• Αναζήτηση
  • Δημήτρης Τάρλοου: 30 χρόνια σαν μια μέρα

    Είναι δύσκολο να προλογίζεις τη συνέντευξη με έναν καλλιτέχνη όταν τον έχεις ζήσει, παιδάκι ακόμη, να παίρνει φόρα από το χολ του σπιτιού του και τρέχοντας να έρχεται και να πέφτει στα πόδια της γιαγιάς του

    Είναι δύσκολο να προλογίζεις τη συνέντευξη με έναν καλλιτέχνη όταν τον έχεις ζήσει, παιδάκι ακόμη, να παίρνει φόρα από το χολ του σπιτιού του και τρέχοντας να έρχεται και να πέφτει στα πόδια της γιαγιάς του, της ζωγράφου Νίκης Καραγάτση, απαγγέλλοντας τον ρόλο του αγγελιαφόρου, ενώ ετοιμαζόταν για τις εισαγωγικές στη Σχολή του Εθνικού. Ακόμη πιο δύσκολο αν θυμηθείς ότι έχεις δημοσιεύσει στη «Λέξη», πριν από τριάντα και πλέον χρόνια, τα πρώτα του ποιήματα. Το μόνο που σου μένει είναι να τον ρωτήσεις για πράγματα όπως θα γινόταν με οποιονδήποτε καλλιτέχνη τον οποίο θα συναντούσες για πρώτη φορά.

    Πώς συνέβη, κύριε Τάρλοου, ένας καλλιτέχνης με παρελθόν όπως το δικό σας – παππούς ο Μ. Καραγάτσης, γιαγιά η Νίκη Καραγάτση, μητέρα σας η Μαρίνα Καραγάτση, πατέρας σας ο Φίλιππος Τάρλοου – να μην «πνιγεί», αλλά να δημιουργήσει έναν δικό του χώρο, κάτι που, φαντάζομαι, έχει ως προϋπόθεση τη συμφιλίωση με το παρελθόν αυτό; «Αισθάνομαι ότι η φυσική ροπή που έχει ο καθένας μέσα του γενετικά, δηλαδή το DNA, τον κάνει αυτό που είναι. Εχω ακούσει πολλές φορές ότι οι γιοι μεγάλων προσωπικοτήτων υφίστανται, ας πούμε, τα απόνερα αυτού του διαμετρήματος. Σαν ογκόλιθοι που πιάνουν πολύ χώρο, με τα παιδιά τους να δυσκολεύονται να αποκτήσουν τη δική τους προσωπικότητα ή να κάνουν αυτό που θέλουν. Ενδεχομένως να μην είναι αβάσιμη αυτή η θεωρία. Ισως χρειάζεται να φτάσουμε σε μια μεθεπόμενη γενιά για να μπορεί κανείς να αναμετρηθεί με ένα ένδοξο παρελθόν. Θα πρέπει να υποθέσουμε επομένως ότι στη δική μου περίπτωση, η μητέρα μου Μαρίνα, ως μοναχοκόρη του Καραγάτση, ήταν αυτή που υπέστη, σε μεγαλύτερο βαθμό, αυτή, αν θέλετε, την καταπίεση ώστε να ανθήσει και να αναδείξει τα προσόντα της. Πράγμα, όμως, που εν τέλει το έκανε. Φαίνεται ότι η φυσική ροπή κατανικά πολλές φορές, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, τις αναστολές όταν υπάρχει κάτι ουσιαστικό να ειπωθεί. Οπως έγινε και με τη μητέρα μου.
    Οσον αφορά εμένα προσωπικά, συνέδεσα την τέχνη περισσότερο με κάτι ευχάριστο – όπως και τη θρησκεία άλλωστε -, με κάτι που είχε σχέση με το παιχνίδι. Συνειδητοποίησα σιγά σιγά, επαγγελματικά εννοώ, τη φυσική μου κλίση προς το θέατρο. Δεν την είχα καταλάβει αμέσως. Είχα βέβαια την πολυτέλεια – και το λέω χωρίς εισαγωγικά – να έχω γύρω μου, όπως σωστά επισημάνατε, ανθρώπους που με έσπρωξαν προς την κατεύθυνση αυτή, που μου έδειξαν έναν δρόμο. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Από τους γονείς μου έως τη γιαγιά μου, τη ζωγράφο Νίκη Καραγάτση, που με τη στάση της στη ζωή, με την ίδια της την τέχνη, με τη σεμνότητά της και τη βαθύτητά της, μου έδειξαν τι σημαίνει τέχνη. Οπως επίσης θα αναφέρω τον σουρεαλισμό του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Ν.Δ. Καρούζου, όλοι αυτοί οι άνθρωποι με δίδαξαν ότι πάνω από όλα είναι η τέχνη. Κάτι που ήρθε να κοντραριστεί αργότερα με την ίδια τη ζωή, γιατί ζωή δεν είναι μόνο η τέχνη. Η ζωή είναι και επιβίωση, είναι και άνθρωποι που δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για την τέχνη, η ζωή είναι ζωή. Αλλά μεγάλωσα με αυτά τα πρότυπα. Οτι αν έχεις δύο δραχμές, πρέπει να ξοδέψεις τα 1,80 για την τέχνη και τα 20 λεπτά για την επιβίωση. Το πώς, τώρα, κατάφερα να αποτινάξω αυτά τα βάρη, τα βαρίδια όπως τα λένε στην πολιτική, είναι κάτι που κατορθώθηκε σταδιακά. Και νομίζω ότι ένα κομμάτι αυτής της αποτίναξης των βαριδίων οφείλεται σε αυτό ακριβώς που επισημάνατε στην ερώτησή σας: στη συμφιλίωση με τον παππού. Σε αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο η επαγγελματική σκηνοθετική μου ανέλιξη που είχε ήδη αρχίσει. Επαιξε, όμως, πολύ σημαντικό ρόλο και η ψυχαναλυτική εργασία την οποία άρχισα εδώ και δέκα ή, μάλλον, δεκαπέντε χρόνια».

    Κύριε Τάρλοου, γεννηθήκατε έξι χρόνια μετά τον θάνατο του Μ. Καραγάτση. Ο Καραγάτσης πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1960, εσείς γεννηθήκατε τον Απρίλιο του 1966. Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος έχει εξομολογηθεί ότι θαύμαζε τον πατέρα του, Ανδρέα, αλλά με το έργο του ήρθε σε επαφή πολύ μετά τον θάνατό του. Η αντίστοιχη δική σας σχέση με τον παππού σας ποια ήταν; Τον Καραγάτση τον διαβάσατε ως μαθητής γυμνασίου ή αργότερα; «Το δεύτερο. Μεγαλώνοντας, σχεδόν απέφευγα να διαβάσω τον Καραγάτση. Είναι πολύ πιθανόν να είχα διαβάσει κάποια βιβλία του στην εφηβεία μου – και όντως τα είχα διαβάσει -, αλλά δεν τα είχα διαβάσει με τρόπο που θα με έφερναν κοντά στην προσωπικότητά του. Μάλιστα, στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ ξεκινούσα την καριέρα μου, όταν με ρωτούσαν για τον Καραγάτση, θύμωνα και άλλαζα θέμα. Επομένως, η σχέση μου με τα βιβλία του και με το έργο του ξεκινάει αρκετά αργότερα.
    Ξαναδιάβασα το σύνολο των βιβλίων του σχετικά πρόσφατα. Από τότε έχω διαβάσει αρκετές φορές ορισμένα από τα μυθιστορήματά του τα οποία είτε με ενδιαφέρουν σε πολύ προσωπικό επίπεδο είτε θεωρώ ότι είναι κάπως αδικημένα από την κριτική ή από τον κόσμο. Ενα από αυτά είναι «Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου». Δεν είναι από τα ευπώλητα του Καραγάτση – είναι από τα μεσαία μυθιστορήματά του -, αλλά θεωρώ ότι και η ιστορία που περιγράφει αλλά και ο τρόπος με τον οποίο την περιγράφει είναι κάτι το εξαιρετικό. Αρα, θα έλεγα ότι την τελευταία δεκαετία, από τα 40 έως τα 50 μου χρόνια, άρχισα ουσιαστικά να συμφιλιώνομαι με το έργο του Καραγάτση και να το εκτιμώ σε βάθος. Αλλά και να μπορώ να στέκομαι κριτικός απέναντι σε βιβλία του τα οποία θεωρώ ότι δεν είναι κάτι σπουδαίο ή κάτι ιδιαίτερο».

    Οσο και αν φαίνεται απίστευτο, έχετε ήδη τριάντα χρόνια στο θέατρο. Τριάντα χρόνια είναι μια διάρκεια που δικαιολογεί ως έναν βαθμό τον απολογισμό. Ποιους αναγνωρίζετε σήμερα, τόσο στην υποκριτική όσο και στη σκηνοθεσία, ως δασκάλους σας ή ως καλλιτέχνες που έπαιξαν έναν σημαντικό ρόλο για εσάς, είτε συνεργαστήκατε είτε όχι μαζί τους; «Οταν κάνεις τέτοιου είδους απολογισμούς, μοιραία φοβάσαι μη τυχόν και ξεχάσεις κανέναν. Θα πρέπει, λοιπόν, να αποδώσω τα εύσημα ακόμη και σε καλλιτέχνες που δεν ταιριάξανε τα χνότα μας απολύτως, ή που αυτά τα οποία έμαθα χάρη σε αυτούς δεν ήταν απολύτως χρήσιμα και σωστά. Οφείλεις να αποδίδεις τιμή σε όλους τους δασκάλους σου οι οποίοι είχαν καλή πρόθεση και οι οποίοι πάσχισαν να σε φέρουν σε επαφή με κάτι, έστω και με τον τρόπο που οι ίδιοι λογάριαζαν ως τον πιο ενδεδειγμένο. Αρα, όλους τους καθηγητές μου, που οι περισσότεροι, εάν όχι όλοι, δεν ζουν πια, από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Τους τιμώ όλους και θεωρώ ότι έπαιξαν ρόλο στην αγωγή μου. Ενδεχομένως όχι τόσο στην καλλιτεχνική μου αγωγή, όσο στην αγωγή μου ως ανθρώπου. Από τον Αλέξη Διαμαντόπουλο ως τον Ιάκωβο Ψαρρά και από την Αντιγόνη Βαλάκου ως τη Μαίρη Αρώνη, αν και η τελευταία δεν υπήρξε καθηγήτριά μου. Ακόμη θυμάμαι, όμως, ότι με πήρε, αν και ήμουν πρωτοετής, για ένα μικρό ρολάκι στις πτυχιακές εξετάσεις των τριτοετών. Μου είχαν κάνει τεράστια εντύπωση η ζωντάνια της και η προσωπικότητά της. Οι σπουδές μου στη Σχολή του Εθνικού είναι ένα κομμάτι που του αποδίδω συνολικά την πρέπουσα τιμή. Δεν χρειάζεται να αναφέρω τον Τάσο Λιγνάδη, που ήταν τότε διευθυντής στη Σχολή του Εθνικού και τον θεωρώ μια μεγάλη προσωπικότητα των γραμμάτων και του θεάτρου, καθώς και μια πολύ γερή συγγραφική πένα.
    Από εκεί και πέρα, πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρω το ξεκίνημα του Θεάτρου Πορεία ή, μάλλον, της εταιρείας Δόλιχος που έγινε μαζί με τον Στάθη Λιβαθινό. Συνυπήρξαμε ως ηθοποιοί σε μια παράσταση της Κατερίνας Μαραγκού στο Θέατρο Αθηνών με τις «Μικρές αλεπούδες» της Λίλιαν Χέλμαν. Ο Λιβαθινός έκανε, αν δεν κάνω λάθος, τον πατέρα μου, και εκεί, συζητώντας, γεννήθηκε η ιδέα αυτού του θεάτρου. Ολη η πρώτη περίοδός του, ώσπου ο Λιβαθινός να γίνει διευθυντής της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, επί Νίκου Κούρκουλου, η πρώτη πενταετία, για την ακρίβεια, του Θεάτρου Πορεία, είναι συνυφασμένη με τον Στάθη Λιβαθινό αλλά και με τις δουλειές που έκανε εδώ. Αλλά και εγώ ο ίδιος έμαθα πάρα πολλά. Κυρίως μια μέθοδο εργασίας πολύ σημαντική γιατί μοιάζει με την προθέρμανση ενός δρομέα. Εάν δεν ξέρει να κάνει σωστά προθέρμανση ο δρομέας, δεν μπορεί να τρέξει σε αγώνα, θα τραυματιστεί ή θα μείνει χωρίς ανάσα. Εμαθα, λοιπόν, έναν τρόπο εργασίας που ο Λιβαθινός τον είχε διδαχτεί στη Μόσχα, στο Ινστιτούτο Θεάτρου, όπου και σπούδασε. Αυτές οι πρώτες εργασίες του εδώ στο Θέατρο Πορεία, δηλαδή το «Κτήνος στο φεγγάρι», η «Φρεναπάτη» και κυρίως τα «Οικόπεδα με θέα», είναι εργασίες που με έναν τρόπο θα μείνουν στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ως πολύ καλές δουλειές μιας ολόκληρης εποχής. Στην ίδια περίοδο θα τοποθετούσα ανθρώπους που με επηρέασαν θετικά και με ενέπνευσαν ερωτικά, με την πολύ ευρεία έννοια του όρου. Για παράδειγμα, την Ταμίλα Κουλίεβα. Υπήρξε η πρώτη μου ουσιαστική συνεργασία, εννοώ τη συνεργασία μας στο «Κτήνος στο φεγγάρι». Το πινγκ πονγκ μαζί της επί σκηνής στάθηκε για εμένα μια πολύ σημαντική εμπειρία».

    Ως τη στιγμή αυτή μιλάτε για τους δασκάλους σας στον ελληνικό χώρο, ενώ είναι γνωστό ότι συνεργαστήκατε και συνεργάζεστε με καλλιτέχνες που εσείς ο ίδιος φέρατε από το εξωτερικό. «Τα ταξίδια μου στην Ανατολική Ευρώπη εν γένει ήταν πάρα πολύ σημαντικά, γιατί μου έδειξαν τον δρόμο για ένα θέατρο όπως ακριβώς θα ήθελα να το κάνω. Ο τρόπος με τον οποίο θα υλοποιήσεις το όνειρο ή, μάλλον, το όραμα που έχεις είναι κάτι πολύ σημαντικό. Αισθάνομαι ότι είναι κάτι που λείπει από τους νέους ηθοποιούς, το να έχουν κάποια πρότυπα. Τι θα ήθελαν να γίνουν, σαν ποιον ηθοποιό, σαν ποιον σκηνοθέτη.
    Γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου, όπως πολύ σημαντικό θεωρώ ένα σεμινάριο που έκανα με τον Ανατόλι Βασίλιεφ. Ή μια παράσταση που είδα στην πρώτη μου επίσκεψη στη Μόσχα με τον Λιβαθινό, στο θέατρο του Βασίλιεφ που δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Η παράσταση αυτή ήταν βασισμένη σε ποίηση του Πούσκιν και υπήρξε πραγματικά μια εμπειρία ζωής. Μου έδειξε πώς μπορεί μια ομάδα ηθοποιών να υπάρχει επί σκηνής με μια τόσο απόλυτη συνωμοτικότητα που να σε κάνει να αμφιβάλλεις αν αυτοί οι άνθρωποι παίζουν ή αν απλώς παρακολουθείς μια πολύ εσωτερική διεργασία. Αυτή η συνωμοτικότητα και αυτή η εξομολογητικότητα μου έδειξαν έναν δρόμο τον οποίο προσπαθώ σιγά σιγά να εξελίξω. Αυτή την εξομολογητικότητα την είδα σε διάφορες μορφές στο θέατρο της Ανατολικής Ευρώπης. Τη διέκρινα αργότερα στον Οσκάρας Κορσουνόβας, τον οποίο και κάλεσα να σκηνοθετήσει εδώ – πράγμα που έγινε πρόσφατα -, και αποτελεί επίσης ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου. Οχι μόνο για την καλλιτεχνική του δεινότητα αλλά και για την προσωπική του, παιδική θα έλεγα, ιδιοσυγκρασία. Αυτό το μάτι του ανθρώπου που μοιάζει να μην ξέρει τίποτα προκειμένου να ανακαλύψει τα πάντα επιτόπου, εδώ, και που είναι το ζητούμενο στο θέατρο. Μαζί, βεβαίως, με μια τεράστια καλλιτεχνική διαίσθηση και γνώση, σε συνδυασμό με τόλμη και ελευθερία. Μέσα σε όλο αυτό το πνεύμα του λιθουανικού θεάτρου που φαίνεται τώρα να αποκτά μια ξεχωριστή υπόσταση στην Ελλάδα – μην ξεχνάμε ότι εγώ πρωτοέφερα τον Τσέζαρις Γκραουζίνις, το 2005, αν δεν κάνω λάθος, αν και τότε η κίνησή μου αυτή θεωρήθηκε μια εκκεντρικότης, καθώς το λιθουανικό θέατρο ήταν εξίσου γνωστό με το χόκεϊ επί πάγου. Ηταν δηλαδή κάτι παντελώς άγνωστο. Φέτος ο Γκραουζίνις σκηνοθέτησε τους «Επτά επί Θήβας» και ο Ρίμας Τούμινας τον «Οιδίποδα» σε συμπαραγωγή με το Εθνικό. Κάπου διάβασα ότι οι Λιθουανοί κυριαρχούν στο αρχαίο ελληνικό δράμα και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα σχεδόν σαρκαστικό χαμόγελο. Ο Γκραουζίνις ήταν ένας ακόμη σκηνοθέτης στον οποίο διέκρινα ότι μπορεί να αφήσει το στίγμα του στην Ελλάδα και δεν έπεσα έξω. Υπήρξε και αυτός ένα από τα πρόσωπα που με επηρέασαν με τη δική του, άλλου είδους, παιδικότητα, αλλά και με την απλότητα και τη φαντασία σε σχέση με το θέατρο. Εχω αναφέρει, νομίζω, αρκετούς καλλιτέχνες – Ελληνες και ξένους -, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι που εκτιμώ τις σκηνοθεσίες τους, τη ματιά τους».
    Λογαριάζεστε ως ένας άνθρωπος εσωστρεφής, κλειστός. Θεωρείτε ότι μέσω του θεάτρου πραγματοποιεί κανείς μια προσωπική εξομολόγηση ώστε δεν του χρειάζεται να είναι ανοιχτός και εξομολογητικός στην καθημερινότητά του; «Οσοι διαλέγουμε να κάνουμε αυτό το επάγγελμα είμαστε από τη φύση μας εσωστρεφείς και κλειστοί και επομένως το θέατρο μας δίνει μια διέξοδο. Το θέμα είναι πώς χρησιμοποιεί κανείς αυτή την εξωστρέφεια και αυτή την εξομολογητικότητα. Υπάρχει μια παρανόηση στο ελληνικό θέατρο, να θεωρείται δηλαδή εξομολογητικότητα η ομαδική παράκρουση ή η παιδαριώδης απελευθέρωση από ό,τι μας ταλαιπωρεί μέσα στην ημέρα. Αυτό δεν είναι εξομολογητικότητα. Είναι σαν να θεωρείς ότι η ψυχανάλυση στο ντιβάνι έχει σχέση με την επιληψία. Είναι άσχετα τα δύο μεταξύ τους. Αρα, η εξομολογητικότητα είναι κάτι που απαιτεί από μια ομάδα ηθοποιών και από τον σκηνοθέτη της μια επιθυμία, μια υπομονή και μια τόλμη. Πολλές φορές, ή μάλλον πάντα, ζητάω από τους ηθοποιούς μου να αρχίσουν να γίνονται εξομολογητικοί όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο υπάρχουν στη σκηνή, τον λόγο για τον οποίο θέλουν να πουν κάτι, πάντα μέσα από τον ρόλο που έχουν αναλάβει, και να συνδέσουν τον ρόλο με τα προσωπικά τους βιώματα, ώστε αυτό το οποίο θα δούμε επί σκηνής να μας αφορά.
    Πολλοί ηθοποιοί δεν το θέλουν καθόλου. Θεωρούν ότι είναι ασύμβατο με την έννοια του «παίζω θέατρο». Παίζω θέατρο γι’ αυτούς σημαίνει ότι βρίσκω τα κλειδιά του ρόλου, ασχολούμαι με την προσωπικότητα του ήρωα, γράφω πέντε-έξι τετράδια για το πώς ήταν, πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, φαντασιακά, βέβαια, όλα αυτά, βρίσκω τα σουσούμια του και αναλόγως τον ερμηνεύω. Προσωπικά, δεν είμαι αυτής της άποψης. Αυτή η στανισλαφσκική θεωρία για το πώς χτίζεται ο ρόλος έχει ξεπεραστεί. Εχουμε περάσει ήδη σε πολύ πιο εξελιγμένες και προσωπικές περιοχές που κάνουν το θέατρο να αποκτά μια νέα δυναμική. Το θέατρο είναι από τα λίγα πράγματα στον σύγχρονο κόσμο που αντιμάχεται με τέτοια ισχύ την ηλεκτρονική πληροφορία. Πρέπει να εξελίξουμε το είδος αυτό της προσωπικής εξομολόγησης που θα κάνει το κοινό συνένοχο στη θεατρική πράξη».

    Ποιο είναι το σημαντικότερο για εσάς στοιχείο σε μια παράσταση; «Το χιούμορ. Αλλά εδώ στην Ελλάδα υπάρχει μια παρανόηση για το τι σημαίνει χιούμορ. Δεν είναι βέβαια η πλάκα, δεν είναι το αστείο, είναι ένας πολύ ιδιότυπος λεπτός αυτοσαρκασμός που κάνει τη θεατρική πράξη να γίνεται κάτι σαν αφρός. Κάτι πολύ ελαφρύ, κάτι που ρέει, κάτι που μας πηγαίνει παρακάτω, κάτι που δεν βαραίνει σαν πέτρα στα σωθικά. Οχι ότι δεν έχω δει παραστάσεις που ήταν ασήκωτες και δεν ήταν εξαιρετικές. Αλλά, σε γενικές γραμμές, ακόμη και τα πιο βαριά δράματα έχουν αυτή την αίσθηση του φευγαλέου. Να κάτι που θέλω να υπάρχει στις παραστάσεις μου: η αίσθηση του φευγαλέου. Και κάτι ακόμη: η αίσθηση ότι αυτό που κάνουμε πάνω στη σκηνή είναι ένα ψήγμα των δυνατοτήτων μας. Οτι αυτό που προσφέρουμε στον θεατή είναι ένα κομματάκι από την πραγματικότητα. Αλλά είναι ένα δώρο που δίνουμε σε μικρές δόσεις και όταν τελειώσει η παράσταση ο θεατής πρέπει να πει «Μόνο τόσο; Λίγο ακόμη;». Ετσι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις παραστάσεις. Σαν κομματάκια ζωής που θα θέλαμε να μην τελειώσουν, αλλά τελειώνουν».
    Οσον αφορά την παράσταση «Τρεις αδερφές», τι θα απαντούσατε σε εκείνους που είπαν ότι υπήρξε ένας εξελληνισμός του έργου με την προσθήκη ποιημάτων του Κώστα Καρυωτάκη και του Ν.Δ. Καρούζου, της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι, σε εκείνους που δυσφόρησαν με αυτόν τον εξελληνισμό; «Κατ’ αρχάς, τους ζητώ συγγνώμη αν έκανα κάτι το οποίο τους έθιξε. Δεν εννοούσα ότι οι «Τρεις αδερφές» του Τσέχωφ διαδραματίζονται στην Ελλάδα, δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο από το ότι η συνθήκη την οποία δοκιμάσαμε επί σκηνής ήταν οι ήρωες του Τσέχωφ να υπάρχουν μέσα σε ένα κάπως απροσδιόριστο περιβάλλον που να θυμίζει σταθμό αναμονής. Προσπάθησα να εμποτίσω την παράσταση με αυτή την αίσθηση του παραλόγου, ότι όλα τα πράγματα θα μπορούσαν να συμβαίνουν και εδώ και εκεί ταυτόχρονα. Θέλω να πω ότι υπάρχει κάτι σε αυτό το έργο που είναι παγκόσμιο, γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικό. Θέλησα, λοιπόν, να βρω κάποιες αντιστοιχίες. Γιατί όταν ακούει ο έλληνας θεατής το όνομα ενός κριτικού στον οποίο αναφέρεται ο Τσέχωφ, δεν τον γνωρίζει. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει ταύτιση. Ο Χειμωνάς, λοιπόν, που έγινε Χειμωνάσοφ, είναι ένα κλείσιμο του ματιού στο κοινό, δεν είναι ένα αστείο εσωτερικής κατανάλωσης. Ενα κλείσιμο του ματιού στο ότι οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεται θα μπορούσε να είναι Ελληνες, θα μπορούσε να είναι και ο Λιγνάδοφ, θα μπορούσε να είναι και ο Καρούζοφ, θα μπορούσε να είναι και άλλοι έλληνες ποιητές που υπήρξαν καταραμένοι. Θα μου πείτε ότι ο Καρούζος δεν προκάλεσε κανέναν σε μονομαχία για να τον σκοτώσει με το πιστόλι. Θα ήταν δυνατόν, όμως, να έχει συμβεί, γιατί τον είχα γνωρίσει και ήταν το είδος του ανθρώπου που θα μπορούσε να προκαλέσει με έναν αντίστοιχο τρόπο».
    Μιλώντας προηγουμένως για τις πρώτες σας παραστάσεις με τον Στάθη Λιβαθινό («Το κτήνος στο φεγγάρι», «Η φρεναπάτη», «Οικόπεδα με θέα») είπατε ότι αισθάνεστε να ανήκουν στην Ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Και ύστερα από λίγη ώρα είπατε ότι «η δουλειά μας είναι αέρας κοπανιστός». Η ερώτηση δεν έχει σχέση με την αντίφαση που υπάρχει στις παραπάνω παρατηρήσεις. Η ερώτηση αφορά κυρίως την επιλογή σας: αν και μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον με παππούδες και γονείς που καλλιέργησαν τη στέρεη τέχνη του λόγου και της ζωγραφικής, εσείς στραφήκατε στην εφήμερη τέχνη του θεάτρου. «Φαντάζομαι ότι έπαιξαν ρόλο κυρίως δύο πράγματα: το πρώτο είναι η αδήλωτη – αν και μπορεί να κάνω λάθος, ψυχαναλυτικά όμως νομίζω ότι έχω δίκιο – επιθυμία της μητέρας μου να ασχοληθεί με το θέατρο. Αρα, στην ουσία εκτελώ μια επιταγή της. Το δεύτερο είναι ότι είχα την τύχη να έχω δασκάλους στα μικράτα μου που με ώθησαν προς το θέατρο. Οταν ήμουν ακόμη πέντε, έξι, επτά και οκτώ χρόνων είχα δασκάλους, Αμερικανούς κυρίως, που, αντιμετωπίζοντας την Ελλάδα ως έναν παράδεισο από όπου θα μπορούσαν να περάσουν ένα ή δύο χρόνια, μετά το πανεπιστήμιό τους, τους ήταν χαρά να διδάξουν ένα παιδάκι. Μία μάλιστα, η Ρουθ Πανταλέων, μου έκανε θεατρικό παιχνίδι με τον Σαίξπηρ, αντιμετώπιζε δηλαδή το κείμενο του Σαίξπηρ ως μια μορφή αυτοσχεδιασμού. Η πραγματικότητα, όμως, είναι κρυμμένη πάντα κάπου αλλού.
    Εχω την αίσθηση ότι η μητέρα μου ήταν αυτή που ήθελε να γίνει ηθοποιός, δεν μπορώ όμως να πω με σιγουριά αν δεν την άφησαν ή αν δεν το τόλμησε. Μάλιστα, όταν ήταν νέα, έμοιαζε πολύ ή και την παρομοίαζαν με την Ελλη Λαμπέτη. Πάντως, έχω τη βεβαιότητα, από το χιούμορ της, από τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται, από την ατάκα της, από την αιχμή της, ότι ήταν φτιαγμένη για το θέατρο. Να ξεκαθαρίσω, όμως, ότι εγώ δεν είχα καμία, μα καμία, επιθυμία να γίνω οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει σχέση με το θέατρο. Είχα μπει στην Αγγλική Φιλολογία και η μητέρα μου ήταν αυτή που μου είπε: «Δεν πηγαίνεις να δώσεις στο Εθνικό;». Το άκουσα ως εκ περισσού, γιατί είχα θελήσει να μπω στη Φιλοσοφική και δεν τα είχα καταφέρει. Δεν τα είχα πάει καλά στα Αρχαία, είχα πάρει 14, και ήταν κάτι που το έφερα βαρέως. Η μητέρα μου, όμως, επέμενε: «Πήγαινε να δώσεις στο Εθνικό, όταν ήσουν μικρός σού άρεσε το θέατρο». Ηταν αυτή που με έσπρωξε προς το θέατρο και απ’ ό,τι φαίνεται όχι τυχαία. Από εκεί και πέρα άλλαξε όλη μου η ζωή, άλλαξαν τα πάντα. Από τότε που μπήκα στο Εθνικό κατάλαβα ότι αυτό είναι που μου αρέσει να κάνω. Και πέρασαν τριάντα χρόνια σαν μια μέρα».

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk