Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Για πρώτη φορά τις τελευταίες δύο δεκαετίες τα συναλλαγματικά αποθέματα στις αναδυόμενες αγορές τα οποία είχαν κορυφωθεί στα 8,06 τρισ. δολάρια στο τέλος του δευτέρου τριμήνου του 2014 αρχίζουν να συρρικνώνονται υποχωρώντας πέρυσι κατά 114,5 δισ., στα 7,74 τρισ. δολάρια –η πρώτη ετήσια μείωση από το 1995. Η τάση αυτή μάλιστα, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, αναμένεται να συνεχιστεί καθώς εντάθηκαν οι ανησυχίες σχετικά με την εξασθένηση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών τους, τις εκροές κεφαλαίων και κυρίως την αναμενόμενη στροφή στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει και τις ανησυχίες σχετικά με τη συνέχιση των αγορών ομολόγων των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αγορές χρέους που αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης στη Δύση κατά την τελευταία δεκαετία.

Επιτάχυνση
Από την κορύφωσή τους τον περασμένο Ιούνιο η πτώση στα συναλλαγματικά αποθέματα παρατηρείται σε όλες τις μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, με την εξαίρεση του Μεξικού, της Ινδίας και της Ινδονησίας, παρατηρούσε στους «FT» ο Maarten-Jan Bakkum, στρατηγικός αναλυτής της ING Investment Management.
Τα στοιχεία της ING για τις κορυφαίες 15 αναδυόμενες οικονομίες δείχνουν μάλιστα ότι το πρώτο δίμηνο του έτους η πτώση στα συναλλαγματικά αποθέματα προσεγγίζει τα 300 δισ. δολάρια, μια τάση η οποία δείχνει να επιταχύνεται. Να σημειωθεί ότι η αύξηση στα συναλλαγματικά αποθέματα των αναδυομένων αγορών από τα 1,7 τρισ. δολάρια στο τέλος του 2004 στα 8,06 τρισ. δολάρια στα μέσα του περασμένου έτους αποτέλεσε την τελευταία δεκαετία τον θεμέλιο λίθο της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ μεγάλο μέρος αυτών ανακυκλωνόταν στις αγορές χρέους της Ευρώπης και των ΗΠΑ βοηθώντας στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης. «Πολλά από αυτά τα κεφάλαια απορροφήθηκαν σε εμπορικά πλεονάσματα, σε εισροές χαρτοφυλακίων και σε άμεσες επενδύσεις και επέστρεψαν στις αγορές ομολόγων ΗΠΑ και ΕΕ συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης μέσω χρεών. Αυτή η δυναμική μπορεί τώρα να ανατρέπεται» αναφέρουν σχετικά αναλυτές στους «FT».
Ενώ για την παγκόσμια οικονομία θα είναι επώδυνη αυτή η απουσία ανακύκλωσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων από τις αναδυόμενες αγορές, οικονομολόγοι κορυφαίων επενδυτικών τραπεζών σημειώνουν ότι η αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων των ΗΠΑ μακροπρόθεσμα σε φυσιολογικά επίπεδα θα σημάνει επίσης αρκετές αλλαγές στις συνθήκες δανεισμού σε παγκόσμια κλίμακα καθώς 9 τρισ. δολάρια οφείλονται σε δολάρια από τους δανειολήπτες εκτός χρηματοπιστωτικού κλάδου που δεν βρίσκονται στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αν η Fed αυξήσει, όπως αναμένεται, ως τον ερχόμενο Σεπτέμβριο τα επιτόκια για πρώτη φορά από το 2006, τα υψηλότερα κόστη δανεισμού για τις ξένες επιχειρήσεις και κυβερνήσεις, σε συνδυασμό με το ισχυρότερο δολάριο, θα αναστατώσουν την παγκόσμια οικονομία.
Μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών διαπίστωσε ότι την τελευταία εξαετία χώρες με υψηλότερα επιτόκια από τις ΗΠΑ εξέδιδαν αποτιμημένα σε δολάρια ομόλογα με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι οι χώρες με χαμηλότερα επιτόκια. Με τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων να παραμένουν σε τόσο χαμηλά επίπεδα στο μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, οι διαφορές στις τιμές παρείχαν ισχυρό κίνητρο για δανεισμό σε δολάρια αντί σε τοπικό νόμισμα.
Καθώς κράτη και επιχειρήσεις έχουν δανειστεί τρισεκατομμύρια σε δολάρια, μια αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους, την ώρα μάλιστα που οι κεντρικές τράπεζες θα παρεμβαίνουν για να προστατεύσουν τα νομίσματά τους.

Εκροές κεφαλαίων
Παράλληλα από τις αναδυόμενες αγορές οι μεγαλύτερες εκροές κεφαλαίων σημειώθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του 2014 φθάνοντας τα 392,4 δισ. δολάρια. Αν αυτό συνεχιστεί, χωρίς σταθερές ροές κεφαλαίων, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν λιγότερα χρήματα για να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους και να ενισχύσουν τις υποδομές και την ανάπτυξή τους, αλλά και να πληρώσουν τα χρέη τους. Να σημειωθεί ότι από το 2007, σύμφωνα με τη McKinsey, το παγκόσμιο χρέος (ιδιωτικό και κρατικό) αυξήθηκε κατά 57 τρισ. δολάρια, ενώ σχεδόν το ήμισυ αυτής της αύξησης αφορούσε τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Στο πλαίσιο αυτό οικονομολόγοι διεθνών επενδυτικών τραπεζών, όπως η Deutsche Bank και η Cretit Suisse, προβλέπουν μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ των αναδυομένων αγορών για το 2015, πρόβλεψη με την οποία είναι σύμφωνη και η Capital Economics, που προβλέπει ανάπτυξη σε μέσα επίπεδα στο 4% για το τρέχον έτος από 4,5% το 2014, καθώς η ύφεση στη Ρωσία βαθαίνει, τα προβλήματα της οικονομίας της Βραζιλίας συνεχίζονται, ενώ η Κίνα συνεχίζει να ταλαιπωρείται από την προβληματική της αγορά ακινήτων.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ