• Αναζήτηση
  • Η Ελλάδα δεν πρέπει να υπεκφεύγει στους αιτούντες άσυλο

    «Γιατί να αξίζω να με μεταχειρίζονται κατά αυτόν τον τρόπο;» μου είπε στα μέσα Μαΐου στη Λέσβο η Issa, μία 25χρονη Σύρια αιτούσα άσυλο. «Εδώ είμαστε, ξεχασμένοι. Παντελώς ξεχασμένοι… Δεν υπάρχει καμία αξιοπρέπεια για εμάς εδώ».

    Η Ελλάδα δεν πρέπει να υπεκφεύγει στους αιτούντες άσυλο | tovima.gr
    «Γιατί να αξίζω να με μεταχειρίζονται κατά αυτόν τον τρόπο;» μου είπε στα μέσα Μαΐου στη Λέσβο η Issa, μία 25χρονη Σύρια αιτούσα άσυλο. «Εδώ είμαστε, ξεχασμένοι. Παντελώς ξεχασμένοι… Δεν υπάρχει καμία αξιοπρέπεια για εμάς εδώ».
    Η Issa ανήκει στον μεγάλο αριθμό ατόμων που μου παραχώρησαν συνέντευξη τα τελευταία δύο χρόνια και βρίσκονται εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα. Ενώ για τους περισσότερους εκτός Ελλάδας, η προσφυγική κρίση του 2015 έχει ξεχαστεί εδώ και καιρό, για τους αιτούντες άσυλο εντός της χώρας παραμένει μια οξεία κρίση. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως στα ελληνικά νησιά, όπου η επίσημη πολιτική γεωγραφικού περιορισμού απαγορεύει στους αιτούντες άσυλο, που έχουν καταφθάσει διά θαλάσσης από την Τουρκία, να μεταβούν στην ηπειρωτική χώρα.
    Σχεδόν 17.000 γυναίκες, άνδρες και παιδιά, όπως η Issa, έχουν εγκλωβιστεί σε χαοτικές και επικίνδυνες συνθήκες, καθώς πολλοί δεν έχουν πρόσβαση ακόμα και σε βασικές υπηρεσίες. Οι περισσότεροι προέρχονται από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Οι γυναίκες (22%) και τα παιδιά (37%) απαρτίζουν περισσότερο από το μισό του πληθυσμού.
    Η ελληνική κυβέρνηση αρέσκεται να επιρρίπτει ευθύνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση για αυτή την ξεχασμένη κρίση. Λέει ότι απαιτείται η πολιτική ώστε να μπορούν να επιστραφούν γρήγορα οι αιτούντες άσυλο στην Τουρκία δυνάμει της συμφωνίας επί της μετανάστευσης μεταξύ ΕΕ – Τουρκίας. Αλλά στην πραγματικότητα σχεδόν κανένας δεν έχει επιστραφεί και τώρα η τουρκική κυβέρνηση έχει αναστείλει τη διμερή συμφωνία με την Ελλάδα που καθιστούσε τις επιστροφές αυτές δυνατές από νομική άποψη.
    Στο μεταξύ, η Issa ζει στον «Ελαιώνα», έναν πρόχειρο καταυλισμό έξω από τις πύλες του κέντρου επεξεργασίας αιτήσεων ασύλου στη Μόρια. Στις 13 Ιουνίου σχεδόν 7.000 άτομα ζούσαν στη Μόρια, παρά τη μέγιστη χωρητικότητά της στα 3.000 άτομα. Με απογοητεύσεις για την αβεβαιότητα και τις κακές συνθήκες, η βία είναι συνηθισμένο φαινόμενο.
    Στον ελαιώνα η έλλειψη χώρου σημαίνει ότι εκατοντάδες οικογένειες, ελεύθερες γυναίκες και παιδιά αναγκάζονται να ζουν σε ακόμα χειρότερες συνθήκες, χωρίς ασφάλεια, ηλεκτρισμό, ντους ή τρεχούμενο νερό. «Άνδρες και γυναίκες μοιράζονται τις ίδιες τουαλέτες και είναι συνεχώς βρώμικες», μου είπε η Issa, «Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε εξαιτίας των καβγάδων».
    Οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας θα προτιμούσαν να παραμείνουν οι άνθρωποι αυτοί στα νησιά και να μειωθεί ο συνωστισμός τους με την αύξηση των επιστροφών στην Τουρκία.
    Πρόκειται, όμως, για ευσεβείς πόθους. Ελάχιστες είναι οι προοπτικές να επιστραφεί στην Τουρκία, στο εγγύς μέλλον, η πλειονότητα των αιτούντων άσυλο, που παραμένει εγκλωβισμένη στα νησιά.
    Πολλοί από όσους βρίσκονται στα νησιά είναι μέλη ευάλωτων ομάδων – ασυνόδευτα παιδιά, μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα με αναπηρία, θύματα βασανιστηρίων ή σεξουαλικής βίας ή βίας με βάση το φύλο – που τυγχάνουν προστασίας δυνάμει της συμφωνίας. Άλλοι είναι επιλέξιμοι για επανένωση με μέλη της οικογένειάς τους που ήδη βρίσκονται στην ΕΕ. Άλλοι, πάλι, προέρχονται από το Ιράκ και το Αφγανιστάν και μπορούν να επιστραφούν στην Τουρκία μόνο εάν η Ελλάδα καθορίσει ότι δεν χρήζουν προστασίας και μπορούν να επαναπροωθηθούν με ασφάλεια.
    Στο μεταξύ, οι αριθμοί των αιτούντων άσυλο που εισέρχονται στην Ελλάδα μέσω των χερσαίων συνόρων με την Τουρκία αυξάνονται. Αυτά τα άτομα δεν μπορούν να επαναπροωθηθούν στην Τουρκία δυνάμει της συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας επειδή αυτή καλύπτει μόνο όσους έρχονται διά θαλάσσης.
    Εν κατακλείδι, πολλά από τα άτομα αυτά που αναζητούν προστασία στην Ελλάδα δεν μπορούν να επιστραφούν στην Τουρκία. Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν;
    Πρώτον, η Ελλάδα πρέπει να βάλει ένα τέλος στην πολιτική γεωγραφικού περιορισμού και η ΕΕ οφείλει να στηρίξει την Ελλάδα σε αυτό. Οι ελληνικές αρχές από τον Νοέμβριο έχουν ορθά μεταφέρει πάνω από 10.000 άτομα από τα νησιά στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου οι συνθήκες και οι υπηρεσίες είναι καλύτερες. Αλλά – δεχόμενες πίεση από ευρωπαϊκούς θεσμούς και κυβερνήσεις – έχουν επίσης παρεμποδίσει προσπάθειες ώστε να τεθεί ένα οριστικό τέλος σε αυτήν την πολιτική, μεταξύ άλλων μέσω της δικαστικής οδού, παρόλο που δεν εκπληρώνει τους στόχους της και έχει προκαλέσει ανείπωτη ταλαιπωρία.
    Δεύτερον, πρέπει να βελτιώσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της λήψης αποφάσεων επί του ασύλου ώστε να καθοριστεί ποιος δικαιούται προστασίας και ποιος μπορεί να αποχωρήσει με ασφάλεια, είτε με προορισμό την Τουρκία είτε αλλού. Επί του παρόντος η Ελλάδα βαίνει προς τη λάθος κατεύθυνση, συμπεριλαμβανομένου ενός νέου νόμου που επισπεύδει τη διεκπεραίωση των υποθέσεων κάνοντας πιο αδύναμα τα εχέγγυα στη διαδικασία ασύλου.
    Τρίτον, οφείλει να εργαστεί ώστε να βελτιώσει τη μεταχείριση των αιτούντων άσυλο, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών υποδοχής και πρόσβασης σε υπηρεσίες, μεταξύ άλλων και στην ηπειρωτική χώρα, για να διασφαλίσει ότι αυτές είναι σύμφωνες με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές.
    Η ΕΕ, αντί να ασκεί πίεση στην Ελλάδα να εγκλωβίζει τους αιτούντες άσυλο σε καταχρηστικές συνθήκες ή να τους εξαναγκάζει να επιστρέφουν στην Τουρκία υπό καθεστώς ανασφάλειας, οφείλει να εστιάσει στον μεγαλύτερο επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ όλων των κρατών μελών, παρόλο που αυτό είναι δύσκολο. Οι θεσμοί και τα κράτη της ΕΕ επίσης απαιτείται να εργαστούν ώστε να αυξήσουν τα ασφαλή και νόμιμα κανάλια εισόδου στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της επανεγκατάστασης των προσφύγων, να αντιμετωπίσουν τις αιτίες της μετανάστευσης στη ρίζα τους μέσα από μία συνεργασία με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης, βασιζόμενη σε αρχές και δικαιώματα, και να διασφαλίσει ότι οι επιστροφές είναι ασφαλείς και ακολουθούν δίκαιες διαδικασίες.
    Η Ελλάδα και άλλα κράτη της ΕΕ έχουν δικαίωμα να ελέγχουν τα σύνορά τους αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα. Ο περιορισμός των αιτούντων άσυλο στα ελληνικά νησιά σε υποβαθμισμένες και φριχτές συνθήκες, που παραβιάζουν τα δικαιώματά τους και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδας, με την ελπίδα ότι κατά αυτόν τον τρόπο θα αποθαρρύνουν άλλους από το να επιχειρήσουν να έρθουν, συνιστά κακή πολιτική, αν όχι παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανθρώπων όπως η Issa που παραμένει εγκλωβισμένη εκεί.
    * Η κ. Eva Cosse είναι ερευνήτρια της Human Rights Watch για τη Δυτική Ευρώπη.
    Γνώμες