Το «πράσινο φως» για την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος προστασίας, αποκατάστασης και ανάδειξης του Ηρωδείου έδωσε χθες το ΚΑΣ, το οποίο γνωμοδότησε ομόφωνα θετικά επί των αποτελεσμάτων της β΄ φάσης του σχετικού ερευνητικού προγράμματος με τίτλο «Δυναμική Μέθοδος Ανάδειξης και Προστασίας Αρχαιολογικών Χώρων μέσω της τεκμηρίωσης και ανάλυσης των μνημειακών συνόλων. Σύνταξη προτάσεων διαμόρφωσης των απαιτούμενων υποδομών λειτουργίας των αρχαιολογικών χώρων για την ένταξή τους στο φυσικό τοπίο και τη σύνδεσή τους με το ευρύτερο δομημένο περιβάλλον – Εφαρμογή στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στη νότια κλιτύ της Ακροπόλεως».

Το πρόγραμμα εκπονήθηκε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και αποσκοπεί στην κατάρτιση διεπιστημονικής μελέτης, που θα αποτελέσει τη βάση για την εκτέλεση εκτεταμένων εργασιών αποκατάστασης στο μνημειακό σύνολο, αλλά και για την αναβάθμιση των υποδομών λειτουργίας του χώρου, με σεβασμό στο φυσικό τοπίο και στο ιστορικό περιβάλλον της νότιας κλιτύος της Ακρόπολης.

Επεμβάσεις στη σκηνική αίθουσα

Στο επίκεντρο της αρχιτεκτονικής πρότασης βρίσκονται οι αναγκαίες συμπληρώσεις στις λιθοδομές και η ανακατασκευή επιλεγμένων τμημάτων του μνημείου, ώστε να αποκατασταθεί το αρχιτεκτονικό του ύφος και να ενισχυθεί η λειτουργικότητά του, τόσο για την καθημερινή επισκεψιμότητα όσο και για τις ανάγκες του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Οι επεμβάσεις αφορούν τη σκηνική αίθουσα, όπου προβλέπεται η αποκατάσταση του περιγράμματος σε ύψος ικανό να αναδείξει την τρίτη διάσταση του μνημείου και να διευκολύνει την εγκατάσταση περιοδικών σκηνικών κατασκευών, το προσκήνιο, που θα καταστεί ασφαλές και πλήρως επισκέψιμο, καθώς και τα τόξα των παρόδων.

Οι εκτεταμένες παρεμβάσεις στη σκηνική αίθουσα στοχεύουν στην θωράκιση του μνημείου και την οργάνωση της λειτουργίας του. Παράλληλα θα διαμορφωθεί νέο κεντρικό άνοιγμα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Ψηφιδωτό, φωτισμός και ήχος

Η αποκατάσταση δίνει βάρος στην πλήρη αποκάλυψη του ψηφιδωτού δαπέδου, το οποίο εκτός φεστιβαλικής περιόδου θα είναι ορατό στο κοινό. Η προστασία του θα εξασφαλίζεται μέσω νέου στεγάστρου και ειδικών στοιχείων κάλυψης, ενταγμένων στις σύγχρονες υποδομές του χώρου. Η σκηνική αίθουσα θα λειτουργεί με διπλό καθεστώς: κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ θα διαμορφώνεται με καμαρίνια και βοηθητικούς χώρους, ενώ το υπόλοιπο διάστημα θα παραμένει επισκέψιμη.

Παράλληλα, η νέα οροφή θα είναι σύνθετη μεταλλική κατασκευή που θα επιτρέπει τον φυσικό φωτισμό και θα εξασφαλίζει στέγαση με ελάχιστη οπτική όχληση, ακολουθώντας τον γεωμετρικό ρυθμό του μνημείου.

Σημαντικές αλλαγές δρομολογούνται και στον τομέα του ήχου. Προβλέπεται αντικατάσταση του παλαιού συστήματος φωτισμού και λήψη ειδικών μέτρων για τον περιορισμό θορύβου και δονήσεων, καθώς οι μετρήσεις έδειξαν ότι τα επίπεδα ηχητικής επιβάρυνσης υπερβαίνουν τα ασφαλή όρια. Στο πλαίσιο αυτό καταργούνται οι πύργοι ηχείων, καθιερώνεται επίγειος μεγαφωνικός εξοπλισμός και απαγορεύεται η εγκατάσταση ηχείων σε ανοίγματα, παρόδους και στον νότιο τοίχο (καθοριστικής σημασίας θεωρείται η θέσπιση και εφαρμογή Ακουστικού Κανονισμού Χρήσης, ώστε να διασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η προστασία του μνημείου).

Παράλληλα, προβλέπονται επεμβάσεις στον κεντρικό μετωπικό τοίχο, με συμπληρώσεις που στοχεύουν στην προστασία του και στην αποκατάσταση της συνοχής της όψης, αλλά και στον ανατολικό και τον δυτικό μετωπικό τοίχο. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στο ανατολικό κλιμακοστάσιο, όπου οι αναστηλωτικές εργασίες αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ιστορικής διαδρομής που συνέδεε το Ηρώδειο με τη Στοά του Ευμένους και τον Περίπατο.

Σημαντικές είναι και οι επεμβάσεις στον κάμπυλο τοίχο, με στόχο την αποκατάσταση του αρχικού περιγράμματος και της γεωμετρίας του, αναδεικνύοντας αυθεντικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, καθώς και στο κοίλο, όπου θα συνεχιστεί η συντήρηση των αυθεντικών μαρμάρινων μελών και οι αναγκαίες συμπληρώσεις εδωίων, διότι τα καθίσματα καταπονούνται έντονα κάθε χρόνο από τη μαζική παρουσία θεατών.

Τέλος, η αποκατάσταση του Περιπάτου στοχεύει στο να απαλλαγούν τα ιδιαίτερα ευαίσθητα αρχαιολογικά κατάλοιπα δυτικά του Ασκληπιείου από την έντονη και βλαπτική κυκλοφορία των επισκεπτών, ενώ η αναστήλωση του ανατολικού κλιμακοστασίου και της ανιούσας οδού προς τον Περίπατο επαναφέρει την αρχική λειτουργική σύνδεση του Ηρωδείου με τη Στοά του Ευμένους.

Η ομόφωνη θετική γνωμοδότηση του ΚΑΣ ανοίγει τον δρόμο για ένα έργο μεγάλης κλίμακας και σημασίας, που φιλοδοξεί να διασφαλίσει τη μακροχρόνια προστασία ενός από τα εμβληματικότερα μνημεία της Αθήνας.

Σε πρόσφατη συνέντευξή της η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε ότι ο ανάδοχος του έργου αποκατάστασης του Ηρωδείου θα εγκατασταθεί στο μνημείο τον Ιούλιο, επομένως τον Ιούνιο θα υπάρξουν παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Αντίθετα δηλαδή από ό,τι είχαμε υπόψη μας μέχρι σήμερα, πως το μνημείο θα φιλοξενούσε τις τελευταίες παραστάσεις, πριν το τριετές κλείσιμό του, το φθινόπωρο του 2025.

Οπως έχει πει η προϊσταμένη Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΑ, Έλενα Κουντούρη σκοπός των εργασιών στο Ηρώδειο είναι «αφενός η διατήρηση και αφετέρου η βελτίωση της αναγνωσιμότητας του μνημείου από το ευρύ κοινό», παράλληλα με την αναβάθμιση και βελτίωση των υποδομών του Φεστιβάλ Αθηνών.

Η ιστορία του Ηρωδείου

Το Ηρώδειο ανεγέρθηκε γύρω στα 161 μ.Χ., από τον Ηρώδη τον Αττικό (Λεύκιος Βιβούλλιος Ίππαρχος Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης), έναν από τους πλουσιότερους και πιο επιδραστικούς Έλληνες της εποχής εκείνης.

Φημισμένος για τα μεγάλα έργα κοινής ωφελείας που χρηματοδότησε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας – από στάδια και λουτρά έως υδραγωγεία και ωδεία – , ο Ηρώδης χρηματοδότησε την ανέγερση του Ηρωδείου στη μνήμη της συζύγου του Ρήγιλλας, η οποία πέθανε το 160μ.Χ.

Το Ηρώδειο, που διαθέτει 5.000 θέσεις, ήταν ένα αριστούργημα της αρχιτεκτονικής, ένα ρωμαϊκό ωδείο (κλειστό θέατρο), σχεδιασμένο για μουσικές εκδηλώσεις, ρητορικούς αγώνες, θεατρικές παραστάσεις και τελετές σε αντίθεση με τα αρχαιοελληνικά θέατρα που ήταν ανοιχτά και προορίζονταν κυρίως για δραματικές παραστάσεις. Η στρατηγική θέση του στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, ακριβώς κάτω από τα Προπύλαια και κοντά στο Θέατρο του Διονύσου, δεν ήταν τυχαία: ο Ηρώδης επιθυμούσε το ωδείο του να στέκεται «κάτω από τη σκιά της θεάς Αθηνάς», μέσα στον ιερό χώρο της πόλης.

Η κατασκευή του Ηρωδείου, που ήταν το τρίτο ωδείο που κατασκευάσθηκε στην αρχαία Αθήνα, μετά το ωδείο του Περικλή, επίσης στη Νότια Κλιτύ (5ος αι. π.Χ.) και το ωδείο του Αγρίππα στην Αρχαία Αγορά (15 π.Χ.),  έγινε με τοπικούς λίθους και Πεντελικό μάρμαρο, ενώ η σκηνή και το κοίλον καλύπτονταν από ξύλινη στέγη, γεγονός σπάνιο για τα μεγάλα οικοδομήματα. Η στέγη εικάζεται ότι ήταν από ξύλου κέδρου και θεωρείτο ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεχνικά επιτεύγματα της εποχής.

ΗΡΩΔΕΙΟ – @ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ/EUROKINISSI)

Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Μανόλη Κορρέ, ομότιμο καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην διάλεξή του «Στεγασμένοι χώροι μουσικής της αρχαιότητας: το Ηρώδειο» (σε συνεργασία με το Σωματείο Διάζωμα, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2012): «Το εσωτερικό του Ηρωδείου διέθετε ασύλληπτο πλούτο. Τα έδρανα -συμπαγή μαρμάρινα-, η ορχήστρα, στρωμένη με λευκές και μαύρες πλάκες μαρμάρου και οι τοίχοι με τις πολύχρωμες ορθομαρμαρώσεις αποτελούσαν ένα σύνολο απερίγραπτης ομορφιάς.

Η σκηνή διέθετε την τυπική για ένα ρωμαϊκό θέατρο πρόσοψη (scaenae frons): μικρές συνθέσεις πάνω στο αρχιτεκτονικό θέμα του δίστυλου ναΐσκου (aedicula), αποτελούμενες από κορινθιακούς κίονες, παραστάδες και θριγκούς, ανεδείκνυαν αγάλματα στημένα σε κόγχες, όλα από πολυτελή μάρμαρα. Εξαιρετικά μωσαϊκά σε γεωμετρικά και φυτικά σχέδια κάλυπταν τα δάπεδα των κλειστών χώρων».

Αν και οι μαρτυρίες έχουν διχάσει την επιστημονική κοινότητα καθώς η ολική στέγαση ενός τεράστιου χώρου χωρίς ενδιάμεσα στηρίγματα φαντάζει ανέφικτη, το παχύ στρώμα στάχτης και τα θραύσματα κεραμιδιών που βρέθηκαν στην ανασκαφή του 1858, στην ορχήστρα και το κοίλο, αποδεικνύουν ότι υπήρξε στέγη στο Ηρώδειο.

Το τέλος της λαμπρής εποχής του επήλθε με την πυρπόληση και καταστροφή του από τους Ερούλους (267μ.Χ.), περίπου εκατό χρόνια μετά την ανέγερσή του, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν, λεηλατήθηκε με μανία (αποσπάστηκαν μάρμαρα, λίθοι, μέταλλα, κεραμικό υλικό). Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι στα τέλη της ρωμαϊκής περιόδου, τα ερείπια του μνημείου ενσωματώθηκαν στο σύστημα οχυρώσεων της Αθήνας.

Kατά το 13ο αιώνα ο ψηλός τοίχος της σκηνής του Ηρωδείου ενσωματώθηκε στο τείχος που περιέβαλε τη βάση του λόφου της Ακρόπολης, το λεγόμενο Ριζόκαστρο. Τον 14ο αιώνα οι επιχώσεις που κάλυπταν το κατώτερο τμήμα του νότιου τοίχου του μνημείου ήταν τέτοιου πάχους ώστε να μη διακρίνονται οι είσοδοι και να θεωρηθεί ως γέφυρα από τον Νικολό ντα Μαρτίνι, Ιταλό περιηγητή.