• Αναζήτηση
  • Τα πρόσωπα του 2017

    Ντόναλντ Τραμπ

    Ντόναλντ Τραμπ
    Το «δυστύχημα» που έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ


    Από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, τον Ιανουάριο του 2017, δεν έχει περάσει σχεδόν ούτε μία μέρα χωρίς να απασχολήσει τα διεθνή μέσα ενημέρωσης με την υπερπαραγωγή χοντροκομμένων tweets (καθόλου ταιριαστών σε πρόεδρο υπερδύναμης), τις παρορμητικές δηλώσεις του (όπως όταν υπερασπίστηκε τους ρατσιστές υπέρμαχους της λευκής υπεροχής), τις σχέσεις του ίδιου και συνεργατών του με τη Ρωσία στην προεκλογική περίοδο, την περιφρόνησή του για το περιβάλλον και τις διεθνείς συνθήκες και τα παρορμητικά μέτρα που υιοθετεί χωρίς να απασχολείται για τις επιπτώσεις – τα οποία, μάλιστα, γίνονται όλο και χειρότερα: τον Ιανουάριο απαγόρευσε την είσοδο στις ΗΠΑ στους πολίτες επτά μουσουλμανικών χωρών προκαλώντας χάος και τον Δεκέμβριο αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ βάζοντας φωτιά σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
    Παρά το αλλοπρόσαλλο στυλ του, που φθάνει συχνά στα όρια του γελοίου, και το ρεκόρ χαμηλών ποσοστών αποδοχής, η επιρροή του είναι μεγάλη. Εκτοξεύοντας ψεύδη ή «εναλλακτικές αλήθειες» δεξιά και αριστερά, έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα που θολώνει τα γεγονότα. Σε ορισμένα περιβάλλοντα, οι δύο πραγματικότητες ανταγωνίζονται στα ίσα η μία την άλλη και συχνά η «εναλλακτική» βαρύνει περισσότερο από την πραγματική.
    Ενα από τα εφευρήματα του Τραμπ το 2017 ξεχωρίζει: η έκφραση «fake news», την οποία χρησιμοποιεί κατά κόρον για να απαξιώσει τα πιο σοβαρά μέσα ενημέρωσης που τον επικρίνουν. Αν και η έκφραση «fake news» δεν είναι καινούργια (υπάρχει τουλάχιστον 120 χρόνια), ο Τραμπ την έκανε μέρος της παγκόσμιας καθημερινότητας. Η χρήση του όρου είναι πλέον τόσο διαδεδομένη, που το λεξικό Collins την ανακήρυξε «λέξη της χρονιάς» για το 2017, διαπιστώνοντας στις αρχές Νοεμβρίου ότι η χρήση της αυξήθηκε φέτος κατά 365% σε σχέση με το 2016 χάρη στον Τραμπ. Ο όρος «fake news» σήμερα έχει γίνει ο αγαπημένος πολλών δικτατόρων και εθνολαϊκιστών στον κόσμο, από τον Ασαντ ως τον Μαδούρο.
    Ο Τραμπ είχε μία ακόμη καθοριστική, αν και αναπάντεχη, επιρροή: η εκλογή του στον Λευκό Οίκο πείσμωσε τις Αμερικανίδες που φρίττουν με τους σεξιστικούς τρόπους του. Στον Τραμπ πιστώνεται ότι ο αριθμός των γυναικών που αποφάσισαν φέτος να ασχοληθούν με την πολιτική έφθασε σε ύψη – ρεκόρ, όπως και ο αριθμός των γυναικών ψηφοφόρων που προσέρχονται στις κάλπες για να υποστηρίξουν τους αντιπάλους των «τραμπικών» υποψηφίων. Αμερικανίδες αρθρογράφοι μιλούν για τον «κατά λάθος φεμινιστή Τραμπ» και το «δώρο του Τραμπ στις γυναίκες» το 2017.

    Ανγκελα Μέρκελ
    Η «πλανητάρχης του ελεύθερου κόσμου»

    Από πολλές απόψεις, το 2017 ήταν η χρονιά της. Στα βήματα του Οτο φον Μπίσμαρκ και του Χέλμουτ Κολ, η Ανγκελα Μέρκελ κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και τη θέση της στο πάνθεον των μακροβιότερων ηγετών της Γερμανίας. Υστερα από 12 χρόνια στην εξουσία, η «πλανητάρχης του ελεύθερου κόσμου» (τίτλο που της έδωσε πέρυσι ο Ομπάμα μετά την εκλογή του Τραμπ) οδήγησε τους Χριστιανοδημοκράτες σε μια εκλογική νίκη, την οποία όμως «η αιώνια καγκελάριος» πασχίζει ακόμη να τη μεταφράσει σε κυβερνητική πλειοψηφία.

    Υστερα από εβδομάδες διαπραγματεύσεων με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και τους Πράσινους, η επιχείρηση για συνασπισμό «Τζαμάικα» κατέρρευσε, καθώς η Μέρκελ δεν μπόρεσε να γεφυρώσει τις μεγάλες διαφορές των κομμάτων. Τώρα επιχειρεί να αναβιώσει νέο «μεγάλο συνασπισμό» με τους Σοσιαλδημοκράτες του Μάρτιν Σουλτς, για να εγγυηθεί «άλλα τέσσερα χρόνια σταθερότητας και ευημερίας στη Γερμανία», όπως λέει.
    De facto ηγέτις της ΕΕ, η Μέρκελ κράτησε δυνατή τη γερμανική οικονομία και βγήκε μπροστά στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης το 2015. Σήμερα το ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει η γερμανική ευημερία, καθώς υπάρχουν μεν θέσεις εργασίας, αλλά πολλές από αυτές είναι κακοπληρωμένες και επισφαλείς, ενώ παράλληλα η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» μπήκε για πρώτη φορά στην ομοσπονδιακή Βουλή, τερματίζοντας τρίτη, με σχεδόν 13% των ψήφων.
    Η Μέρκελ κατάφερε – ως έναν βαθμό – να αναστρέψει μέσω της προσφυγικής κρίσης το αρνητικό κλίμα για την ίδια στην Ευρώπη. «Ζήτω η Μέρκελ!» φώναζαν τον πρώτο καιρό οι σύροι πρόσφυγες πηγαίνοντας από την Ελλάδα στη Γερμανία, η οποία τούς άνοιξε τις πόρτες της με απόφαση της καγκελαρίου. Λόγω της στάσης της αυτής, η δημοτικότητά της ενισχύθηκε μεν ανάμεσα σε όσους Ευρωπαίους δεν αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες ως απειλή, αλλά μειώθηκε στην ίδια της τη χώρα, σε συντηρητικούς ψηφοφόρους και βουλευτές, ακόμα και στο κόμμα της. Αλλά η μακροβιότερη επικεφαλής κυβέρνησης στην Ευρώπη δεν φαίνεται να απειλείται σοβαρά από κανέναν άλλον γερμανό πολιτικό, παρά το γεγονός ότι ετοιμάζεται να διανύσει την τέταρτη θητεία της στην Καγκελαρία. Η περίφημη απορία για την ΕΕ, που αποδίδεται στον Χένρι Κίσινγκερ, «αν θέλω να μιλήσω με Ευρώπη, σε ποιον θα τηλεφωνήσω;», έχει απαντηθεί προ πολλού: στην Ανγκελα Μέρκελ.
    Η ανατολικογερμανίδα πολιτικός είναι πλέον η αδιαμφισβήτητη αρχηγός της ΕΕ. Πρόσωπο που έχει προκαλέσει έντονες αντιπάθειες, κυρίως στη Νότια Ευρώπη, όπου θεωρείται υπεύθυνη για τη σκληρή λιτότητα, στους γερμανούς ψηφοφόρους της και στους πρόσφυγες ξυπνάει τρυφερά συναισθήματα, γι’ αυτό τη φωνάζουν χαϊδευτικά «mutti» (δηλαδή, «μαμά»). «Εζησα την κατάρρευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Δεν θέλω να δω και την ΕΕ να καταρρέει» λέει η 63χρονη Μέρκελ για τα κίνητρά της. Ρεαλίστρια και αυστηρή, αλλά όχι ακριβώς χαρισματική, έχει ανατρέψει πια την αρχική εικόνα της βαρετής και κακοντυμένης επαρχιώτισσας από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Αλλά στα μάτια πολλών την έχει αντικαταστήσει με εκείνη της αδυσώπητης ιέρειας της λιτότητας. Η «αιώνια καγκελάριος» ήταν άλλωστε αυτή η οποία έθεσε το ζήτημα της κρίσης του ευρώ με υπαρξιακούς όρους: «Αν αποτύχει το ευρώ, αποτυγχάνει η Ευρώπη» λέει. Σημαίνει όμως αυτό ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει άλλη υπόσταση πέρα από την οικονομική; Πολλοί πιστεύουν ότι στην τέταρτη και τελευταία θητεία της, μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες, η Μέρκελ θα βάλει νερό στο κρασί της σκληρής λιτότητας, ακόμη και μόνο για λόγους πολιτικής παρακαταθήκης.

    Εμανουέλ Μακρόν
    Ο γάλλος πρόεδρος που ζητεί περισσότερη Ευρώπη

    Καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις βρίσκονται καιρό τώρα αντιμέτωπες με σοβαρές προκλήσεις, όπως το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον καταλανικό εθνικισμό στην Ισπανία και τη βαθιά οικονομική κρίση στην Ιταλία, η Γαλλία επιστρέφει στο κέντρο της ευρωπαϊκής σκηνής. Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι αναμφίβολα ένα από τα πρόσωπα που σηματοδότησαν τη χρονιά που πέρασε και οι εκλογές που οδήγησαν στην επικράτησή του χαρακτηρίστηκαν ως η σημαντικότερη αναμέτρηση των τελευταίων ετών σε όλη την Ευρώπη. Πολύ δε περισσότερο την ώρα που η νούμερο ένα ηγέτιδα της Γηραιάς Ηπείρου Ανγκελα Μέρκελ ξεκινά την τέταρτη και ίσως τελευταία της θητεία στην Καγκελαρία.
    Αναλυτές τον χαρακτήρισαν ως «τυφώνα», «τσουνάμι» και «θαύμα» – και όχι τυχαία. Ενας 39χρονος πρώην τραπεζίτης, που δεν είχε ποτέ λάβει κανένα αιρετό αξίωμα, που βγήκε από την αφάνεια αναλαμβάνοντας το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση του προκατόχου του Φρανσουά Ολάντ, χωρίς να έχει καν κόμμα αλλά ένα κίνημα που είχε δημιουργήσει έναν χρόνο νωρίτερα, κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρόνο το αδιανόητο. Οχι μόνο να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, αλλά να αφανίσει από τον χάρτη τα αλλοτινά κραταιά κόμματα της Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς που κυβέρνησαν και κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή της Γαλλίας τις τελευταίες δεκαετίες.

    Το αουτσάιντερ της προεδρικής κούρσας, πλην όμως φιλόδοξος Μακρόν έφθασε στον δεύτερο γύρο, καταποντίζοντας τους αντιπάλους του, για να επικρατήσει τελικά έναντι της ακροδεξιάς υποψήφιας Μαρίν Λεπέν και σε ό,τι θα σήμαινε για την Ευρώπη ενδεχόμενη νίκη της: εθνική περιχαράκωση, ξενοφοβία, άνοδος του λαϊκισμού και του ρατσισμού. Και ήδη, από την ώρα μηδέν, από το ίδιο βράδυ του δεύτερου γύρου, οπότε και έλαβε τη λαϊκή εντολή, έθεσε στο επίκεντρο της πολιτικής του ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πρέσβευε η αντίπαλός του: την Ευρώπη. Περισσότερη Ευρώπη και καλύτερη Ευρώπη.
    Από την Πνύκα και τη Σορβόννη ως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και κάθε δημόσια τοποθέτησή του, ο Μακρόν μιλά για μια κοινή στάση των ευρωπαίων ηγετών, για τον εκδημοκρατισμό και τη θεσμική θωράκιση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οραματίζεται μια κοινή ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, την ενίσχυση της ευρωζώνης, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και παρουσιάζει τον εαυτό του ως καίριο διαμορφωτή της ευρωπαϊκής σκηνής και τη Γαλλία ως ηγέτιδα ευρωπαϊκή δύναμη έπειτα από τη φθίνουσα πορεία – απόρροια της γερμανικής οικονομικής υπεροχής – των τελευταίων ετών.
    Ταυτόχρονα, μια σειρά κινήσεών του δείχνει την πρόθεσή του να επαναφέρει τη Γαλλία στο προσκήνιο των παγκόσμιων εξελίξεων, ένα παραπάνω στη μετά-Ομπάμα εποχή, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες προτάσσουν την εσωτερική αναδίπλωση χωρίς να έχουν σαφή χάραξη εξωτερικής πολιτικής. Για παράδειγμα, διοργάνωσε Σύνοδο για το Κλίμα, η οποία επικυρώνει τη Συμφωνία του Παρισιού, στον απόηχο της απόσυρσης των Ηνωμένων Πολιτειών από αυτή, καταδίκασε με την εκρηκτική απόφαση Τραμπ να ανακηρύξει μονομερώς την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, καλώντας ταυτόχρονα τον πρωθυπουργό Νετανιάχου στο Παρίσι για συνομιλίες.
    Και ενώ η διεθνής κοινότητα τείνει ευήκοα ώτα σε αυτές τις πρωτοβουλίες του γάλλου προέδρου, στο εσωτερικό, παρ’ όλα αυτά, το κύμα διαμαρτυρίας εναντίον των άκρως φιλελεύθερων, όπως έχουν χαρακτηριστεί, μεταρρυθμίσεών του διογκώνεται, με τους επικριτές του να τον κατηγορούν για ελιτισμό και να ισχυρίζονται πως βρίσκεται μακριά από τα πραγματικά προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας.

    Τερέζα Μέι
    Η ταπεινωμένη πρωθυπουργός του αμήχανου Brexit

    Και μόνο ότι παραμένει ακόμη στην εξουσία είναι κατόρθωμα, καθώς η Συντηρητική πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι βάλλεται από παντού και κυρίως από το ίδιο της το κόμμα. «Ελάχιστοι ηγέτες ωθήθηκαν στην εξουσία με τόσο μεγάλο βάρος στους ώμους τους όπως η Μέι» έγραψε το «Forbes», που την κατέταξε δεύτερη ισχυρότερη γυναίκα στον κόσμο το 2017 (μετά την Ανγκελα Μέρκελ).

    Αν και πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, τον Ιούνιο του 2016, η Μέι ήταν απρόθυμα κατά της αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ, επικαλούμενη κυρίως οικονομικά επιχειρήματα, αλλά χωρίς να κάνει και πολλά για να υποστηρίξει την πλευρά Remain, τον Μάρτιο του 2017 έσπευσε να ενεργοποιήσει το Αρθρο 50 της ΕΕ με μια αποφασιστικότητα και μια σπουδή που έκανε πολλούς να αναρωτηθούν. Προσπάθησε να παρακάμψει τους βουλευτές και να ενεργοποιήσει μόνη της το Αρθρο 50 και μόνο όταν την υποχρέωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, συμφώνησε να πραγματοποιηθεί η ψηφοφορία στη Βουλή.
    Τον επόμενο μήνα η Μέι προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τον Ιούνιο, με στόχο να ισχυροποιήσει τη θέση της εντός Βρετανίας και κατ’ επέκταση στις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες, αλλά δεν της βγήκε. Οι Συντηρητικοί μείωσαν τις έδρες τους στη Βουλή σε 317 από 330 και η Μέι αναγκάστηκε να συμφωνήσει με το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP) της Βόρειας Ιρλανδίας, προκειμένου αυτό να υποστηρίξει την κυβέρνηση μειοψηφίας που τελικά σχημάτισε – δηλαδή, με άλλα λόγια, οι εκλογές περιέπλεξαν το έργο της αντί να το διευκολύνουν, όπως λογάριαζε η Μέι. Την αποτυχία τη χρεώθηκαν η Μέι και το αλαζονικό προεκλογικό στυλ της που αποξένωσε ψηφοφόρους.
    Ως αποτέλεσμα, ξέσπασε πολλή φιλολογία για τις πιθανότητες της πρωθυπουργού να επιβιώσει. Υπουργοί, με πρώτο των Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, την υπονομεύουν και αυτονομούνται ενίοτε κάνοντας του κεφαλιού τους. Ηδη πριν η κυβέρνηση μειοψηφίας κλείσει έξι μήνες ζωής, έχουν παραιτηθεί τρεις υπουργοί.
    Τον Δεκέμβριο διαφάνηκε ότι η Μέι κέρδιζε έδαφος, αφού κατάφερε, σχεδόν στο και πέντε, να περισώσει τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες για το Brexit, παρά το χτύπημα της τελευταίας στιγμής που της κατάφερε το DUP με αφορμή τα μελλοντικά σύνορα Ιρλανδίας – Βόρειας Ιρλανδίας. Λίγες ημέρες αργότερα όμως και προτού οι διαπραγματεύσεις περάσουν στη δεύτερη φάση – για τη μελλοντική εμπορική σχέση Βρετανίας – ΕΕ –, η βρετανική Βουλή τής κατάφερε ένα ακόμη χτύπημα, με τη βοήθεια «επαναστατών» Συντηρητικών βουλευτών που συντάχθηκαν με την αντιπολίτευση: ψήφισε η τελική συμφωνία με την ΕΕ να τεθεί σε ψηφοφορία στη Βουλή προτού τεθεί σε ισχύ. Δηλαδή, αντί η Μέι να έχει περιθώρια ελιγμών στις διαπραγματεύσεις όπως λογάριαζε, τώρα είναι αναγκασμένη να λαμβάνει υπ’ όψιν της και τους βουλευτές, καθώς αυτοί θα έχουν αποφασιστικό λόγο στην τελική συμφωνία.
    Το τέλος του 2017 βρίσκει τη Μέι «ταπεινωμένη», όπως λέει η αντιπολίτευση, ενώ ο Τύπος, ακόμη και ο συμπολιτευόμενος, τη χαρακτηρίζει την «πιο αδύναμη πρωθυπουργό στην πρόσφατη ιστορία της Βρετανίας».
    «Τη Μέι είναι εύκολο να τη σεβαστείς αλλά δύσκολο να τη συμπαθήσεις», λένε νυν συνεργάτες της. Είναι επίσης δύσκολο να την πλησιάσεις και να τη γνωρίσεις πραγματικά, προσθέτουν συνεργάτες της στο υπουργείο Εσωτερικών, στο οποίο η Μέι παρέμεινε ως υπουργός έξι χρόνια (2010 – 2016). Δεν ανοίγεται, δεν κάνει ψιλοκουβέντα και τις ελάχιστες φορές που «τολμάει» κάποιος να τη φωνάξει με το μικρό της όνομα εκνευρίζεται αν δεν το προφέρει σωστά: «Τερίζα».

    Σι Τζίπινγκ
    Ο άνθρωπος που έγινε ο νέος «μεγάλος τιμονιέρης» της Κίνας

    Ηταν μια σπάνια τιμή που σφράγισε την πολιτική ηγεμονία του. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ ανέβηκε εφέτος στο ίδιο πανύψηλο βάθρο με τον Μάο Τσετούνγκ, με την ενσωμάτωση της πολιτικής σκέψης που φέρει το όνομά του στο Σύνταγμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Η συμβολική κίνηση, που τον καθιστά τον ισχυρότερο ηγέτη από την εποχή του «Μεγάλου Τιμονιέρη», έγινε τον Οκτώβριο στο 19ο Συνέδριο του Κόμματος, στο οποίο ο 64χρονος Σι δεσμεύθηκε να οδηγήσει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη σε μια «νέα εποχή» διεθνούς ισχύος και επιρροής.

    Κάποιοι βλέπουν την ιστορική απόφαση να ενταχθεί η «Σκέψη του Σι για τον Σοσιαλισμό με Κινεζικά Χαρακτηριστικά για μια Νέα Εποχή» στο Σύνταγμα ως σαφή ένδειξη ότι ο πρόεδρος θα επιδιώξει να παραμείνει στην εξουσία πέρα από το τέλος της δεύτερης – και θεωρητικά τελευταίας – πενταετούς θητείας του, το 2022. Υποψία που ενισχύθηκε από το γεγονός ότι κανένας πιθανός διάδοχος δεν εξελέγη στο νέο Πολίτμπιρο – τα πέντε νέα μέλη είναι όλοι άνδρες ηλικίας 60-67 ετών, πολύ μεγάλοι για να αναλάβουν τα ηνία ύστερα από πέντε χρόνια.
    Από τότε που ιδρύθηκε το ΚΚΚ, το 1921, μόνο ένας ηγέτης, ο ίδιος ο Μάο, τιμήθηκε με τέτοιον τρόπο ενώ ήταν ακόμη ζωντανός, στην περίπτωσή του με μια πολιτική φιλοσοφία που ονομάζεται «Σκέψη του Μάο Τσετούνγκ».
    Τιμή και δόξα που δεν μπορούσε βέβαια να τη φανταστεί στα 15 του, όταν ο Σι αναγκάστηκε να ταξιδέψει στην ενδοχώρα μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους νεαρούς μορφωμένους Κινέζους, για σκληρή «επανεκπαίδευση» από τους φτωχούς αγρότες, κατά τις οδηγίες της Πολιτιστικής Επανάστασης του Μάο. Τότε τον έλεγαν «κόκκινο πρίγκιπα», γιατί ο πατέρας του Σι ήταν συναγωνιστής του προέδρου Μάο. Ανήκε στην πρώτη γενιά στελεχών που, όπως και πολλοί άλλοι σύντροφοι του Μεγάλου Τιμονιέρη, έπεσε σε δυσμένεια, εξορίστηκε και φυλακίστηκε για μεγάλα διαστήματα. Επανήλθε και αποκαταστάθηκε μετά το 1975. Με την επιστροφή του στο Πεκίνο, ο νεαρός Σι ρίχτηκε στην αναζήτηση της πολιτικής δύναμης που θεωρούσε ότι του ανήκε, και ανέβηκε σιγά σιγά τα σκαλιά της κομματικής ιεραρχίας.
    Τώρα, καθώς πλησιάζει η πολυαναμενόμενη επέτειος των 100 ετών από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος το 2021, ο Σι φαίνεται αποφασισμένος να επιτύχει τον στόχο να γίνει η Κίνα μια «κοινωνία ευημερίας». Στην πράξη αυτό σημαίνει διπλασιασμό του κατά κεφαλήν εισοδήματος και του εθνικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος από τα επίπεδα του 2010. Ολα δείχνουν ότι ο παντοδύναμος πρόεδρος θα συνεχίσει να προωθεί τον ασφυκτικό κρατικό έλεγχο και τη σταθερότητα, ακόμα και αν χρειαστεί να θυσιάσει κάποια οικονομική ανάπτυξη.
    Υπό τον Σι, οι προσπάθειες της Κίνας για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και η ύψωση της φωνής της σε θέματα παγκόσμιας διακυβέρνησης έχουν γίνει αποδεκτές στο εσωτερικό. Αυτός ο δυναμισμός υποστηρίζει μιαν άποψη ότι η Κίνα αποκαθιστά την παλιά δόξα της στην παγκόσμια σκηνή. Ιδιαίτερα εν μέσω μείωσης του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και ενδημικών προβλημάτων, όπως η διεύρυνση της ανισότητας του πλούτου και η διαφθορά, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και η περιορισμένη απασχόληση των νέων πτυχιούχων, η λαϊκή πίστη στην άνοδο της Κίνας προσφέρει μια ενοποιητική πηγή υπερηφάνειας για τους κινέζους πολίτες και θεωρείται το μεγαλύτερο επίτευγμα του Σι.

    Κάρλες Πουιτζντεμόν
    Ο ανεύθυνος εθνικιστής που έβαλε φωτιά στην Καταλωνία

    Τα ζητήματα της αυτοδιάθεσης και του καταλανικού εθνικισμού, αν και τα τελευταία χρόνια επανέρχονταν ξανά και ξανά στο προσκήνιο της Ισπανίας, δεν είχαν απασχολήσει ευρέως τη διεθνή κοινότητα. Μέχρι που εμφανίστηκε ο φλογερός υπέρμαχος της αυτονόμησης της Καταλωνίας Κάρλες Πουιτζντεμόν, οδηγώντας την περιοχή σε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της και την Ισπανία στη χειρότερη θεσμική κρίση μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1981.

    Σε μία από τις φλογερές του δηλώσεις ο καθαιρεθείς πρόεδρος της Καταλωνίας είχε πει ότι τα σίδερα της φυλακής δεν τον φοβίζουν και ότι τίποτε δεν μπορεί να τον αποτρέψει από το να εγκαταλείψει τις ιδέες του για την ανεξαρτησία.
    Εντέλει ο ίδιος απέφυγε τη φυλακή, αφού αμέσως μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας, έφυγε από την Ισπανία, αναζητώντας μαζί με άλλους τέσσερις υπουργούς του άσυλο στις Βρυξέλλες. Για αυτή του την πράξη πολλοί τον χαρακτήρισαν ως έναν ευθυνόφοβο πολιτικό που πήρε μια ολόκληρη περιοχή στον λαιμό του και ο οποίος τελικά δεν είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του, σαν ρίψασπις που μπροστά στον κίνδυνο αυτομόλησε.
    Η ασυνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων του Πουιτζντεμόν φάνηκε από την ώρα μηδέν. Μόλις τρεις ημέρες μετά το δημοψήφισμα, ανέκρουσε πρύμναν καθώς αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία απόσχισης ζητώντας διάλογο με την κεντρική κυβέρνηση, ενώ κάλεσε εμμέσως πλην σαφώς την Ευρωπαϊκή Ενωση να αναμειχθεί στις διαπραγματεύσεις. Οι Καταλανοί έμεναν άφωνοι και η Ευρώπη προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί.
    Ηταν εκείνες οι ημέρες που η ισπανική εφημερίδα «El Pais» συνέκρινε τον Πουιτζντεμόν με τον έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τη στροφή των 180 μοιρών που έκανε στο ελληνικό δημοψήφισμα, χρησιμοποιώντας τη λέξη «κωλοτούμπα» για να περιγράψει την εντυπωσιακή κυβίστηση του καταλανού προέδρου να παγώσει προσωρινά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας.
    Ακολούθησαν παλινωδίες, πισωγυρίσματα, απειλές από τη Μαδρίτη, εικασίες και σενάρια για το τι θα πράξει προτού τελικά κηρύξει την αυτονομία της περιοχής. Ο Πουιτζντεμόν ωστόσο επέλεξε να συνεχίσει την «αντίστασή» του από την ασφάλεια των Βρυξελλών δηλώνοντας ότι βρέθηκε στο Βέλγιο, όχι για να αποφύγει τα αντίποινα της Μαδρίτης, αλλά για να δώσει ευρωπαϊκές διαστάσεις στον αγώνα της Καταλωνίας!
    Σήμερα, αν και θεωρητικά ο Πουιτζντεμόν είναι ελεύθερος να επιστρέψει στην Ισπανία, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο απέσυρε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του, στην πράξη βρίσκεται δέσμιος της απόφασής του να λιποτακτήσει. Οι Ισπανοί δεν φάνηκε να του συγχωρούν αυτή του τη στάση και θεωρούν ότι ο συμπατριώτης τους δεν έχει καμία αξιοπιστία.
    Αναλυτές έχουν προδιαγράψει την ήττα του ενώ εκτιμούν ότι όσο περνάει ο καιρός, το σφάλμα του Πουιτζντεμόν μεγαλώνει. Τις εκλογές θα μπορούσε να τις έχει προκηρύξει εκείνος με την Τζενεραλιτάτ όρθια και μια κοινωνική στήριξη ακόμη πιο ευρεία.

    Μοχαμεντ μπιν Σαλμάν
    Ενας μεταρρυθμιστής αλλά και αμείλικτος πρίγκιπας

    Μεταρρυθμιστής στο εσωτερικό, «γεράκι» στην αιώνια σύγκρουση με το Ιράν και αμείλικτα φιλόδοξος, ο 32χρονος διάδοχος του θρόνου εμφανίζεται να θέλει να ανατρέψει την παράδοση, να αλλάξει τις βάσεις της οικονομίας και να εδραιώσει, με ανελέητες διώξεις, την εξουσία του στο υπερ-συντηρητικό βασίλειο της ερήμου. Μέσα σε λιγότερα από δύο χρόνια ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, γιος του βασιλιά Σαλμάν, έχει συγκεντρώσει στα χέρια του όλες τις εξουσίες στη Σαουδική Αραβία. Ασχολείται πλέον με κάθε τομέα της πολιτικής – από τον άγριο πόλεμο στην Υεμένη, που κοστίζει στη χώρα του δισεκατομμύρια δολάρια και προκαλεί διεθνή κατακραυγή για τους θανάτους αμάχων, έως τη χαλάρωση των κοινωνικών περιορισμών για τις γυναίκες και τους νέους.

    Η μετεωρική άνοδός του έσπασε δεκαετίες παραδόσεων στη βασιλική δυναστεία. Ο ΜΒS, όπως είναι γνωστός από τα αρχικά του, είναι νέος και βιάζεται. Σχεδόν το 70% των Σαουδαράβων είναι κάτω των 30 ετών και αρκετοί τον θαυμάζουν ως δυναμικό εκπρόσωπο της γενιάς τους, που αντιμετωπίζει με θάρρος τα προβλήματα της χώρας. Αλλοι τον θεωρούν παράφορα διψασμένο για εξουσία, έναν άπειρο νεαρό που ρισκάρει να δημιουργήσει αστάθεια, αλλάζοντας πολλά, πολύ γρήγορα. Γεννημένος στην Τζέντα, ο Μοχάμεντ δεν φοίτησε στο εξωτερικό και δεν μιλάει καλά αγγλικά. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο «Βασιλιάς Σαούντ» και πέρασε αρκετά χρόνια στον ιδιωτικό τομέα. Μπήκε στην πολιτική το 2009 ως σύμβουλος του πατέρα του – από το 2011 είναι σύμβουλος στο υπουργείο Αμυνας. Ο Σαλμάν έγινε βασιλιάς το 2015 και από τότε ο Μοχάμεντ κατάφερε να παραγκωνίσει όλους τους εσωτερικούς εχθρούς. Ο νεαρός πρίγκιπας επισκέφθηκε πολλές ξένες πρωτεύουσες, έδωσε συνεντεύξεις στα διεθνή ΜΜΕ και εμφανίστηκε ως το νέο πρόσωπο της Σαουδικής Αραβίας.
    Τον Οκτώβριο εδραίωσε περαιτέρω τη θέση του με σαρωτικές εκκαθαρίσεις στα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας. Με πρόσχημα μια εκτεταμένη εκστρατεία πάταξης της διαφθοράς, η μεγάλη εκκαθάριση ήταν η τελευταία σε μια σειρά τολμηρών κινήσεων του πανίσχυρου διαδόχου: τουλάχιστον 500 πρώην υπουργοί, μεγαλοεπιχειρηματίες και μέλη της βασιλικής οικογένειας συνελήφθησαν σε διώξεις που δεν συνδέονται τόσο με τη διαφθορά όσο με τον αγώνα για εξουσία.
    Στην εξωτερική πολιτική, συντηρεί πολεμική ατμόσφαιρα στις σχέσεις με το Ιράν, ενισχύοντας τους φόβους για κίνδυνο στρατιωτικής σύρραξης ανάμεσα στους δύο βασικούς ανταγωνιστές στην περιοχή του Κόλπου. Αν και μιλάει για επιστροφή στο «μετριοπαθές Ισλάμ», προετοιμάζεται για σύγκρουση με το Ιράν, κάνει πόλεμο στην Υεμένη και προκαλεί αποσταθεροποίηση στον Λίβανο.Αλλά εκεί που θέλει να αφήσει τη σφραγίδα του είναι στην οικονομική ανασυγκρότηση. Εχει βάλει μπρος ένα σχέδιο αποκρατικοποιήσεων – μαμούθ 200 δισ. δολαρίων, με στόχο την απεξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο. Στην ουσία, σχεδιάζει έναν τεράστιο οικονομικό μετασχηματισμό, με ιδιωτικοποίηση κρατικής περιουσίας σε κλίμακα που υπερβαίνει κατά πολύ τη «φιλελεύθερη επανάσταση» της Θάτσερ. Προς πώληση είναι σχεδόν τα πάντα: πετρέλαιο, ηλεκτρική ενέργεια, νερό, μεταφορές, λιανικό εμπόριο, σχολεία, υγειονομική περίθαλψη, ακόμη και οι ποδοσφαιρικές ομάδες.Αν όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιo, σε 10 χρόνια το βασίλειο «θα είναι οικονομικά σταθερό, με πιο δυναμική οικονομία και κοινωνία, λιγότερη εξάρτηση από το πετρέλαιο και ακμάζοντα ιδιωτικό τομέα», λέει o MBS. Αλλά υπάρχουν ισχυρά εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσει, καθώς ισχυροί Σαουδάραβες, και όχι μόνο ισλαμιστές φονταμενταλιστές, επικρίνουν το σχέδιο ιδιωτικοποιήσεων ως ντροπιαστικό ξεπούλημα της εθνικής περιουσίας στους ξένους.

    Κάντρι Γκιουρσέλ
    Ο δημοσιογράφος-σύμβολο της Τουρκίας που αντιστέκεται

    Το μακρύ, θεατρικό φιλί που έδωσε στη σύζυγό του μόλις αποφυλακίστηκε τον Σεπτέμβριο, ύστερα από 11 μήνες σε τουρκική φυλακή, έγινε το σύμβολο μιας Τουρκίας που αντιστέκεται στον αυξανόμενο αυταρχισμό του προέδρου Ερντογάν. Ο Κάντρι Γκιουρσέλ, από τους κορυφαίους αρθρογράφους της «Τζουμχουριέτ», ενήργησε αυθόρμητα όταν, μόλις ελευθερώθηκε, πλησίασε κατευθείαν τη σύζυγό του Ναζιρέ και τη φίλησε (φωτογραφία επάνω), αγνοώντας την ύπαρξη ενός φωτογράφου που απαθανάτισε το στιγμιότυπο, το οποίο έκανε τον γύρο του κόσμου. Το περίφημο φιλί ερμηνεύτηκε επίσης στην Τουρκία ως κίνηση ανυπακοής κατά του θρησκευτικού συντηρητισμού που προωθεί ο Ερντογάν, καθιστώντας ανεπίτρεπτες τέτοιες δημόσιες εκδηλώσεις αγάπης ακόμη και μεταξύ συζύγων.

    Ο 56χρονος Γκιουρσέλ είναι ένας από τους χιλιάδες συλληφθέντες και απολυθέντες στις εκκαθαρίσεις που πραγματοποιεί ο Ερντογάν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016 και ένας από τους εκατοντάδες δημοσιογράφους στην Τουρκία που αντιμετωπίζει γελοίες κατηγορίες για συνέργεια με τρομοκρατική οργάνωση. Συνελήφθη μαζί με 18 συναδέλφους του – οι περισότεροι από την «Τζουμχουριέτ», την κύρια αντιπολιτευόμενη εφημερίδα – οι οποίοι κατηγορούνται ότι έχουν διασυνδέσεις με το δίκτυο του Φετουλάχ Γκιουλέν, του αυτοεξόριστου ιμάμη στις ΗΠΑ, τον οποίο ο Ερντογάν κατηγορεί ότι ενορχήστρωσε το αποτυχημένο πραξικόπημα. Αν ο Γκιουρσέλ κριθεί ένοχος, αντιμετωπίζει ως και 15ετή φυλάκιση.
    Ο Ερντογάν έχει κλείσει περισσότερα από 100 μέσα ενημέρωσης και κρατεί στις φυλακές ως πολιτικούς κρατουμένους περισσότερους από 120 δημοσιογράφους, αριθμό υψηλότερο από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο. Αλλά και εκείνους που δικάζονται, κρίνονται ένοχοι και αφήνονται ελεύθεροι με αναστολή.
    Ο Γκιουρσέλ κατηγορείται, πιο συγκεκριμένα, ότι επικοινωνούσε με οπαδούς τού Γκιουλέν μέσω της εφαρμογής αποκρυπτογραφημένων μηνυμάτων Bylock. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν έχει καν την εφαρμογή αυτή στο κινητό του και ότι ουδέποτε είχε επαφές με «γκιουλενιστές». Χαρακτηρίζει τις κατηγορίες εναντίον του «ένα κακό αστείο», καθώς ο ίδιος, ως αριστερός, επικρίνει συχνά τους συντηρητικούς, θρησκευόμενους «γκιουλενιστές».
    Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζει μέχρι σήμερα, από πατέρα επιχειρηματία, ο Γκιουρσέλ προσχώρησε από νωρίς στην Αριστερά και στα 18 του φυλακίστηκε για τέσσερα χρόνια για συμμετοχή σε παράνομη οργάνωση και εγκλήματα κατά του κράτους.
    Επί 19 χρόνια υπήρξε αρχισυντάκτης διεθνών ειδήσεων και κορυφαίος αρθρογράφος της «Μιλιέτ», αλλά τα τελευταία χρόνια στη στήλη του και στις συχνές τηλεοπτικές εμφανίσεις του επέκρινε τον Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Ομως, λίγο πριν από τις εκλογές του 2015, απολύθηκε από τη «Μιλιέτ» λόγω ενός tweet του που ήταν επικριτικό για την πολιτική του Ερντογάν στη Συρία. Πήγε στην «Τζουμχουριέτ», αλλά εντός λίγων μηνών συνεχίστηκε η καταδίωξή του καθώς και άλλων συναδέλφων του.

    Τζορτζ Παπαδόπουλου
    Ο φιλόδοξος «βομβιστής» του Τραμπ

    Θα μπορούσε να μοιάζει με ταινία πολιτικού θρίλερ, όμως στην περίπτωση του 30χρονου ομογενούς Τζορτζ Παπαδόπουλου η πραγματικότητα ξεπερνά και το πιο ευφάνταστο σενάριο. Οσο εκκωφαντικά εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο των Ηνωμένων Πολιτειών, με άλλο τόσο μεγάλο πάταγο έπεσε ο έλληνας ομογενής και σύμβουλος επί εξωτερικών θεμάτων με το ψεύτικο βιογραφικό από το βάθρο του επιτελείου του αμερικανού προέδρου.  

    Ενας διάττων αστέρας που κάποτε ο Ντόναλντ Τραμπ εγκωμίαζε ως «εξαιρετικό σύμβουλο», αλλά κατέληξε να τον αποκηρύξει, χαρακτηρίζοντάς τον «το παιδί για τους καφέδες» και «εθελοντή χαμηλού επιπέδου», μόλις ο 30χρονος ομογενής παραδέχτηκε στο FBI την ενοχή του για ψευδή κατάθεση αναφορικά με τις επαφές του επιτελείου Τραμπ και του ίδιου με ρώσους αξιωματούχους πριν από τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2016.
    Αυτό το «μικρό ψάρι» – κατά τους «New York Times» – φέρεται να αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τον αμερικανό πρόεδρο. Ο Παπαδόπουλος ήταν ο πρώτος από το εκλογικό επιτελείο του Τραμπ στον οποίο ασκήθηκε δίωξη για αδικήματα τα οποία σχετίζονται με την εν λόγω υπόθεση, η διαλεύκανση της οποίας δεν έχει ολοκληρωθεί, χαρακτηρίζεται όμως ως ένα από τα κατ’ εξοχήν πολύκροτα σκάνδαλα της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας.
    Οι φιλοδοξίες του – ακόμη και για ανάληψη χαρτοφυλακίου – καταρρέουν μόλις μία εβδομάδα μετά την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ. Το FBI, που έχει ξεκινήσει έρευνα για την υπόθεση, τον καλεί σε μια πρώτη απολογία καθώς έχει στην κατοχή του μηνύματα σε Facebook και e-mail του με τους «Ρώσους» πριν από τις προεδρικές εκλογές. Οι αμερικανοί πράκτορες τον ανακρίνουν εκ νέου έναν μήνα αργότερα και παρακολουθούν στενά την κάθε του κίνηση.
    Ο ίδιος αρχικά αρνείται τα πάντα, επιχειρεί να εξαφανίσει τα ηλεκτρονικά του ίχνη, για να ακολουθήσει η σύλληψή του το περασμένο καλοκαίρι. Εχοντας επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του, εν τέλει τον περασμένο Οκτώβριο ο Παπαδόπουλος απασφαλίζει τη βόμβα και ομολογεί την ενοχή του, ότι δηλαδή είπε ψέματα στους ανακριτές αναφορικά με τον ρόλο του στις σχέσεις Τραμπ – Ρωσίας, παρεμποδίζοντας την αμερικανική Δικαιοσύνη να κάνει το έργο της. Εν συνεχεία ήρθε σε συμφωνία με τις Αρχές, η οποία προβλέπει ότι θα συνεργάζεται με αυτές, ενώ ο δικαστής θα ορίσει ποινή λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη συνεργασία και βοήθειά του στην έρευνα.
    Σύμφωνα με όσα κατέθεσε στο Ομοσπονδιακό Γραφείο, προτού καν ο Τραμπ αναλάβει την προεδρία, ο ίδιος είχε ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με το Κρεμλίνο, λειτουργώντας ως μεσάζων μεταξύ ρώσων αξιωματούχων και των επιτελών του αμερικανού προέδρου, με στόχο να καταφέρει να φέρει σε επαφή τον τελευταίο με τον ρώσο ομόλογό του Βλαντίμιρ Πούτιν.
    Εκτός από τον Παπαδόπουλο, μέχρι σήμερα άλλα τρία άτομα έχουν κατηγορηθεί επισήμως από την επιτροπή του ειδικού ανακριτή, πρώην αρχηγού του FBI Ρόμπερτ Μιούλερ. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι αργά ή γρήγορα η έρευνα θα οδηγήσει στον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ.

    Ασλεϊ Τζαντ
    Εφερε στο φως τη σκοτεινή πλευρά του Χόλιγουντ

    «Πριν από δύο δεκαετίες ο παραγωγός του Χόλιγουντ Χάρβεϊ Γουάινστιν προσκάλεσε την Ασλεϊ Τζαντ στο “Peninsula Beverly Hills Hotel” για μια πρωινή συνάντηση εργασίας, όπως νόμιζε η νεαρή τότε ηθοποιός. Αντ’ αυτού έβαλε να τη στείλουν στο δωμάτιό του, όπου εμφανίστηκε φορώντας ένα μπουρνούζι, και της ζήτησε να του κάνει μασάζ ή να τον παρακολουθήσει να κάνει ντους, διηγήθηκε η Τζαντ σε συνέντευξή της (σ.σ. προς τους «New York Times»). “Πώς να βγω από το δωμάτιο όσο το δυνατόν γρηγορότερα χωρίς να αποξενώσω τον Χάρβεϊ Γουάινστιν;” θυμάται η Τζαντ ότι σκεφτόταν». Με αυτές τις φράσεις άρχισε το εμβληματικό άρθρο των «New York Times» στις 5 Οκτωβρίου, το οποίο αποκάλυψε τη μακρόχρονη καριέρα σεξουαλικών παρενοχλήσεων, ακόμη και βιασμών, του (πρώην) κορυφαίου παραγωγού με τα πολλά Οσκαρ.

    Η 49χρονη σήμερα Ασλεϊ Τζαντ είναι η πρώτη ηθοποιός που μίλησε επωνύμως για τη σκοτεινή αυτή πλευρά του Χόλιγουντ, ξεκινώντας παγκόσμια χιονοστιβάδα. Ακολούθησαν οι μαρτυρίες πολλών διάσημων ηθοποιών κατά του Γουάινστιν και στη συνέχεια βγήκαν μπροστά γυναίκες από άλλους χώρους για να καταγγείλουν σεξουαλική παρενόχληση από ηθοποιούς, παραγωγούς, μουσικούς, τηλεοπτικούς αστέρες, δημοσιογράφους, μεγαλοστελέχη εταιρειών, πανεπιστημιακούς, πολιτικούς κ.ά. Το περιοδικό «Time» ανακήρυξε «Πρόσωπο της χρονιάς 2017» όσες έσπασαν πρώτες τη σιωπή τους και το κίνημα #MeToo με τις εκατομμύρια ακολούθους σε 85 χώρες. Πολλοί αναμένουν ότι σύντομα η υπόθεση θα αγγίξει και τον Ντόναλντ Τραμπ (καμιά 20αριά γυναίκες τον έχουν κατηγορήσει, ανάμεσά τους και η ελληνοαμερικανίδα Σάμερ Ζέρβος).
    Ισως δεν είναι τυχαίο το ότι η Τζαντ ασχολείται εδώ και χρόνια με τον πολιτικό ακτιβισμό (υποστήριξε την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα το 2008) και έχει έντονη ανθρωπιστική δράση (για την καταπολέμηση του AIDS και της φτώχειας, καθώς και σε χώρες όπως η Καμπότζη, η Ρουάντα και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό). Εχει επίσης μάστερ από το Kennedy School of Government του Χάρβαρντ και πέρυσι ξεκίνησε διδακτορικό στη Δημόσια Πολιτική στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια.
    Η Τζαντ έχει γράψει ένα βιβλίο για την παιδική της ηλικία στο Κεντάκι, το «All That Is Bitter & Sweet», που έγινε μπεστ σέλερ, και τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε την πρόθεσή της να γράψει ένα δεύτερο για τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις που υπέστη από τον Γουάινστιν και άλλους.
    Σε άρθρο της στους «New York Times» την περασμένη εβδομάδα, η Σάλμα Χάγεκ περιγράφει πως πέρασε τα πάνδεινα από τον Γουάινστιν προκειμένου να ολοκληρώσει την ταινία «Φρίντα». Ανάμεσα στις παράλογες απαιτήσεις του ήταν να γυρίσει μια σκηνή σεξ με την Ασλεϊ Τζαντ, σκηνή τελείως άσχετη με την υπόθεση της ταινίας, την οποία η Χάγεκ γύρισε, αλλά έπαθε νευρικό κλονισμό «όχι επειδή θα ήμουν γυμνή με μια γυναίκα, αλλά επειδή θα ήμουν γυμνή μαζί της για τον Χάρβεϊ Γουάινστιν».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος