• Αναζήτηση
  • Συναγερμός στις τράπεζες για τα «κόκκινα» δάνεια

    «Κόκκινος» συναγερμός έχει σημάνει στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια των ελληνικών τραπεζών για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, καθώς οι ρυθμοί μείωσής τους παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, όπως φάνηκε στα αποτελέσματα του β' τριμήνου του 2018 που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα

    «Κόκκινος» συναγερμός έχει σημάνει στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια των ελληνικών τραπεζών για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, καθώς οι ρυθμοί μείωσής τους παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, όπως φάνηκε στα αποτελέσματα του β’ τριμήνου του 2018 που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Η ισχνή πρόοδος που καταγράφεται μέχρι στιγμής προέρχεται κατά κύριο λόγο από πωλήσεις και διαγραφές «κόκκινων» οφειλών και όχι από την προώθηση αποτελεσματικών ρυθμίσεων.
    ο γεγονός αυτό δημιουργεί στην αγορά αμφιβολίες για το αν οι τράπεζες είναι σε θέση να επιτύχουν το εύρος αποκλιμάκωσης των επισφαλειών για το οποίο έχουν δεσμευτεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οπως επισημαίνει χαρακτηριστικά κορυφαία τραπεζική πηγή, «εάν δεν… χυθεί αίμα, τα νούμερα δεν βγαίνουν. Οπου αίμα σημαίνει περισσότερους πλειστηριασμούς και ταχείες νομικές ενέργειες. Μόνο έτσι θα βελτιωθεί επαρκώς η συναλλακτική κουλτούρα των δανειοληπτών και θα θεραπεύσουμε ό,τι θεραπεύεται».
    Οι διοικήσεις των τραπεζών θεωρούν ότι, παρά την ουσιαστική επανέναρξη των πλειστηριασμών το τελευταίο εξάμηνο, ένα μεγάλος αριθμός οφειλετών συνεχίζει να… σφυρίζει αδιάφορα, γεγονός που αποτυπώνεται στα χαμηλά, ακόμη, ποσοστά ανάκτησης μέσω ρυθμίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, αρχής γενομένης από τον Σεπτέμβριο, θα υπάρξει εντατικοποίηση τόσο των διακανονισμών, ακόμη και με κούρεμα μέρους της οφειλής, όσο και των πλειστηριασμών ακινήτων, ως μοχλός πίεσης στους μη συνεργάσιμους δανειολήπτες.

    Κυνήγι στα στεγαστικά

    Παράλληλα, θα επιχειρηθεί για πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της κρίσης η πρώτη συναλλαγή στα στεγαστικά δάνεια, που θα επιτρέψει τη μαζική και γρήγορη ελάφρυνση των χαρτοφυλακίων της συγκεκριμένης κατηγορίας. Οπως έκανε γνωστό η διοίκηση της Eurobank στην ενημέρωση των αναλυτών για τα οικονομικά της αποτελέσματα, μέχρι το τέλος του έτους θα ξεκινήσει η προσπάθεια τιτλοποίησης «κόκκινων» δανείων συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ.
    Με τον τρόπο αυτόν η τράπεζα θα βγάλει από τον ισολογισμό της το συγκεκριμένο πακέτο χορηγήσεων, μειώνοντας ισόποσα το απόθεμα των προβληματικών ανοιγμάτων, και θα προσδοκά στην ανάκτηση ενός μέρους του ώστε να μην εγγράψει επιπλέον ζημιές από αυτό. Το ποσοστό της ανάκτησης θα αποτελέσει προϊόν διαπραγμάτευσης με τους ενδιαφερόμενους για την απόκτηση των νέων τίτλων επενδυτές και θα τελεί υπό την έγκριση του SSM, ο οποίος θα αξιολογήσει το ρίσκο που αναλαμβάνει η τράπεζα.
    Αναλυτές που παρακολουθούν τον κλάδο δεν αποκλείουν η διαχείριση αυτών των δανείων να ανατεθεί σε τρίτο οργανισμό, για να προσδώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο εγχείρημα και να βελτιωθεί η τιμολόγηση για τη Eurobank. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνουν οι ίδιες πηγές, η πίεση για όσο το δυνατόν ταχύτερο «καθάρισμα» του συγκεκριμένου μπλοκ χορηγήσεων, με ή χωρίς συναινετικό τρόπο, θα είναι μεγαλύτερη.
    Ως εκ τούτου, αναμένεται επιτάχυνση των δικαστικών ενεργειών για τη διεκδίκηση των οφειλών από τους δανειολήπτες. Αν η συναλλαγή πάει καλά, το πιο πιθανό είναι το παράδειγμα της Eurobank να ακολουθήσουν κι άλλες τράπεζες, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ένα ασφυκτικό περιβάλλον για μη συνεργάσιμους οφειλέτες και στρατηγικούς κακοπληρωτές.

    Επαφές με SSM

    Υπενθυμίζεται ότι τις επόμενες εβδομάδες είναι προγραμματισμένες νέες επαφές των τραπεζικών διοικήσεων με τα στελέχη του εποπτικού βραχίονα της ΕΚΤ, τον SSM, για τον καθορισμό των στόχων μείωσης των «κόκκινων» δανείων έως και το 2021.
    Διευθύνων σύμβουλος συστημικού ομίλου εκτιμά ότι για να πέσουν τα ποσοστά των προβληματικών ανοιγμάτων σε μονοψήφια επίπεδα έως το 2022 και να ενταχθούν οι ελληνικοί όμιλοι στην υπό δημιουργία πανευρωπαϊκή τραπεζική ένωση, θα πρέπει έως και το 2021 να έχουν υποχωρήσει κατά μέσο όρο τουλάχιστον στο 15% από επίπεδα λίγο πάνω από το 40% σήμερα.
    Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη προσαρμογή, η οποία προϋποθέτει την περαιτέρω βελτίωση τόσο των μακροοικονομικών συνθηκών, όσο και των οργανικών επιδόσεων των τραπεζών στη διαχείριση των ανοιγμάτων τους. Σε διαφορετική περίπτωση, οι εγχώριοι όμιλοι θα αναγκαστούν να ρευστοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος των προβληματικών τους δανείων,σε τιμές που, λόγω της πίεσης του χρόνου, θα προκαλέσουν ζημιές, αυξάνοντας τον κίνδυνο για μια τέταρτη αναγκαστική ανακεφαλαιοποίηση.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Οικονομία