Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, μία από τις κορυφαίες μορφές της διεθνούς ιστορικής επιστήμης και η σημαντικότερη Ελληνίδα βυζαντινολόγος, έφυγε σήμερα από τη ζωή πλήρης ημερών, λίγο πριν κλείσει τα 100, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο επιστημονικό και πνευματικό αποτύπωμα.
Με διεθνή ακτινοβολία, σπάνιο παιδευτικό χάρισμα και δημόσιο λόγο που ξεχώριζε για τη διαύγεια και την τόλμη του, η Αρβελέρ υπήρξε μια προσωπικότητα που συνέδεσε το Βυζάντιο με τα μεγάλα ερωτήματα της σύγχρονης Ευρώπης.
Καταβολές
Γεννημένη στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926, κόρη πολυμελούς οικογένειας προσφύγων από τη Μικρά Ασία, μεγάλωσε μέσα σε στερήσεις, αλλά και σε ένα περιβάλλον έντονης φιλομάθειας. «Γεννήθηκα φτωχή, αλλά πλούσια σε περιέργεια», έλεγε συχνά.
Πατέρας της ήταν ο Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και μητέρα της η Καλλιρρόη, το γένος Ψαλτίδη. Τελείωσε το Δ΄ Γυμνάσιο στην Αθήνα και σπούδασε στη συνέχεια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας).
Στα χρόνια της Κατοχής, ως νεαρή φοιτήτρια, συμμετείχε ενεργά στην ΕΠΟΝ, συμβάλλοντας στη διακίνηση παράνομου Τύπου και στη στήριξη αντιστασιακών πυρήνων, ενώ διετέλεσε και γραμματέας της βασίλισσας Φρειδερίκης, όπως είχε παραδεχτεί σε συνεντεύξεις της. Η ίδια μιλούσε τόνιζε για εκείνη την περίοδο ότι «δεν κάναμε ηρωισμούς – κάναμε αυτό που έπρεπε για να μη ντρεπόμαστε μετά».
Η εμπειρία της Αντίστασης υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής και ηθικής της συγκρότησης, οδηγώντας τη να αντιμετωπίζει την Ιστορία όχι ως αφήγηση γεγονότων, αλλά ως εργαλείο συνείδησης και ευθύνης.
Οικογενειακή ζωή και σταδιοδρομία
Αμέσως μετά τον πόλεμο, το 1956, η Αρβελέρ έφυγε για το Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές της και άρχισε μια λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία. Συνέχισε τις σπουδές της στην École des Hautes Études όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Ιστορίας (1960) και Docteur des Lettres το 1966. Στη Γαλλία αναδείχθηκε γρήγορα ως μία από τις πιο δυναμικές φωνές της βυζαντινολογίας, διακρινόμενη για τη μεθοδικότητα, την κριτική σκέψη και τη βαθιά γνώση των ιστορικών πηγών.
Το επίθετό της, εχέγγυο ζωής από τον σύζυγό της Ζακ Αρβελέρ, μεγαλοαστό φυσικοχημικό και βιομήχανο, συντρόφευσε την πληθωρική προσωπικότητά της από την επαύριο του γάμου τους το 1958 στη διάρκεια του οποίου απέκτησαν μια κόρη, τη Μαρί Ελέν.

Φρανσουά Μιτεράν-Ελένη Αρβελέρ. Φωτογραφία από το αρχείο της Ελένης Αρβελέρ.
Το 1976 εξελέγη πρώτη γυναίκα πρύτανης στην ιστορία της Σορβόννης, κατακτώντας μια θέση-ορόσημο για την ισότητα των φύλων στον πανεπιστημιακό χώρο. Η ίδια αντιμετώπιζε αυτή τη διάκριση με λιτότητα: «Δεν ήθελα να είμαι η πρώτη γυναίκα. Ήθελα να είμαι απλώς καλή πρύτανης». Ωστόσο, το γεγονός είχε ισχυρό συμβολισμό, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή της ακτινοβολία και ανοίγοντας δρόμους για τις επόμενες γενιές. Στη συνέχεια το 1982 έγινε πρύτανης της Ακαδημίας του Παρισιού, της εκπαιδευτικής περιφέρειας στην οποία υπάγονται τα εκπαιδευτήρια όλων των βαθμίδων και καγκελάριος των πανεπιστημίων του.
Από το 1989 ως το 1991 ήταν πρόεδρος του Πολιτιστικού Κέντρου Ζορζ Πομπιντού, του οποίου είχε διατελέσει αντιπρόεδρος επί σειρά ετών. Οι διοικητικές θέσεις που ανέλαβε η Αρβελέρ σε εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς οργανισμούς ήταν πολλές – μεταξύ άλλων κατάφερε μέσω του Πανεπιστημίου της Ευρώπης να προωθήσει ιδέες όπως το Πανεπιστήμιο της Ευρώπης, την τηλεόραση της Σορβόννης και να θέσει υπό την αιγίδα της UNESCO τη συγγραφή της ιστορίας της Ευρώπης, μακριά από την θεώρηση του Καρλομάγνου και του Ζαν-Μπαπτίστ Ντυροζέλ.
Στην Ελλάδα, διετέλεσε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, ενισχύοντας τον διεθνή του ρόλο και μετατρέποντάς το σε χώρο γόνιμου διαλόγου.

Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο σε συνέντευξη τύπου στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών.
Η σταδιοδρομία της Αρβελέρ υπήρξε αληθινά μοναδική για γυναίκα σε σημείο που να λογίζεται ισάξια προσωπικοτήτων που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα.
Επιστημονικό έργο
Το επιστημονικό της έργο επικεντρώθηκε στη γεωπολιτική, τη διοικητική οργάνωση και τη διπλωματία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ανέδειξε το Βυζάντιο ως μια πολυεθνική, πολυπολιτισμική δύναμη με στρατηγική σκέψη και μακρόπνοη πολιτική. «Το Βυζάντιο δεν ήταν ούτε σκοτάδι ούτε παρακμή. Ήταν μια κοινωνία σε διαρκή διαπραγμάτευση με τον κόσμο», υπογράμμιζε. Με τις μελέτες της συνέβαλε καθοριστικά στην αναθεώρηση παγιωμένων στερεοτύπων, προσφέροντας μια νέα, σύνθετη και δυναμική ανάγνωση της βυζαντινής ιστορίας.
Στο magnum opus της, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ανέδειξε την αυτοκρατορία του μεσαιωνικού Ελληνισμού ως συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην Αρχαιότητα και τη νεότερη Ελλάδα. Η ίδια τόνιζε: «Η Αυτοκρατορία αυτή –περήφανα απλωμένη στα εδάφη τριών ηπείρων– υιοθέτησε τις υποθήκες του ελληνιστικού και του ρωμαϊκού κόσμου εμπλουτισμένες όμως από τα διδάγματα του Χριστιανισμού».
Με τον ίδιο πυκνό και παραστατικό τρόπο, αναφερόταν στην αντίσταση της ελληνικής Ορθοδοξίας ως καθημερινό βυζαντινό μάθημα, μέσα από το οποίο διασώθηκαν κείμενα και γνώσεις που διαφορετικά θα είχαν χαθεί.
Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ιστορία
Η σχέση της με το ευρύ κοινό ήταν μοναδική. Ο λόγος της, αιχμηρός και ανεπιτήδευτος, ξεπερνούσε τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και μεταφερόταν στα μέσα ενημέρωσης, επηρεάζοντας συχνά περισσότερο από τον πολιτικό λόγο. Οι δημόσιες παρεμβάσεις της ακόμα και σε θέματα που γίνονται αντικείμενο πολιτικών ή εθνικών διενέξεων, όπως η ακριβής θέση του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου για παράδειγμα, έκαναν αίσθηση. Η άποψη της ότι ο Αλέξανδρος «είναι θαμμένος στη Βεργίνα και όχι ο Φίλιππος Β΄» είχε δημιουργήσει αναβρασμό αμφισβητώντας την επικρατούσα άποψη των αρχαιολογικών ερευνών περί ταφής του Αλέξανδρους στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και την ερμηνεία του αρχαιολόγου Μανόλη Ανδρόνικου που είχε συνδέσει τους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας με τον Φίλιππο Β΄.
Η Αρβελέρ υπηρέτησε την Ιστορία με πάθος και αφοσίωση, μεταπλάθοντας τη γνώση σε δημιουργικό έργο. Στους στίχους της, που δημοσιεύτηκαν στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Άτυπον και φέρουν τον ιδιότυπο συναισθηματικό της τόνο, αναγγέλλονται οι αναφορές της του στοχαστικού ενεργειακού της πεδίου: ο Καβάφης, ο Ελύτης, ο Παλαμάς, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Ρεμπό, ο Έλιοτ.
«Σε απόσταση αναπνοής από το τέλεια ουσιώδες, μες στη ρακένδυτη Αθήνα, ένα άθλιο τότε λασποχώρι, θάψαν οπλοφορούντες ρασοφόροι το τελευταίο ιδεώδες. Το Σούλι, η Σαλαμίνα, το Μεσολόγγι, η Πόλη, εσήκωσαν το ξόδι. Ακολουθούσαν πίσω οι συγγενείς, ήρωες των βιβλίων όλοι, και μες στο πλήθος του Σαράντα και της Αντίστασης οι ανώνυμοι νεκροί. Αμέτρητοι και όμως όλοι εκεί!».
Δημόσια διανοούμενη, πρότυπο χειραφέτησης
Η Ελένη Αρβελέρ-Γλύκατζη διέθετε μοναδική ικανότητα να επικοινωνεί τη γνώση στο ευρύ κοινό. Με λόγο απλό, ζωντανό και βαθιά ουσιαστικό, μετέτρεπε σύνθετα ιστορικά ζητήματα σε συναρπαστικό αφήγημα. «Η Ιστορία δεν είναι για τους ειδικούς· είναι για όλους. Είναι τρόπος να καταλαβαίνεις το παρόν και να μην φοβάσαι το μέλλον», έλεγε. Τα βιβλία της γνώρισαν ευρεία απήχηση, ενώ οι δημόσιες διαλέξεις της συγκέντρωναν χιλιάδες ακροατές.
Η Αρβελέρ υπήρξε ταυτόχρονα ενεργή δημόσια διανοούμενη. Τοποθετήθηκε με παρρησία για την Ευρώπη, τη δημοκρατία, την παιδεία και την πολιτισμική ταυτότητα. Σε μια εποχή γενικευμένης αμφισβήτησης, τόνιζε: «Η Ευρώπη δεν είναι μόνο οικονομία. Είναι πολιτισμός, μνήμη και αξίες». Ιδιαίτερη βαρύτητα έδινε στην εκπαίδευση, υπογραμμίζοντας ότι «χωρίς παιδεία, η δημοκρατία γίνεται κενό γράμμα».
Τιμήθηκε με δεκάδες διεθνή βραβεία, παράσημα και διακρίσεις, ενώ αναγορεύθηκε επίτιμη διδάκτωρ σε πλήθος πανεπιστημίων παγκοσμίως.

Από την αναγόρευση της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ σε επίτιμη διδάκτορα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 2007.
Πέρα από το επιστημονικό της έργο, υπήρξε μια βαθιά ανθρώπινη μορφή, με χιούμορ, πνευματική εγρήγορση και σπάνια ευγένεια. Ήταν επίσης γνωστή ως «δύσκολος» αλλά και «δίκαιος» άνθρωπος. Ένα εκρηκτικό μείγμα για μια σπουδαία προσωπικότητα της εποχή μας. «Το μόνο που φοβάμαι είναι η αδιαφορία», έλεγε, παραμένοντας δραστήρια και παρεμβατική έως τα βαθιά της γεράματα. Υπήρξε πάντοτε πρότυπο γυναικείας χειραφέτησης, πνευματικής ανεξαρτησίας και δημοκρατικού ήθους.
Στα τελευταία δύο χρόνια της ζωής της, η Αρβελέρ παρέμεινε παρούσα και αιχμηρή. Μιλούσε με ανησυχία για τη φθορά της δημοκρατίας, προειδοποιώντας ότι «δεν πεθαίνει πια με πραξικοπήματα, αλλά με αδιαφοραία», ενώ για την παιδεία τόνιζε πως «χωρίς αυτήν δεν υπάρχει ελευθερία, μόνο χειραγώγηση». Αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό την επιφανειακή γνώση της ψηφιακής εποχής, σημειώνοντας ότι «ξέρουμε περισσότερα, αλλά καταλαβαίνουμε λιγότερα». Με φόντο το πόλεμο στην Ευρώπη, υπενθύμιζε ότι η ήπειρος «γεννήθηκε για να μη ζήσει ξανά πόλεμο» και επαναλάμβανε ότι «λαός χωρίς μνήμη είναι λαός χωρίς πυξίδα».
Ο θάνατός της σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την ελληνική και ευρωπαϊκή διανόηση. Το έργο και ο λόγος της, ωστόσο, παραμένουν ζωντανά. Όπως έλεγε και η ίδια, «η Ιστορία συνεχίζεται όσο υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να καταλαβαίνουν».
Κορυφαία δημόσια λειτουργός
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας επισήμανε στο συλλυπητήριο μήνυμα του ότι Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ φώτισε τη διαχρονική όψη της ελληνικότητας, παραμένοντας αγέρωχη και υπερήφανη μέσα από τις ανατροπές ενός ολόκληρου αιώνα, έως το τέλος ανήσυχη και δημιουργική.
Πληροφορούμενη την απώλεια της Ελένης Αρβελέρ, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε μεταξύ άλλων: «Στο πρόσωπό της συνυπήρξαν η εμβριθής ιστορικός που άνοιξε νέους δρόμους στην πρόσληψη του Βυζαντινού κόσμου και του πολιτισμού του, η δημόσια διανοούμενη με την καυστική αλλά πάντα απόλυτα δίκαιη παρέμβαση, η κορυφαία δημόσια λειτουργός, που αναδείχθηκε αντιπρύτανης και πρύτανης της Σορβόννης και της Ακαδημίας του Παρισιού και πρόεδρος του Πολιτιστικού Κέντρου Ζορζ Πομπιντού. Από το 1999, η στενή μου συνεργασία με την Ελένη Αρβελέρ, σε διάφορες θέσεις τις οποίες κατείχε ήταν μία όαση. Ως Πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου με την εξαιρετική και ευρεία καλλιέργειά της και με τη στενή της συνεργασία με τον Νίκο Κούρκουλο, έδωσαν στο Εθνικό Θέατρο τη διεθνή αναγνώρισή του.»

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ: Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Νίκο Κούρκουλο και τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Σεργιόπουλο. Φωτογραφία αρχείου. Copyright © 2013
Η σπουδαία ιστορικός διετέλεσε επίσης αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας και επίτιμη διδάκτωρ πλειάδας πανεπιστημίων (Λονδίνου, Harvard, Βελιγραδίου, Νέας Υόρκης, NewBrunswick, Λίμας, Χάιφας, Παντείου Πανεπιστημίου, Ελληνικού Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Aθηνών, Αμερικανικού Πανεπιστημίου του Παρισιού, Fribourg, Θεσσαλονίκης και Κρήτης).




