίο περιλαμβάνει μια γκάμα μέτρων ικανών να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στην αμερικανική οικονομία, ειδικά στον εταιρικό κόσμο του «Big Tech».





