• Αναζήτηση

«Φέγγε μου να περπατώ…»

Παρότι τα καμώματα των δύο ως τώρα υπουργών Παιδείας της παρούσας κυβέρνησης θα πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται με τον χιουμοριστικό-σατιρικό τρόπο των σχετικών κειμένων του Γιώργη Γιατρομανωλάκη,

«Φέγγε μου να περπατώ…» | tovima.gr
Παρότι τα καμώματα των δύο ως τώρα υπουργών Παιδείας της παρούσας κυβέρνησης θα πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται με τον χιουμοριστικό-σατιρικό τρόπο των σχετικών κειμένων του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, το τελευταίο κείμενο του οποίου στις «Νέες Εποχές» (27.3.2016) για την εγκύκλιο του κ. Φίλη ως προς το νόημα της 25ης Μαρτίου έχει σχεδόν εξαντλήσει την πραγμάτευση του θέματος, δεν είναι άσκοπο ένα ακόμη σχόλιο που να καλύπτει αυτό το σχεδόν.
Αναφέρομαι στον επιπλέον ρόλο του ιστορικού μελετητή που έχει αναλάβει, ως ο αρμόδιος υπουργός, να διεκπεραιώσει για λογαριασμό της κυβέρνησης ο κ. Φίλης – ρόλο τον οποίο κατέστησε σαφή με τις όχι λίγες σχετικές δηλώσεις και παρεμβάσεις του επί ιστορικών θεμάτων. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η επετειακή εγκύκλιός του της 25ης Μαρτίου προς τη μαθητιώσα και φοιτητιώσα νεολαία αποτελεί την επιτομή του αφηγήματός του για την ιστορία του έθνους μας, αφηγήματος εμπνευσμένου από τη θεωριακή μυθοπλασία των μεταμοντέρνων ιστορικών μας, σε ορισμένους από τους οποίους έχει αναθέσει την εκπόνηση και υλοποίηση του προγράμματός του για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τον κ. Φίλη και τους ιστορικούς-συμβούλους του, η σημερινή Ελλάδα γεννήθηκε τη 25η Μαρτίου («Η 25η Μαρτίου συμβολίζει τα γενέθλια της σύγχρονης Ελλάδας»). Σύμφωνα με το αφήγημά τους, το ελληνικό έθνος γεννήθηκε με παρθενογένεση. Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε η μήτρα που δέχθηκε το σπέρμα ενός υπερουρανίου πατρός, σε μιαν άμωμη σύλληψη, η οποία είχε ως καρπό «ένα καινούργιο έθνος». Και καθώς η σύλληψη της 25ης Μαρτίου πραγματοποιήθηκε διά του κρίνου και το νεογέννητο ως βρέφος δεν ήταν δυνατόν να έχει ιδέες, «το περιεχόμενο των ιδεών του καινούργιου έθνους», συνεχίζει ο κ. Φίλης, «το έδωσαν οι δάσκαλοι» που πριν από τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν. «Θα πρέπει κάποτε» γράφει «να τιμήσουμε τις χιλιάδες αφανείς δασκάλες και δασκάλους που τον 19ο αιώνα και ως τα μέσα του 20ού αιώνα πήγαν στα πιο απρόσιτα μέρη, όπου δεν υπήρχε ακόμη συγκοινωνία, για να χτίσουν με τα χέρια τους σχολεία, να διδάξουν γενιές γενεών».
Εδώ τώρα υπάρχει ένα πρόβλημα για τον υπουργό ως προς τον μύθο του «Κρυφού Σχολειού» της εποχής της Τουρκοκρατίας (όπως ονομάζουν τους πριν από την Επανάσταση του 1821 αιώνες οι περισσότεροι απ’ όσους πιστεύουν ότι υπήρχε ελληνικό έθνος πιο πριν) ή της Οθωμανικής εποχής (όπως αποκαλούν τους αιώνες αυτούς οι ιστορικοί του υπουργείου του κ. Φίλη). Τόσο ο υπουργός όσο και οι ιστορικοί σύμβουλοί του συμφωνούν ότι το «Κρυφό Σχολειό» είναι μύθος (όπως πράγματι είναι). Είναι όμως φανερό ότι διαφωνούν ως προς τα αίτια της δημιουργίας αυτού του μύθου. Για τον κ. Φίλη το «Κρυφό Σχολειό» είναι μύθος γιατί είναι βέβαιος ότι πριν από τον 19ο αιώνα ελληνικά σχολεία και δάσκαλοι δεν υπήρχαν. Για τους ιστορικούς του υπουργείου του το «Κρυφό Σχολειό» δεν υπήρξε ακριβώς για τον αντίθετο λόγο: επειδή κατά τη διάρκεια των εν λόγω αιώνων υπήρχαν πλήθος ελληνικά σχολεία τόσο στον ελλαδικό όσο και στον ευρύτερο χώρο αυτού που γενικά ονομάζεται Ελληνισμός.
Σε τι οφείλεται αυτή η διάσταση; Να πρόκειται άραγε για έλλειψη επαρκούς συντονισμού ή επικοινωνίας ανάμεσα στον υπουργό και στους ιστορικούς επιτελείς του; Ή για πεισματώδη επί του θέματος εμμονή του περιβόητου για το αλάθητο των ιστορικών του βεβαιοτήτων κ. Φίλη; Οπως και να έχει το πράγμα, «Κρυφό Σχολειό», λένε οι ιστορικοί αυτοί, «δεν υπήρξε ποτέ, γιατί τα σχολεία ήταν φανερά, με την άδεια της οθωμανικής διοίκησης του κράτους».
Οπως όμως, καθώς είδαμε, για τον υπουργό, έτσι κι εδώ ανακύπτει ένα πρόβλημα για τους ιστορικούς του επιτελείου του και για τους ομόδοξους συναδέλφους τους. Αν, σύμφωνα με τη μεταμοντέρνα πεποίθηση, «δεν υπάρχει τίποτε έξω από τη γλώσσα», δηλαδή η γλώσσα – και όχι η θρησκεία – είναι ο κύριος διαμορφωτής του κόσμου μας, των ατομικών και συλλογικών συνειδήσεων και ταυτοτήτων (όχι η γλώσσα γενικά αλλά η συγκεκριμένη γλώσσα που μιλάει και γράφει κάποιος) και αν η γλώσσα των σχολείων για τα οποία ο λόγος δεν είναι η σερβική ή η βουλγαρική ή η αρμενική αλλά η ελληνική, τότε η συνείδηση και η ταυτότητα των ομιλούντων και διδασκομένων αυτή τη γλώσσα κατά τους πριν από τον 19ο αιώνες, όπως και αν ονομάζονται αυτοί (Ρωμαίοι/Ρωμιοί, Γραικοί, Ελληνες), δεν μπορεί, σύμφωνα με τη μεταμοντέρνα συνθήκη, παρά να είναι ελληνική. Και όταν μιλάμε για συλλογική συνθήκη, μιλάμε για συλλογική συνείδηση μιας κοινότητας· η οποία, όταν στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας βρίσκεται υποτελής στην κυρίαρχη κοινότητά της, δεν μπορεί να μην αισθάνεται ότι αποτελεί έθνος και να μη νιώθει την επιθυμία της απελευθέρωσής της από αυτήν.
Τις εθνικές επαναστάσεις (και η Επανάσταση του 1821 ήταν εθνική επανάσταση) δεν τις κάνουν «πολιτισμικές κοινότητες», όπως αντιφατικά προς τη γλωσσική κοσμολογία τους πιστεύουν οι μεταμοντέρνοι. Αλλά οι αντιφάσεις είναι χαρακτηριστικό της μεταμοντέρνας σκέψης, θα αντιτείνουν οι θιασώτες της. Θα συμφωνούσε κανείς απολύτως με αυτό. Αλλωστε το γεγονός ότι, παρά το πλήθος των αντιφατικών δηλώσεων, αποφάσεων και πράξεών του, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακόμη ως κυβέρνηση αποδεικνύει την ισχύ της μεταμοντέρνας του φύσης.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
Σίβυλλα
Helios Kiosk