Το χάος παραμονεύει…

Η είσοδος στον λεγόμενο πολιτικό κύκλο επήλθε με τις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου

Η είσοδος στον λεγόμενο πολιτικό κύκλο επήλθε με τις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου.

Τα αποκαρδιωτικά για την κυβέρνηση αποτελέσματα σε συνδυασμό με τον «αέρα»που έδωσαν στον ΣΥΡΙΖΑ ήγειραν σχεδόν αυτόματα αμφισβητήσεις για τη συνέχιση του οικονομικού προγράμματος, που μέχρι τότε απέδιδε και είχε προσφέρει τη πρώτη δυνατότητα εξόδου στις αγορές.
Η μετάπτωση λοιπόν από τον «ενάρετο» οικονομικό κύκλο στον συνήθως φθοροποιό ελληνικό πολιτικό κύκλο συνετελέσθη το περασμένο καλοκαίρι.
Και αυτό γιατί όλοι οι παράγοντες της πολιτικής ζωής προσαρμόσθηκαν στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών.
Η αξιωματική αντιπολίτευση αντιμετώπισε την πρωτιά που κέρδισε ως ισχυρή ένδειξη της δυσαρμονίας μεταξύ εκλογικού σώματος και κυβέρνησης και απαίτησε πάραυτα εκλογές, μεταδίδοντας πως αν η κυβέρνηση δεν ενδώσει θα χρησιμοποιήσει την εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας για να τις επιβάλει.
Η κυβέρνηση νοιώθοντας την πίεση τόσο από τη φθορά που η εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος προκαλούσε, όσο και από την διεκδίκηση του κ.Τσίπρα, επιχείρησε να οικοδομήσει ένα σχέδιο απεμπλοκής.
Ο κ. Σαμαράς απέναντι στην διαμορφούμενη αμφισβήτηση προέταξε το επιχείρημα ότι η παρούσα Βουλή θα εκλέξει νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας και οι εκλογές θα γίνουν το 2016.
Και στη βάση αυτής της διπλής επιδίωξης οικοδόμησε σχέδιο πολιτικό και οικονομικό μαζί. Το οποίο στηριζόταν στην ιδέα ότι οι αγορές θα συνεχίσουν να επιβραβεύουν τις προσπάθειές του και στην πρόγνωση ότι η τρόικα θα μαλάκωνε, θα αποδεχόταν την πρόοδο και δεν θα πίεζε αφόρητα την κυβέρνησή του.
Υπέθετε ο Πρωθυπουργός ότι θα διαμόρφωνε θετικό περιβάλλον περί την οικονομία, ικανό να στηρίξει τις προσπάθειές του για εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της θα διασφάλιζε την πολιτική σταθερότητα.
Κάπως έτσι σήκωσε τους τόνους, τον Σεπτέμβριο μίλησε για το τέλος του μνημονίου και την απομάκρυνση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου από την επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας. Και ακόμη έδωσε μεγάλη σημασία στις όποιες υποσχέσεις που έλαβε από την κυρία Μέρκελ και στους όρκους που πήρε από τον Γιουνκέρ, ο οποίος βεβαίως αργότερα ατύχησε και ουδένα μπορούσε να στηρίξει.
Υπερεκτίμησε τότε ο Πρωθυπουργός τις δυνατότητες της πολιτικής διαπραγμάτευσης και υποτίμησε το βάρος της τεχνικοοικονομικής.
Εκείνες οι αναφορές, ωστόσο, ελήφθησαν σοβαρά υπ’όψιν από δανειστές και εταίρους, αξιολογήθηκαν αρνητικά από τις αγορές και διαμόρφωσαν μια νέα ζώνη επιφύλαξης και καχυποψίας απέναντι στην Ελλάδα.
Ο κ. Σαμαράς πήρε την πρώτη ψυχρολουσία στα τέλη Οκτωβρίου όταν ο Γκίκας Χαρδούβελης ανακοίνωσε επισήμως στην κυρία Λαγκάρντ τις επιδιώξεις της ελληνικής κυβέρνησης. Η αντίδραση των αγορών ήταν σχεδόν βάρβαρη, δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνειών. Φανέρωσαν στους πάντες ότι χωρίς την εγγύηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στην ελληνική πολιτική.
Ήταν φανερό από εκείνη τη στιγμή ότι το σχέδιο Σαμαρά δεν στεκόταν, δεν μπορούσε να έχει καμία τύχη.
Έκτοτε, εταίροι, δανειστές κι αγορές σκλήρυναν, δεν άφησαν περιθώρια άμβλυνσης των εντυπώσεων στον κ.Σαμαρά , ο οποίος εγκλωβίστηκε σε μια ατέρμονα διαπραγμάτευση χωρίς τέλος.
Έτσι οι προθεσμίες χάθηκαν, το αδιέξοδο πρόβαλε και η χώρα κινδύνευε να μείνει ξεκρέμαστη, χωρίς κάλυψη από την αρχή του νέου χρόνου. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να αφήσει τη χώρα ούτε μια μέρα χωρίς πρόγραμμα, δεν είχε άλλη επιλογή. Από το σκίσιμο του μνημονίου φθάσαμε στη διεκδίκηση της παράτασης, την οποία λάβαμε χωρίς καταβολή των δόσεων, με την διαπραγμάτευση ανοιχτή, τα μέτρα όλα στο τραπέζι και με την υποχρέωση να έχουμε κλείσει επιτυχώς τον πολιτικό κύκλο μέχρι τα τέλη του Φλεβάρη και να είμαστε σε θέση να προσέλθουμε ξανά στις διαπραγματεύσεις για ολοκλήρωση του προγράμματος και πλήρη εφαρμογή των υπεσχημένων.
Με άλλα λόγια η επίσπευση εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν μια λύση ανάγκης, μια κίνηση υψηλού ρίσκου με μικρές πιθανότητες επιτυχίας, όπως συμβαίνει με όλες τις αποφάσεις της τελευταίας στιγμής.
Η βύθιση του Χρηματιστηρίου αποτυπώνει ακριβώς τις ανησυχίες επιτυχίας του εγχειρήματος. Αν αποτύχει η εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας η χώρα θα πάει γρήγορα στις κάλπες. Και οι κάλπες δεν θα είναι κατ’ ανάγκην λυτρωτικές.

Αντίθετα μπορεί να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας μεγάλης περιπλοκής, η οποία πιθανώς να εμφανισθεί κατά τρόπο έντονο στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Όσο κι αν η δίμηνη παράταση του προγράμματος προσφέρει κάποιες εγγυήσεις ασφάλειας, οι ψυχολογικοί παράγοντες που οι εντάσεις της προεκλογικής περιόδου αναδεικνύουν δεν είναι πάντα ελέγξιμοι.

Ολα μπορούν να συμβούν σε μια χώρα πολιτικά και οικονομικά ασταθή σαν την Ελλάδα. Και βεβαίως τίποτε δεν εγγυάται ότι όλα θα εξελιχθούν ομαλά μετά τις εκλογές.

Η νέα κυβέρνηση θα κληθεί σε ελάχιστο χρόνο που πιθανότατα δεν θα αρκεί να διαπραγματευθεί τις πολλές εκκρεμότητες και θα χρειάζεται νέα παράταση του προγράμματος ακόμη μεγαλύτερη και πιθανώς επαχθέστερη.

Το χάος λοιπόν παραμονεύει. Και γι’ αυτό ας προετοιμαζόμαστε για μια μακρά περίοδο μεγάλης περιπλοκής, στη διάρκεια της οποίας θα κριθούν οι αντοχές των πάντων και των επερχομένων βεβαίως, που τώρα αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πόσο ασφαλέστερη είναι η θέση της αντιπολίτευσης από εκείνη της ευθύνης διαχείρισης των υποθέσεων της χώρας.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk