Εραστής των γρήγορων αυτοκινήτων, του ακριβού κρασιού, της αλιείας πέστροφας και της εκτροφής θηραμάτων, ο νέος ηγέτης της Νότιας Αφρικής Σίριλ Ραμαφόζα είναι ένας από τους πλουσιότερους πολιτικούς της χώρας με περιουσία 450 εκατ. δολαρίων.
Μετά τη δραματική παραίτηση του προέδρου Τζέικομπ Ζούμα έχει αναλάβει την εξουσία και την ηγεσία του κυβερνώντος Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC) και αναμένεται να γίνει ο επόμενος πρόεδρος στις εκλογές του 2019.
Πρώην ηγέτης συνδικαλιστικής οργάνωσης, ο Ραμαφόζα έγινε το σύμβολο του μαύρου καπιταλισμού στη Νότια Αφρική μετά το τέλος του απαρτχάιντ, το 1994.
Αλλά οι επιχειρήσεις δεν ήταν ποτέ το πάθος του. Η πρώτη του αγάπη ήταν η πολιτική και φιλοδοξούσε να γίνει ο αναπληρωτής του πρώτου μαύρου προέδρου της Νότιας Αφρικής Νέλσον Μαντέλα.
Οταν ο Μαντέλα τον αγνόησε, λέγεται ότι ήταν τόσο αναστατωμένος που αρνήθηκε να παρακολουθήσει την ορκωμοσία του και αρνήθηκε επίσης να αναλάβει κάποια θέση στην κυβέρνηση.
Αντ’ αυτού, ο δικηγόρος Ραμαφόζα έγινε βουλευτής και πρόεδρος της συνταγματικής συνέλευσης, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπόνηση του νέου Συντάγματος της Νότιας Αφρικής, ενός από τα πιο φιλελεύθερα στον κόσμο.
Προς απογοήτευση πολλών Νοτιοαφρικανών που τον θεωρούσαν ως τον πιο αξιόπιστο πολιτικό της γενιάς μετά τον Μαντέλα, ο Ραμαφόζα αργότερα αποσύρθηκε από το πολιτικό προσκήνιο για να γίνει επιχειρηματίας.
Τα κατάφερε περίφημα αποκτώντας μερίδιο σχεδόν σε κάθε βασικό τομέα –από τις τηλεπικοινωνίες και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (όπου σπάνια παρενέβη στην ανεξαρτησία των εφημερίδων που κατείχε) μέχρι τα ποτά και το γρήγορο φαγητό (με το νοτιοαφρικανικό franchise της αμερικανικής αλυσίδας McDonalds).
Διατηρούσε πάντα σχέσεις με το ANC στο ανώτατο ηγετικό σώμα, την Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή –θέση που, σύμφωνα με τους επικριτές του, του έδωσε εμπιστευτικές πληροφορίες και απαράμιλλη πρόσβαση σε κυβερνητικούς υπουργούς καθώς έχτιζε την επιχειρηματική αυτοκρατορία του.
Αυτές οι κατηγορίες αυξήθηκαν αφότου η αστυνομία σκότωσε 34 εργάτες, τον Αύγουστο του 2012, στο ορυχείο πλατίνας Marikana –στην πιο θανατηφόρα αστυνομική ενέργεια από τότε που έληξε η λευκή διακυβέρνηση.
Διευθυντής τότε της πολυεθνικής που κατέχει το ορυχείο Lonmin, ο Ραμαφόζα κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε τους εργάτες για τους οποίους αγωνιζόταν κάποτε, ιδίως μετά την εμφάνιση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έδειχναν ότι είχε ζητήσει από την αστυνομία να ενεργήσει κατά των ανθρακωρύχων για να σταματήσουν οι «εγκληματικές πράξεις τους», προφανής αναφορά στη βίαιη απεργία τους.
Από τότε οι αντίπαλοί του τον παρουσιάζουν σαν «μαριονέτα των λευκών επιχειρήσεων και των ξένων».
Ακόμη και ως γενικός γραμματέας της Εθνικής Ενωσης Εργατών Ορυχείων τη δεκαετία του 1980, ο Ραμαφόζα ήταν γνωστός για τον πολυτελή τρόπο της ζωής του. Πίστευε ότι η εκπαίδευση, οι τέχνες, το καλό κρασί και τα γρήγορα αυτοκίνητα δεν πρέπει να προορίζονται μόνο για τους πλούσιους ή για τους λευκούς της μεσαίας τάξης και ως αρχισυνδικαλιστής ταξίδευε πάντα στην πρώτη θέση.
Παρότι η φήμη του αμαυρώθηκε, ανήλθε στην ηγεσία του κόμματος, πρώτα ως αναπληρωτής ηγέτης του ANC το 2012 και μετά ως αναπληρωτής πρόεδρος της Νότιας Αφρικής το 2014, δίνοντας νομιμότητα στην προεδρία του Τζέικομπ Ζούμα που είχε πληγεί από σκάνδαλα. Αν όμως πίστευε ότι ο Ζούμα θα τον στήριζε ως διάδοχό του, έκανε λάθος. Σε μια όλο και πιο πικρή εσωκομματική εκστρατεία, ο Ραμαφόζα εξελέγη τον Δεκέμβριο ηγέτης του ANC εναντίον του Ζούμα, λέγοντας ότι μόνο εκείνος μπορεί να καταπολεμήσει τη διαφθορά. Η νίκη του και η παραίτηση του Ζούμα μετά από έντονες πιέσεις από το κόμμα φέρνουν τώρα τον Ραμαφόζα ένα βήμα πιο κοντά στην εκπλήρωση της μακρόχρονης φιλοδοξίας του να γίνει πρόεδρος της Νότιας Αφρικής μετά τις γενικές εκλογές του 2019.
Ως πρόεδρος, ο Ραμαφόζα θα πρέπει να εξισορροπήσει την ανάγκη να καθησυχάσει τους ξένους επενδυτές και τις τοπικές επιχειρήσεις με την έντονη λαϊκή απαίτηση για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της Νότιας Αφρικής.
Θα αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις. Είκοσι τρία χρόνια μετά το τέλος του ρατσιστικού, καταπιεστικού καθεστώτος του απαρτχάιντ, η Νότια Αφρική παραμένει μια χώρα με πλούσιους πόρους και μεγάλο πλούτο αλλά και τεράστια ανισότητα, φτώχεια και διαφθορά.
Αν και διαδοχικές κυβερνήσεις του ANC κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες για την οικοδόμηση σπιτιών και την παροχή βασικών υπηρεσιών σε εκατομμύρια ανθρώπους, δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους. Πολλοί Νοτιοαφρικανοί ζουν ακόμα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή αποχέτευση. Η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη είναι συχνά στοιχειώδεις. Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι οκτώ στα 10 παιδιά 9 ετών είναι λειτουργικά αναλφάβητα. Τα επίπεδα βίαιου εγκλήματος είναι μεταξύ των υψηλότερων στον κόσμο, με τους φτωχούς Νοτιοαφρικανούς να υποφέρουν περισσότερο.
Σύμφωνα με κυβερνητικές στατιστικές, ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που ζουν με τον ιό HIV αυξήθηκε από 4,72 εκατομμύρια το 2002 σε 7,03 εκατομμύρια το 2016, αν και ο ρυθμός μόλυνσης μειώνεται.
Η ανεργία παραμένει σε ιστορικό υψηλό 27,7% στον γενικό πληθυσμό και στο 68% στους νέους. Η οικονομική ανάπτυξη έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια στο 0,6%.
Επειτα είναι και η διαφθορά –η οποία δεν έχει υπονομεύσει μόνο τα δημόσια οικονομικά αλλά και την εμπιστοσύνη του κόσμου στο κράτος. Η Νότια Αφρική εξακολουθεί να έχει πολλά ισχυρά θεσμικά όργανα, ιδίως τη Δικαιοσύνη της, αλλά υπάρχει περιορισμένη πίστη στην αστυνομία ή στους εισαγγελείς.
Και το ANC δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στη μεγάλη ιστορία του και στη φήμη των γιγάντων που οδήγησαν τον αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Σήμερα υπάρχει μεγάλη ανυπομονησία και θυμός. Το 30% του πληθυσμού είναι κάτω των 15 ετών και γι’ αυτούς τους νέους Νοτιοαφρικανούς το ρατσιστικό καθεστώς που έπεσε το 1994 είναι αρχαία ιστορία, όσο τοξική και αν είναι η κληρονομιά που έχει αφήσει πίσω του.

HeliosPlus