Είναι σύνηθες φαινόμενο η κοινοβουλευτική διαδικασία να παγιδεύεται σε παιχνίδια στρατηγικής, αφήνοντας το κύρος των θεσμών να υποχωρεί μπροστά στη διαχείριση της επικαιρότητας, η οποία τις τελευταίες ημέρες, με τη σκανδαλολογία, «γρατζουνά» την κυβέρνηση. Η χθεσινή σύγκρουση για τον χρόνο διεξαγωγής της συζήτησης γύρω από το Κράτος Δικαίου συμπυκνώνει με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο αυτή την παθογένεια, καθώς λειτούργησε ως καθρέφτης μιας προβληματικής προσέγγισης που προκρίνει τους τακτικισμούς έναντι της ουσίας. Το αλαλούμ των τελευταίων ημερών, με τα ερωτηματικά να αιωρούνται μέχρι την ύστατη στιγμή για το αν, το πότε και το πώς θα διεξαχθεί η αναμέτρηση, δεν περιποιεί τιμή στο πολιτικό μας σύστημα και κυρίως στην κυβέρνηση.

Όταν η εκάστοτε πλειοψηφία προβάλλει διεθνώς τις επιδόσεις της στη θεσμική θωράκιση της χώρας και επικαλείται ευρωπαϊκές περγαμηνές, οφείλει να είναι η πρώτη που επιδιώκει το καθαρό φως της δημόσιας λογοδοσίας. Η εικόνα μιας εξουσίας που μοιάζει να αμφιταλαντεύεται, δημιουργώντας μια αίσθηση «δραπέτευσης» προς τη λήθη των εορτών, δυσκολεύει την υπεράσπιση του αφηγήματος περί θεσμικής κανονικότητας. Αυτή η πρεμούρα για τη μετάθεση της συζήτησης, ανεξαρτήτως των προφάσεων, γεννά εύλογα ερωτήματα που υπερβαίνουν τις συνήθεις κομματικές αντεγκλήσεις.

Το Κράτος Δικαίου δεν είναι μια θεωρητική έννοια προς εσωτερική κατανάλωση, ούτε ένα πεδίο για επικοινωνιακές «κοκορομαχίες». Είναι το θεμέλιο της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η απροθυμία για μια άμεση και κρυστάλλινη αντιπαράθεση στο ναό της Δημοκρατίας, τη στιγμή που η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις για την ποιότητα των θεσμών, εκθέτει όσους επιλέγουν την τακτική των καθυστερήσεων. Σε τελική ανάλυση, η αξιοπιστία μιας κυβέρνησης που «πανηγυρίζει» για τις ευρωπαϊκές της επιδόσεις κρίνεται από τη γενναιότητα της λογοδοσίας και όχι από την ικανότητα να θολώνει τα νερά μέχρι το παρά πέντε.