• Αναζήτηση
  • Ως την άκρη του Πηλίου

    Ενα εκπληκτικό θεωρείο, με το αναπάντεχο τοπωνύμιο Λαγού Ράχη, σου χαρίζει εικόνες και ιδέες που μπορεί να σου αλλάξουν τον τρόπο που βλέπεις την ύπαρξή σου, έως και την ίδια την ουσία της ζωής σου.

    Ενα εκπληκτικό θεωρείο, με το αναπάντεχο τοπωνύμιο Λαγού Ράχη, σου χαρίζει εικόνες και ιδέες που μπορεί να σου αλλάξουν τον τρόπο που βλέπεις την ύπαρξή σου, έως και την ίδια την ουσία της ζωής σου. Από το ομώνυμο ξενοδοχείο (www.lagouraxi.com) στον Λαύκο, παρακολουθούμε τη χρωματική ακολουθία του απογεύματος και τον γοργό μετασχηματισμό της ημέρας σε νύχτα με καταλύτη την ησυχία και την ηρεμία. Σίγουρα είναι θαυμάσιο και μυστηριακό να παρακολουθείς την υπόσχεση ότι η νέα ημέρα μπορεί να είναι καλύτερη από την προηγούμενη.
    Αλλά εµείς είχαµε ήδη μια εξαιρετική ημέρα, διατρέχοντας την όχθη του Παγασητικού που μας έφερε μέχρις εδώ, στο θεωρείο του Λαύκου, για να εκστασιαστούμε από την πιο εντυπωσιακή έξαρση της χερσονήσου του Πηλίου, του βουνού των άπειρων καλολογικών στοιχείων του τοπίου και των μύθων. Κάθε στροφή τού δρόμου κρύβει και μια έκπληξη, μια καρτ ποστάλ για να την ταχυδρομήσουμε στη μνήμη αυτού του ταξιδιού. Σπίτια σκεπασμένα με κεραμίδια – συντροφιά με λεβεντόκορμα κυπαρίσσια, σοφές και ειρηνικές ελιές και «φιλοπόλεμους» μεσογειακούς θάμνους που μας συστήνονται ως ασπάλαθοι – αράζουν στις αγκαλιές της γης, σε άμεση συνάφεια με την προκλητική θάλασσα που επάνω της αφήνει το ίχνος της κάποια κατακόκκινη ψαρόβαρκα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα πιο πολλά σκάφη που σεργιανούν εδώ έχουν το χρώμα της φωτιάς. Ισως γιατί καταφέρνουν να επιβάλλονται στη σταχτιά απόχρωση των νερών και να κερδίζουν τη ματιά μας. Και τα μακριά αγκάθια των ασπαλάθων θα κρυφτούν πίσω από τα κίτρινα σαν φεγγερό χρυσάφι λουλούδια που θα φέρει η άνοιξη στα φιλόξενα κλαριά τους.
    Να, λοιπόν, η Αφησσος, το Λεφόκαστρο, ο Κάλαμος, το Χόρτο, και μετά η Μηλίνα, το σημείο όπου πρέπει να στρίψουμε για να ανηφορίσουμε προς τον Λαύκο και να σταθούμε σε αυτό το μπαλκόνι του ξενοδοχείου που στεκόμαστε τώρα, της σουίτας Τζάστενη, να παρακολουθούμε το πανηγύρι του βλέμματος που άρχισε μόλις ο ήλιος πλησίασε στη δύση του, πίσω από το νησί Τρίκερι. Το νησί Αλατάς ερωτοτροπεί με την τεθλασμένη ακτογραμμή του Παγασητικού, μπροστά στα μάτια της Μαύρης Πέτρας και του Μαραθιά.
    Οι φωλιές των ταξιδιωτών στο Lagou Raxi Country Hotel έχουν ονόματα θαλασσινών αγκαλιών του Αιγαίου Πελάγους και του Παγασητικού Κόλπου και είναι μικρά όνειρα: Κατηγιώργης, Μελανή, Πάου, Λαμπινού, Μικρό, Πράσινη Αμμος, Βαθοσπηλιά, Θεοτόκου, Τζάστενη. Ειδικά αυτή η τελευταία, στον δρόμο για το Τρίκερι. Τα λιόδεντρα με τους σουρεαλιστικούς από τα χρόνια κορμούς τους φτάνουν μέχρι το ψιλό βότσαλο και τα πρασινογάλαζα νερά που τα αγκαλιάζει ένας βραχίονας της στεριάς με μια μικρή συνοικία από πέντε-έξι κτίσματα επάνω του – μια εμβληματική εικόνα του Νότιου Πηλίου.
    Είναι πολύ ωραία αυτή η ακτογραμμή του Παγασητικού. Περνάμε πάνω από τις Κόττες και σε μια κρίση εσωστρέφειας ανεβαίνουμε στο Τρίκερι. Ομως η θάλασσα δεν μας αφήνει να φύγουμε για πολύ από κοντά της. Αυτή εδώ είναι μια ναυτική πολιτεία στην κορυφή του λόφου, με στεριανό χρώμα. Αλλά κάτω στο λιμανάκι της Αγίας Κυριακής, στη μεριά του Αιγαίου, το θαλασσινό χρώμα επανέρχεται στο πρόσωπό της. Μπορεί να είναι και κόκκινο αυτό το χρώμα, καθώς πλήθος κόκκινα τρεχαντήρια είναι δεμένα στα μουράγια.
    Κοιτάζω τις κούκλες με τις παραδοσιακές φορεσιές του Τρικερίου που φτιάχνουν οι γυναίκες του συνεταιρισμού. Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες όλες οι γυναίκες φορούσαν αυτή τη στολή με τις μεγάλες ασημένιες πόρπες που παράγγελναν και τους τις έφερναν από τα Γιάννενα. Τώρα τις φορούν ελάχιστες ηλικιωμένες και πολλές νεότερες σε ακριβές ημέρες, όπως της Ζωοδόχου Πηγής που χορεύουν το «ξόδι» στην πλατεία γύρω από το κυπαρίσσι. Αυτή είναι μία από τις αδρές πινελιές του πολιτισμικού τοπίου του Νότιου Πηλίου, αλλά υπάρχουν και οι λεπτομέρειες. Οπως τα τσιτσίραβλα, που οι γυναίκες του συνεταιρισμού κλείνουν μέσα σε βαζάκια, και τα μετατρέπουν σε επίγευση του τοπίου. Τσιτσίραβλα τουρσί, το καλύτερο ταίρι του τσίπουρου. Η Μαργαρίτα μάς περιγράφει πώς τα ετοιμάζουν: τα μαζεύουν την άνοιξη που «ανοίγουν» οι τσιτσιραβλιές (αγριοφιστικιές) και τα πρώτα φύλλα τους είναι τρυφερά σαν μετάξι. Οσο πιο τρυφερά είναι τόσο πιο λίγο τα βράζουν μέσα σε αλατόνερο στο οποίο έχουν προσθέσει και ξίδι. Τα σουρώνουν, μετά τα στοιβάζουν σε αποστειρωμένα βαζάκια με φρέσκο σκόρδο κομμένο σε ροδέλες και σέλινο, και τέλος γεμίζουν το βαζάκι με αλατόνερο και ξίδι.
    Το βραδάκι επιστροφή στην πλατεία του Λαύκου, με την εκκλησία, τα εστιατόρια, τα μαγαζιά και τα καφενεία. Θυμόμαστε ότι σε ένα από αυτά έκανε μια στάση ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ταξίδι της επιστροφής του από τη Σκιάθο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η ανάμνηση που σεργιανά στα πλακόστρωτα σοκάκια του πετροπελεκημένου χωριού. Είναι και οι μέρες και οι νύχτες του ραδιοφώνου, έναστρες και ρομαντικές, καθώς εδώ υπάρχει το μοναδικό Μουσείο Ραδιοφώνου. Οι μουσικές σμίγουν με την ευωδιά του ζεστού ελιόψωμου που βγαίνει από τον φούρνο που επιμένει να καίει ξύλα. Το κτίριο σχεδίασε ο Εβαρίστο ντε Κίρικο, ο πατέρας του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, για να γίνει σταθμός για το τρενάκι του Πηλίου, που όμως δεν έφτασε ποτέ εδώ. Και τότε είδαμε πίσω από τα τζάμια του μικρού εστιατορίου της Μάγδας τη μητέρα της, την κυρία Μαλαμή, να ξεδιαλέγει τσιτσίραβλα. Εκείνη μας είπε ότι στις παρυφές του δρόμου της επιστροφής μας υπάρχουν τσιτσιραβλιές και μας έδειξε πώς είναι τα μεταξένια φυλλαράκια τους.
    Η χαρά της συλλογής της τροφής μάς πλημμυρίζει με τον ενθουσιασμό των μικρών παιδιών, μας προτρέπει να βλέπουμε τον κόσμο με την έκπληξη του πρωτοφανέρωτου και κάνει τη γεύση του απείρως πιο νόστιμη. Ετσι, την επομένη, ο δρόμος της επιστροφής ήταν ένα σαφάρι για τσιτσίραβλα. Πόσο αμήχανοι είναι οι άμαθοι! Είχαμε μαζί μας μερικές κόκκινες φουντίτσες της κυρίας Μαλαμή και τις συγκρίναμε με τα φύλλα των δέντρων που συναντούσαμε. Τελικά βρήκαμε πολλές τσιτσιραβλιές, τρυγημένες όμως, καθώς βρίσκονταν πάνω στον δρόμο από Λαύκο για Μετόχι και Αργαλαστή. Μαζέψαμε όμως τόσα όσα μας ήταν απαραίτητα για να έχουμε την ικανοποίηση της δικής μας ανακάλυψης που τροφοδοτεί αυτό το υπέροχο συναίσθημα του ανθρώπου-τροφοσυλλέκτη που τόσο λείπει από τον πολιτισμό της καθημερινής μας ζωής στην πόλη. Και όταν αργότερα τα ποτηράκια του τσίπουρου γίνονται χαρωπά καμπανάκια του κεφιού, ο μεζές μας είναι κάτι παραπάνω από απλά χόρτα τουρσί – έχει τη γεύση της βόλτας για τη συλλογή του, της συνεργασίας για την προετοιμασία του και του μοιράσματος μεταξύ της παρέας που σμίγει γύρω από τα τραπέζι για να επικοινωνήσει και να γευτεί τη χαρά της ζωής.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk