Τα αγαπημένα μου…

Αιώνες τώρα μας στοιχειώνει η θλίψη του Αμλετ – εμάς και εκατοντάδες αφοσιωμένους σαιξπηρολόγους που αναρωτιούνται συστηματικά για την ένταση, τη διάρκεια, τις βαθύτερες αιτίες της.

Αιώνες τώρα μας στοιχειώνει η θλίψη του Αμλετ – εμάς και εκατοντάδες αφοσιωμένους σαιξπηρολόγους που αναρωτιούνται συστηματικά για την ένταση, τη διάρκεια, τις βαθύτερες αιτίες της. Αλλοι τη βρίσκουν παράλογη ή υπερβολικά παρατεταμένη.Αλλοι τη θεωρούν ένδειξη ψυχικής ασθένειας. Και αν ο πρίγκιπας τη χρησιμοποιεί ως άλλοθι για την αδράνειά του; «Η τρέλα του Αμλετ δεν είναι παρά μια μάσκα για να κρύψει την αδυναμία του» έγραφε ο Οσκαρ Γουάιλντ
Εχουν περάσει περίπου δύο μήνες από το τραγικό γεγονός. Στην πρώτη Πράξη η ίδια η μητέρα του, η Γερτρούδη, εμφανίζεται να παροτρύνει τον Αμλετ να σταματήσει πλέον να ψάχνει με χαμηλωμένα βλέφαρα τον ευγενή πατέρα του στο χώμα. «Το ξέρεις ότι είναι σύνηθες: όλα όσα ζουν πρέπει να πεθάνουν» του λέει για να τον συνετίσει. Τα ίδια και ο νέος βασιλιάς, ο Κλαύδιος, αδελφός του αποθανόντος και δεύτερος σύζυγος της Γερτρούδης. Ολοι χάνουν έναν πατέρα, υποστηρίζει, αλλά τόση θλίψη δεν ταιριάζει σε έναν άνδρα: δείχνει «καρδιά ανοχύρωτη και μυαλό ανυπόμονο».
Τα λόγια τους δεν πτοούν τον μελαγχολικό πρίγκιπα. Απορρίπτει όλα τα τερτίπια και τα δεκανίκια που παραδοσιακά χρησιμοποιούν οι πενθούντες: κάπες στο χρώμα του μελανιού, μαύρα ρούχα, αναπνοές που βγαίνουν ζορισμένες από τον λαιμό, ποτάμια που κυλούν από τα μάτια, όψη σκοτεινιασμένη… Ολα αυτά, εξηγεί, δεν αποδεικνύουν τίποτα, μπορεί κάλλιστα να τα οικειοποιηθεί κανείς προκειμένου να φιλοτεχνήσει ένα πειστικό προσωπείο. Τα δικά του αισθήματα πένθους όμως ξεπερνούν σε δύναμη όλα τα διαθέσιμα εκφραστικά μέσα.
Η τέχνη της υποκριτικής και η έντεχνη υποκρισία συνθέτουν ένα δίπολο που απασχολεί τον ήρωα διαρκώς. Οργίζεται όταν βλέπει την Εκάβη να ζωντανεύει μέσα από την ερμηνεία ενός επαγγελματία ηθοποιού: πώς μπορεί ο τελευταίος να αποδίδει με τόση θέρμη την οδύνη της χαροκαμένης Τρωαδίτισσας τη στιγμή που αυτός, ο Αμλετ, γιος δολοφονημένου βασιλιά, κάθεται άπραγος μπροστά στους ατιμώρητους σφετεριστές του θρόνου;
Ξανά και ξανά ονειρεύεται την αυτοκτονία, εύχεται να έλιωνε η σάρκα του και να γινόταν δροσοσταλίδα. Ολα του φαίνονται «μαραμένα, μονότονα κι ανώφελα». Αν όμως ακούγεται υπερβολικός στις δηλώσεις του – και ξαλαφρώνει την καρδιά του σαν πόρνη, μόνο με λόγια, όπως κατηγορεί τον εαυτό του-, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι πράγματι τρομερή η θέση του. Βυθισμένος στο πένθος, καλείται από το φάντασμα του ίδιου του πατέρα του να εκδικηθεί τον ανίερο χαμό του, ενώ η μητέρα του έχει ήδη τρέξει να χωθεί στα «αιμομικτικά σεντόνια» του θείου του. Τίποτε δεν είναι αυτό που πίστευε ότι ήταν. Μόνος σε όλη τη Δανία, ο Αμλετ δεν έχει πουθενά να στραφεί. Η ανοχύρωτη καρδιά του και το ανυπόμονο, λαμπερό μυαλό του στέκονται παροπλισμένα μπροστά στο ειδεχθές έγκλημα που πρέπει η ευγενική φύση του να διαπράξει. Δεν είναι τρελός – κι ας προσποιείται τον διαταραγμένο για να ταρακουνήσει τους εχθρούς του. Μέσα σε αυτόν τον ιστό δολιότητας, διαφθοράς και ενοχής που τυλίγει τον κόσμο του έργου η εμπειρία της θλίψης, όπως ακραία τη βιώνει ο Αμλετ, αναδύεται με μοναδική αυθεντικότητα και καθαρότητα, αγωνία και πάθος. Θλίψη ανυπέρβλητη, όχι μόνο για την απώλεια του πατέρα αλλά και για την απώλεια της μητέρας, της αγαπημένης Οφηλίας, των παιδικών φίλων, όλων των προσώπων που ήταν γι’ αυτόν σημαντικά.
Προκαλεί λοιπόν στον θεατή ένα άλλο είδος θλίψης όταν βλέπει νέα παιδιά όπως ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί της παράστασης να προσεγγίζουν με τόση επιπολαιότητα τον συγκινησιακό πλούτο του κειμένου. Να εκτονώνουν όλη την επιθυμία ανάδειξης του πλούτου αυτού μέσα από μια πρόχειρη επιλογή γλυκερών ποπ τραγουδιών (από τα 60ς ως σήμερα), σε συνδυασμό με μουσική εποχής αλλά και σύγχρονα κομμάτια, που υπογραμμίζουν διαδοχικά όχι μόνο τα «λυπητερά» σημεία της δράσης (π.χ., το ξεψύχισμα του Αμλετ ή η περιγραφή της αυτοκτονίας της Οφηλίας) αλλά λειτουργούν και ως «χαλί» καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης δημιουργώντας έτσι περιττό αντιπερισπασμό και κουραστική φλυαρία εις βάρος του εκφερόμενου λόγου. Σε καμία περίπτωση «τα αγαπημένα μου» δεν συνιστούν σοβαρή αισθητική πρόταση όταν ασχολείται κανείς με τέτοια σπουδαία κείμενα και όχι με το πάρτι γενεθλίων στο σαλόνι του.
Δεν είναι τυχαίο προφανώς ότι η ίδια αφέλεια χαρακτηρίζει το σύνολο του εγχειρήματος: ένας Αμλετ (Ντένης Μακρής) επεξηγηματικός, όλο ανασήκωμα φρυδιών και ώμων, που αδυνατεί ακόμη και να ψηλαφήσει τον ρόλο, χιλιοϊδωμένα κινησιολογικά ευρήματα (πάλι το επιτόπιο τρέξιμο!), κακές ερμηνείες (με εξαίρεση τον Σαμψών Φύτρο – Πολώνιο), μια κάμερα, χαριτωμένα ενσταντανέ με παιδικές «αναμνήσεις» κ.ο.κ. Η μόνη αξιέπαινη προσπάθεια ανήκει στη μεταφράστρια του κειμένου Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου: η δουλειά της – στην πραγματικότητα ένας άθλος – διακρίνεται από σύγχρονη αμεσότητα, λιτή ποιητικότητα και απόλυτη έλλειψη σοβαροφάνειας ή επιδειξιμανίας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk