Χωρίς να έχει πέσει φως στο ζήτημα των ενδεχόμενων πολιτικών ευθυνών και της ενδεχόμενης εμπλοκής προσώπων με αρμοδιότητες στην κεντρική διοίκηση, συνεχίζεται και οδεύει προς ολοκλήρωση τις επόμενες εβδομάδες, η δίκη των δομημένων ομολόγων.
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση είχε αποκαλυφθεί από το «Βήμα» και είχε προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στην τότε κυβέρνηση της ΝΔ, ενώ για το θέμα είχε συσταθεί και εξεταστική επιτροπή, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα.
Στην πρόταση του ο εισαγγελέας για την υπόθεση των ομολόγων εισηγείται την ενοχή και καταδίκη των κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με παρατηρητές της δίκης, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ακούγονται κατηγορίες σε βάρος των «ένοχων ομολόγων», χωρίς όμως να φωτίζονται όλες οι πτυχές της υπόθεσης και κυρίως αυτές των ενδεχόμενων σχέσεων και επαφών μεταξύ στελεχών της κεντρικής διοίκησης, των διοικήσεων των ταμείων και των εταιρειών που εξέδωσαν τα ομόλογα. Με την πρόταση του εισαγγελέα εμφανίστηκαν πάντως να συντάσσονται οι εκπρόσωποι των υπουργείων Οικονομικών και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που παρέστησαν στην δίκη.
Από την πλευρά του ελληνικού δημοσίου και ειδικότερα του υπουργείου Οικονομικών, επισημάνθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ότι οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν συναλλαγές, ή τις κατέγραφαν πλημμελώς και απλώς τις καταχώριζαν στα λογιστικά και οικονομικά βιβλία, όχι με βάση τα πρότυπα καταγραφής των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών. Αναφέρθηκε επίσης ότι όλες επίδικες συναλλαγές ήταν επικερδείς, ότι δύο από τους κατηγορημένους ομολόγησαν την εικονικότητα των συναλλαγών, καθώς και ότι προκύπτει πολύ σημαντική φοροδιαφυγή.
Βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης είναι πως δεν υπήρξε τεκμηριωμένη εκτίμηση της ζημίας, ενώ έχει αναφερθεί και ότι η πρόταση που είχε διατυπωθεί από τις τράπεζες κατά την επίμαχη περίοδο ήταν να «σπάσουν» τα μακράς διαρκείας ομόλογα.
Επιπλέον, επιμένουν ότιτα δομημένα ομόλογα δεν θα είχαν συμμετάσχει στο PSI+, δεδομένου ότι υπάγονται στο αγγλικό δίκαιο και έτσι θα είχαν περισωθεί εκατομμύρια ευρώ από τα αποθεματικά των ταμείων. Όπως επίσης, και ότι αν τα ασφαλιστικά ταμεία είχαν κρατήσει το ομόλογο, όχι μόνο δεν θα είχαν υποστεί απώλεια λόγω PSI+ αλλά και θα είχαν μία υπεραπόδοση η μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη επένδυση στο χαρτοφυλάκιο τους.
Ερωτήματα πάντως όπως εάν και κατά πόσον υπήρχε κεντρικός συντονισμός στην υπόθεση ή οποιουδήποτε είδους παρέμβαση πολιτική δεν απαντήθηκαν. Το σκέλος της υπόθεσης που αναδεικνύεται είναι αυτό που αφορά τους διοικητές των ταμείων και συγκεκριμένους τραπεζίτες που κατηγορούνται ότι «έστησαν το παιχνίδι».
Η υπεράσπιση έχει επικαλεστεί επανειλημμένως το πόρισμα των εποπτικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου και ειδικότερα του Financial Conduct Authority (FSA) και του ελεγκτικού οργάνου Serious Organized Crime Agency (SOCA).
Αναφέρει πως όταν στις αρχές αυτές είχε φτάσει η καταγγελία για την υπόθεση από την ΑΔΕΔΥ, θεώρησαν τις κατηγορίες παντελώς αβάσιμες και αστήρικτες.
Επιπλέον, επικαλείται το πόρισμα των εποπτικών αρχών των ΗΠΑ και συγκεκριμένα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς(Securities and Exchange Commission – SEC), η οποία επίσης, θεώρησε τις κατηγορίες αβάσιμες και αστήρικτες.