ΥΠΗΡΞΕ Η ΔΙΑΣΗΜΟΤΕΡΗ όμηρος των αριστερών ανταρτών των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FΑRC). Οταν όμως απελευθερώθηκε, το 2008, η Ινγκριντ Μπετανκούρ βυθίστηκε δημοσίως στη σιωπή:αρνήθηκε
πεισματικά να μιλήσει για τα έξι χρόνια που πέρασε στη ζούγκλα. Τώρα με το βιβλίο «Ακόμη και η σιωπή έχει ένα τέλος»- στίχος του Πάμπλο Νερούδα- η πρώην υποψήφια πρόεδρος της Κολομβίας, που είδε την πολιτική
της καριέρα να καταστρέφεται, τις οικογενειακές σχέσεις της να τινάζονται στον αέρα και τους πρώην συντρόφους της να την κατηγορούν ως «ψεύτρα και αλαζονική», δίνει επιτέλους τη δική της εκδοχή.

Η 48χρονη γαλλοκολομβιανή πρώην πολιτικός χρειάστηκε ενάμιση χρόνο «απομόνωσης» για να ολοκληρώσει το σχεδόν 700 σελίδων χρονικό της ομηρείας της- στα γαλλικά, «γιατί αυτή η γλώσσα με βοήθησε να κρατήσω μια απαραίτητη απόσταση από τον συναισθηματισμό». Περιγράφει τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, τις στερήσεις, τα βασανιστήρια, τις απόπειρες απόδρασης, αλλά και τις σχεδόν εχθρικές σχέσεις της με τους άλλους ομήρους.

Τα απομνημονεύματα χαρακτηρίστηκαν «έξοχα γραμμένα» και «ποιητικά» από τον γαλλικό Τύπο, αλλά έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ιδίως από την πρώην συγκρατούμενη και πρώην στενή συνεργάτιδά της, την Κλάρα Ρόχας. Η Μπετανκούρ ισχυρίζεται ότι η Ρόχας είχε ζητήσει επίσημη άδεια από τους αντάρτες των FΑRC για να γεννήσει ενώ τελούσε υπό ομηρεία. «Πώς τολμάει να υπαινιχθεί κάτι τέτοιο χωρίς στοιχεία;» εξερράγη η Ρόχας, ενώ δήλωσε ότι στην πραγματικότητα, μετά τη γέννηση του γιου της Μανουέλ, το 2006, η Μπετανκούρ της είπε: «Δώσε το μωρό στους αντάρτες και ξέχασέ το!». Αλλοι πρώην όμηροι κάνουν λόγο για μια γυναίκα αλαζονική, δύσκολη στη συνύπαρξη και αντιπαθή. Σε βιβλίο που έγραψαν από κοινού οι αμερικανοί πρώην συγκρατούμενοί της Μαρκ Γκονσάλβες , Κιθ Στάνσελ και Τόμας Χόουις την κατηγόρησαν ευθέως ότι «απαιτούσε και πετύχαινε με κολακείες» καλύτερη μεταχείριση λόγω της κοινωνικής και πολιτικής θέσης της. Η Μπετανκούρ αποδίδει την αντιπάθεια των πρώην συντρόφων της στο ότι η ίδια βρισκόταν στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας εκστρατείας, ενώ εκείνοι αισθάνονταν εγκαταλελειμμένοι.

Παράλληλα, ο εν διαστάσει σύζυγός της Χουάν Κάρλος Λεκόντ κατέθεσε αγωγή διαζυγίου επικαλούμενος λόγους «απιστίας και αχαριστίας» και αξιώνοντας τη μισή περιουσία της. Αν πάντως υπολογίζει στις πωλήσεις των απομνημονευμάτων της Μπετανκούρ, στην Κολομβία ενδέχεται να απογοητευτεί. Εγινε ιδιαίτερα αντιπαθής όταν πέρυσι τον Ιούλιο κατέθεσε αγωγή εναντίον της χώρας της, κατηγορώντας την ότι απέτυχε να την προστατεύσει από τους αντάρτες και ζητώντας αποζημίωση 5,5 εκατ. ευρώ. Παρ΄ όλο που λίγες ημέρες αργότερα την απέσυρε, πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει ότι το 80% των Κολομβιανών αντιπαθεί την πρώην υποψήφια πρόεδρο.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΛΟΥΣΙΑ, ΕΓΙΝΕ ΦΙΛΟΔΟΞΗ

Γόνος μιας από τις παλαιότερες ολιγαρχικές οικογένειες της Κολομβίας,με γαλλικές ρίζες,η Ινγκριντ Μπετανκούργεννήθηκε στην Μπογκοτά,αλλά λόγω του διπλωμάτη και πολιτικού πατέρα της μεγάλωσε στο Παρίσι.Ο πρώτος γάμος της,με τονΦαμπρίς Ντελουαγέ, της χάρισε δύο παιδιά και τη γαλλική υπηκοότητα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η έντονη εμπλοκή του προέδρου Νικολά Σαρκοζίστις διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή της.

Χώρισε,επέστρεψε στην Κολομβία και μπήκε στην πολιτική το 1990.Γρήγορα εξελέγη βουλευτής και μετά γερουσιαστής, ενώ το 1997 παντρεύτηκε τον Χουάν Κάρλος Λεκόντ. Πέντε χρόνια αργότερα ήταν υποψήφια για την προεδρία της χώρας με το δικό της «Πράσινο Κόμμα- Οξυγόνο».Η επιμονή της να μπει,στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας της,στην Αποστρατικοποιημένη Ζώνη την οποία λυμαίνονταν οι αντάρτες των FΑRC, οδήγησε στην ομηρεία της.Μετά την απελευθέρωσή της το 2008, μοιράζει τη ζωή της σε δύο πόλεις,τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΟΜΗΡΕΙΑΣ
2.321 μερόνυχτα στη ζούγκλα
Η φιλία έσβησε δεμένη στις αλυσίδες

Ιούλιος 2008. Με τα παιδιά της στην Μπογκοτά μετά την απελευθέρωση

«Ημασταν δεμένες(σ.σ.: με τη συνεργάτιδά της, επίσης όμηρο,Κλάρα Ρόχας)σε ένα δέντρο επί 24 ώρες το 24ωρο κάτω από μια κουνουπιέρα που κάλυπτε μόλις δυόμισι τετραγωνικά μέτρα.Κάποια στιγμή ανακάλυψα με έκπληξη ότι η Κλάρα είχε καταναλώσει τις κοινές μας προμήθειες σε τυρί και βιταμίνη C.Ενιωσα προδομένη»γράφει για τη διάλυση της φιλίας της με τη Ρόχας.

Απόδραση; Ξυλοδαρμός…
«Βυθίστηκα σε λήθαργο,χάνοντας κάθε αίσθηση του χρόνου.Ηξερα ότι το σώμα μου ήταν το αντικείμενο των βίαιων πράξεών τους,οι φωνές τους αντηχούσαν γύρω μου σαν να βρισκόμουν σε τούνελ»γράφει για τον ξυλοδαρμό που υπέστη έπειτα από μια αποτυχημένη απόπειρα απόδρασής της.

Δίψα,πείνα,έντομα,μολύνσεις
«Διψούσα και πεινούσα.Κρύωνα.Τα πόδια μου ήταν γεμάτα από τεράστιες φουσκάλες που είχαν σκάσει και το δέρμα μου είχε κολλήσει στις μουσκεμένες κάλτσες μου.Με τσιμπούσαν παντού μικροσκοπικοί ψύλλοι.Δεν μπορούσα να τους δω,αλλά μπορούσα να τους νιώσω να σέρνονται επάνω μου.Η λάσπη κολλούσε στα δάχτυλά μου και έμπαινε κάτω από τα νύχια μου,προκαλώντας μολύνσεις και σκασίματα»γράφει.

«Νόμιζα ότι ήμουν σύμβολο για όλους»
«Δεν ήμουν αρκετά ευαίσθητη για να καταλάβω την απόγνωση των άλλων ομήρων.Εβλεπα τον εαυτό μου ως ένα σύμβολο που θα ήταν χρήσιμο για όλους μας.Δεν είχα καταλάβει ότι όλοι θέλουν να έχουν τη θέση τους»αναφέρει σε μια στιγμή αυτοκριτικής για τη στάση της απέναντι στους συγκρατουμένους της.

Αντάρτισσες: άλλες βιασμένες, άλλες με τολμηρά εσώρουχα
«Οι αντάρτισσες απαγορευόταν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με τους αντάρτες.Στην πράξη όμως η κοπέλα μπορούσε να αρνηθεί μία,δύο, αλλά όχι και τρεις φορές.Διαφορετικά θα την κατηγορούσαν για “έλλειψη επαναστατικής αλληλεγγύης”» λέει για τις γυναίκες του FΑRC.

Προσθέτει όμως ότι«κάποιες υπερηφανεύονταν για τα τολμηρά εσώρουχα που φορούσαν κάτω από τις στολές εκστρατείας».

Γεύση ελευθερίας
«Τα μάτια μου άνοιξαν σε έναν άλλο κόσμο. Μόλις με είχαν εκτοξεύσει στη ζωή.Με πλημμύρισε μια πλούσια,έντονη αίσθηση γαλήνης». Ετσι περιγράφει πώς ένιωσε μόλις της ανακοίνωσαν ότι είναι ελεύθερη.