• Αναζήτηση
  • Λίθινα τοπία

    Και σήμερα η πέτρα είναι το βασικό συστατικό του τοπίου στις πλαγιές της Πίνδου, στα Ζαγοροχώρια. Ανθη της πέτρας τα έργα των ανθρώπων - τα σπίτια, οι σκεπές τους, τα γεφύρια, τα καλντερίμια. Αλλά και της φύσης, από τα γλυπτά του ευφάνταστου σχιστόλιθου γύρω από το Μονοδένδρι μέχρι τους μεγαλόπρεπους Πύργους της Αστράκας.

    Και σήμερα η πέτρα είναι το βασικό συστατικό του τοπίου στις πλαγιές της Πίνδου, στα Ζαγοροχώρια. Ανθη της πέτρας τα έργα των ανθρώπων – τα σπίτια, οι σκεπές τους, τα γεφύρια, τα καλντερίμια. Αλλά και της φύσης, από τα γλυπτά του ευφάνταστου σχιστόλιθου γύρω από το Μονοδένδρι μέχρι τους μεγαλόπρεπους Πύργους της Αστράκας.

    Οπως στην απώτερη προϊστορία, τότε που η σχέση των ανθρωπιδών με την πέτρα όριζε και την πορεία τους έως τον επιδέξιο, έλλογο, άνθρωπο. Παλαιολιθική, Μεσολιθική, Νεολιθική εποχή. Χιλιάδες χρόνια για ένα μικρό βήμα του ανθρώπου στα δυο του πόδια, ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα.

    Το ταξίδι ξεκίνησε πριν από σχεδόν 2,6 εκατομμύρια χρόνια στην Αφρική. Ο Homo erectus άρχισε να περπατά προς την Ευρώπη. Κάπου 700.000 χρόνια πριν πρέπει να έφτασε στον ελλαδικό χώρο, αφού προηγουμένως έκανε μια στάση στο Γιαριμπουργκάζ κοντά στην Κωνσταντινούπολη, την πρώτη μετά το πέρασμα από την Εγγύς Ανατολή στην Ευρώπη. Τότε, τουλάχιστον, χρονολογεί το κρανίο από το σπήλαιο των Πετραλώνων της Χαλκιδικής ο ανασκαφέας του Αρης Πουλιανός. Αυτή είναι η αρχαιότερη μαρτυρία της παρουσίας του ανθρώπου στον ελλαδικό χώρο, που με απόλυτες μεθόδους χρονολογείται 200.000 χρόνια πριν. Σύμφωνα, όμως, με τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του, οι παλαιοανθρωπολόγοι τοποθετούν την ηλικία του στα 350.000 χρόνια, μεταξύ Homo erectus και Homo sapiens.
    Το κρυστάλλινο νερό του Βοϊδομάτη – ενός από τους πιο καθαρούς ποταμούς της Γηραιάς Ηπείρου – περνά με χίλια χρωματικά παιχνιδίσματα επάνω από τις κροκάλες που μουρμουρίζουν ευτυχισμένες το τραγούδι της απαρχής. Αυτές οι ποτάμιες κροκάλες, πελεκημένες επιδέξια, ήσαν τα πιο παλιά τέχνεργα του ανθρώπου. Ειδικά αυτές του Βοϊδομάτη, αν και λιγότερο καλής ποιότητας, τις χρησιμοποιούσαν πολύ οι νομάδες που είχαν κάνει εποχικό σπίτι τους τη βραχοσκεπή της Μποΐλας στην είσοδο της κοιλάδας. Είχαν διανύσει γοργά χιλιετίες εξέλιξης του πολιτισμού των ανθρώπων – βρισκόμαστε στην τελευταία φάση της Παλαιολιθικής εποχής, 14.000 έως 10.000 χρόνια πριν από σήμερα – και πλέον μπορούσαν να χτυπήσουν με τέχνη τις κροκάλες και να φτιάξουν μικρολεπίδες για να οπλίσουν βέλη και δόρατα. Φαίνεται πως είχαν επινοήσει τη χρήση εκτοξευτήρα ή και τόξου για να κάνουν αποτελεσματικό το κυνήγι τους.

    Το κυνήγι όριζε
    τη ζωή τους. Ακολουθούσαν τις μετακινήσεις των μεγάλων κοπαδιών του κόκκινου ελαφιού από τις απότομες πλαγιές της Πίνδου και τα μικρά οροπέδια πάνω από τον Βοϊδομάτη, κάτω στα πεδινά της Ηπείρου, στις λεκάνες της Κόνιτσας και των Δολιανών. Τα κυνηγούσαν την άνοιξη και το καλοκαίρι. Είχαν φολίδες με οξείες, ανεπεξέργαστες ακμές για να κόβουν το κρέας και ξέστρα για να αφαιρούν το λίπος από το δέρμα, το οποίο, φυσικά, χρησιμοποιούσαν για την ένδυσή τους. Το κρέας ήταν η βασική τροφή τους και είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στον μυελό των οστών. Ετρωγαν και ψάρια που έπιαναν στο ποτάμι.
    Το εκπληκτικό, όμως, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι ταξίδευαν οι ίδιοι ή δέχονταν επισκέψεις από άλλους που ζούσαν μακριά. Στην Μποΐλα βρέθηκαν θαλάσσια όστρεα και κροκάλες καλύτερης ποιότητας από αυτές που διέθετε ο Βοϊδομάτης και θρυμματίζονταν εύκολα. Αραγε οι μετακινήσεις τους τούς οδηγούσαν μέχρι τα παράλια του Ιονίου ή στην κοιλάδα τους κατέφθαναν άνθρωποι οι οποίοι εμπορεύονταν καλής ποιότητας κροκάλες που διέθετε η δική τους «χώρα»;
    Πάντως, στην επόμενη εποχή, τη Μεσολιθική (από το 10000 π.Χ.), είχαν αρχίσει τα ταξίδια στο Αιγαίο. Οψιδιανό της Μήλου, φερμένο από τα ορυχεία στο Δεμενεγάκι και στα Νύχια, χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι που έμεναν τότε – ίσως ολοχρονίς – στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας. Εδώ ο ορίζοντας των ανθρώπων δεν είναι περίκλειστος από ψηλά βουνά, αλλά ανοίγεται στο πέλαγος και γίνεται αέναη πρόκληση για ταξίδι. Στον νου τους μπαίνει και το μεγάλο ταξίδι προς άλλους κόσμους και είναι αυτό το πρώτο βήμα της ανθρώπινης ιδεολογίας, το πιο αρχέγονο πολιτισμικό συμβάν.
    Οι άνθρωποι που είχαν για σπίτι τους το σπήλαιο Φράγχθι είχαν υποψιαστεί ότι κάτι μένει αιώνιο από την παρουσία μας επάνω στη γη και γι’ αυτό νοιάζονταν τους νεκρούς τους. Τους έκαιγαν τελετουργικά ή τους έθαβαν στο δάπεδο του σπιτιού τους, για να εξακολουθήσει, ίσως, να μένει το πνεύμα τους μαζί τους. Μάλιστα, έβαφαν το σώμα και τα ρούχα του νεκρού και τον κοσμούσαν με όστρεα από άλλα περιβάλλοντα, διαφορετικά από εκείνο του σπηλαίου.
    Οι Αργείοι εκείνης της εποχής ήσαν πολιτισμένοι και πιθανόν κοσμοπολίτες. Ή τουλάχιστον βρίσκονταν σε συνεχή επαφή με κοσμοπολίτες. Αν δεν πήγαιναν οι ίδιοι στη Μήλο, κάπου 150 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι τους, για να προμηθευτούν τον οψιδιανό – ό,τι πιο τέλειο στην τεχνολογία των κοφτερών εργαλείων εκείνη την εποχή – κάποιοι άλλοι θα τους τον έφερναν.
    Αλλά και οι κάτοικοι του σπηλαίου Φράγχθι, σίγουρα, θα έπρεπε να έχουν κάτι άλλο πολύ χρήσιμο για να το ανταλλάξουν με τον οψιδιανό. Πιθανόν αυτό να ήταν σπόροι, καθώς διέθεταν μεγαλύτερα πεδία από όσα είχαν οι νησιώτες για να συλλέξουν βρόμη, κριθάρι ή φακή – που τότε ακόμη φύονταν «αδέσποτα» – και περισσότερες άγριες αμυγδαλιές για να συλλέξουν τον καρπό τους. Σίγουρα όμως και οι ίδιοι θα ανοίγονταν στη θάλασσα για να ψαρέψουν τόνους. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες των περασμένων εποχών είχαν εξελιχθεί τώρα σε δεινούς αλιείς-τροφοσυλλέκτες που ψάρευαν και στην ανοιχτή θάλασσα πολύ μεγάλα ψάρια, όπως οι τόνοι, οι οποίοι κατέλαβαν με τον όγκο τους το μεγαλύτερο μέρος του διαιτολογίου του ανθρώπου της Μεσολιθικής εποχής.
    Πλέουμε κι εμείς τώρα στην ανοιχτή θάλασσα του πάρκου των Βορείων Σποράδων γύρω από την Κυρά Παναγιά, – τα Γιούρα και την Αλόννησο – παρέα με δελφίνια που κυκλώνουν το σκάφος μας και επιδεικνύουν τις εκπληκτικές ικανότητές τους στα άλματα έξω από το στοιχείο τους. Και οι άνθρωποι της Νεολιθικής εποχής που έμεναν στο σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα, ζούσαν, βέβαια, στη στεριά, αλλά πρέπει να αισθάνονταν μέσα στο στοιχείο τους στη θάλασσα. Αυτά τα 45 αγκίστρια διαφόρων μεγεθών που βρέθηκαν από τους ανασκαφείς ανάμεσα σε πλήθος οστών ζώων και ψαριών και θαλάσσιων όστρεων, δεν έχουν όμοιά τους στον ελλαδικό χώρο. Οσο για τα θραύσματα των κεραμικών με την κόκκινη διακόσμηση που βρέθηκαν στο σκοτεινό βάθος της σπηλιάς δίπλα στη φυσική δεξαμενή όπου συγκεντρώνεται νερό; Ναι, ήδη στον πολιτισμό των ανθρώπων της Μέσης Νεολιθικής εποχής έχει εισβάλει η τέχνη μαζί με την κεραμική.
    Οι μελετητές αυτών των θαυμάτων με τα κόκκινα κοσμήματα λένε ότι τα ζωγράφισαν γυναικεία χέρια που εμπνεύστηκαν από τα πλεγμένα νήματα των υφαντών και τα απόθεσαν ή τα έσπασαν, πιθανόν, τελετουργικά στο πιο «μυστηριώδες» σημείο στο σκοτεινό βάθος του σπηλαίου. Αυτός ο ιδιαίτερος ρυθμός της διακόσμησης των κεραμικών μοιάζει να κινείται σκαλοπάτι-σκαλοπάτι – Μικρά Ασία, Γιούρα, Αγιος Πέτρος, Κυρά Παναγιά – προς την ηπειρωτική ακτή. Γιατί η δύναμη στο Αιγαίο ήταν πάντα η κίνηση και η μετακίνηση των ανθρώπων και των αιώνων. Γιατί η θάλασσα δεν είναι αδιαπέραστο τείχος περίκλειστων μικρόκοσμων, αλλά λεωφόρος που κάνει τα όριά τους απέραντα.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino