Στο βιβλίο του «Ιn Retrospect» (έκδοση 1995) που είναι περισσότερο απολογία και αίτηση συγγνώμης παρά αυτοβιογραφία ο Ρόμπερτ Μακναμάρα απορεί πώς δεν είχε το θάρρος να πει δημόσια αυτά που εμπιστευόταν στις κατ΄ ιδίαν συζητήσεις του με τον πρόεδρο Τζόνσον και με άλλα κυβερνητικά στελέχη για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Τον πόλεμό «του». Και όμως ήταν ο άνθρωπος που όρθωσε το ανάστημά του όταν, νεαρός βοηθητικός οπλίτης στον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο συνταγματάρχης της υπηρεσίας στην οποία ήταν απεσπασμένος του αμφισβήτησε κάποια στατιστικά στοιχεία. Παιδί-ιδιοφυΐα με τιμητικές υποτροφίες διαδοχικά στο Μπέρκλεϊ και αργότερα στο Χάρβαρντ, γιος εμπόρου παπουτσιών στο Σαν Φρανσίσκο όπου γεννήθηκε το 1916, ο Μακναμάρα «αλιεύθηκε» το 1946 από τους κυνηγούς ταλέντων της εταιρείας Ford, του Ντιτρόιτ, και σε 14 χρόνια έφθασε στην ύψιστη θέσητου προέδρου της μεγαλύτερης τότε αυτοκινητοβιομηχανίας. Εκεί τον επεσήμανε ο Ρόμπερτ Κένεντι και τον οδήγησε στο επιτελείο του αδελφού του Τζον, λίγες ημέρες μετά την εκλογή του ως προέδρου. Προτού περάσουν επτά εβδομάδες ο Μακναμάρα ήταν το αστέρι της προεδρικής ομάδας. Ο David Ηalberstam στο μνημειώδες βιβλίο του «Τhe Βest and the Βrightest» δεν κρύβει τον θαυμασμό του για «την ταχύτητα σκέψης,τη σαφήνεια διατύπωσης, την ακρίβεια της τεκμηρίωσης (…) του ήθους και της δύναμης χαρακτήρα» που διέθετε. Και δεν ήταν τυχαία τα πρόσωπα της ομάδας. Ντιν Ρασκ,Τζορτζ Μπολ, Μακ και Μπιλ Μπάντι – όλοι υπουργοί και προεδρικοί σύμβουλοι αργότερα.
Ο πρόεδρος Κένεντι ήθελε να του δώσει το υπουργείο Οικονομικών, αλλά ο Μακναμάρα το αρνήθηκε. Του πρόσφερε κατόπιν το Πεντάγωνο. «Δεν έχω τα προσόντα» του απάντησε. Ο Κένεντι επέμεινε- «και ποιος τα έχει;» ήταν το προεδρικό σχόλιο. Ετσι ο Ρόμπερτ Μακναμάρα έγινε υπουργός Αμυνας. Ωστόσο προτού καλά καλά αναλάβει και ενημερωθεί από τη στρατιωτική ηγεσία έγινε το φιάσκο της εισβολής στην Κούβα και μολονότι η απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων και η όλη επιχείρηση ήταν υπόθεση της CΙΑ και των κουβανών μαφιόζων του Μαϊάμι οι συνέπειες ήταν βαριές για τη φήμη και το κύρος των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων, πολιτικός αρχηγός των οποίων ήταν ο Μακναμάρα. Πολλοί αμερικανοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η στάση του Μακναμάρα για το Βιετνάμ έχει την καταγωγή της στην πικρία που αισθάνθηκε για την αποτυχία της εισβολής στην Κούβα και η εμμονή του για τη συνέχιση του πολέμου στο Βιετνάμ οφειλόταν στο ότι δεν άντεχε να υποστεί ακόμη μία αποτυχία. Τελικά, φυσικά, δεν ήταν δυνατόν να την αποφύγει, ούτε και την ευθύνη της αμερικανικής ήττας. Οι μυριάδες των Αμερικανών που διαδήλωναν καθημερινά εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, στον Μακναμάρα χρέωναν τον πόλεμο- ήταν ο «πόλεμος του Μακναμάρα» (ΜcΝamara΄s war).
Και όμως, αυτός ο άνθρωπος διέγνωσε από πολύ νωρίς ότι δεν υπήρχε ελπίδα νίκης. Τον Δεκέμβριο του 1965 πληροφορεί τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον ότι, με βάση στατιστικά στοιχεία, οι πιθανότητες να σωθεί το Νότιο Βιετνάμ ήταν πενήντα- πενήντα. Ηξερε τι έλεγε, καθώς η στατιστική οικονομία ήταν η ακαδημαϊκή ειδίκευσή του. Εξι μήνες αργότερα εμπιστεύεται τη «ζωηρή ανησυχία» του για την τύχη του πολέμου στον επί τιμή προεδρικό σύμβουλο Αβερελ Χάριμαν . Περίπτωση στρατιωτικής νίκης αποκλείεται και επιμένει ότι πρέπει να αναζητηθεί «διαπραγματευτική μεθόδευση» για έξοδο της Αμερικής από την άβυσσο. Καθώς η κατάσταση δεν βελτιώνεται και οι νεκροί αμερικανοί στρατιώτες μετρούνται σε χιλιάδες πλέον, ο Μακναμάρα υποβάλλει στις 19 Μαΐου του 1967 στον πρόεδρο Τζόνσον ένα υπόμνημα 39 σελίδων δηλώνοντας την πλήρη αντίθεσή του στην αίτηση του αρχηγού των αμερικανικών δυνάμεων στο Βιετνάμ στρατηγού Γουίλιαμ Γουέστμορλαντ για ακόμη 200.000 στρατιώτες. Επιμένει ότι «η μόνη διέξοδος» είναι οι διαπραγματεύσεις. Ο πόλεμος «έλαβε διαστάσεις και πήρε τροπή τέτοια ώστε θα πρέπει να σταματήσει και όχι να επεκταθεί » γράφει. Και για πρώτη φορά προειδοποιεί τον πρόεδρο: Η αύξηση των αμερικανικών δυνάμεων «οδηγεί σε μια μεγάλη εθνική καταστροφή».
Ο Τζόνσον δεν τον άκουσε, αλλά ούτε ο Μακναμάρα παραιτήθηκε. Κι ας δοκίμαζε πέρα από τη δραματική κατάσταση στο Βιετνάμ οικογενειακό δράμα. Η γυναίκα του είχε καρκίνο και τα τρία αγόρια του εγκατέλειψαν το σπίτι διαφωνώντας με τον πατέρα τους για τον πόλεμο, για τον οποίο τον θεωρούν υπεύθυνο. Τι τον κρατούσε στο Πεντάγωνο επικεφαλής- τυπικά τουλάχιστον- μιας πολεμικής επιχείρησης που τη θεωρούσε καταδικασμένη; Ο ίδιος στο «Ιn Retrospect» δεν έχει σαφή απάντηση, αν και αφήνει να εννοηθεί ότι, όπως όλη η πολιτική ηγεσία εκείνης της εποχής, πίστευε στη θεωρία του ντόμινο, ότι όταν μια χώρα «υπέκυπτε στον κομμουνισμό» υπέκυπταν κατόπιν η μία μετά την άλλη όλες οι γειτονικές της χώρες… Την επινόησε ο Αϊζενχάουερ, το 1954, με βάση τη σταδιακή εξάπλωση της Ιαπωνίας στον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο, και την είχε υιοθετήσει όλος ο πολιτικός κόσμος στην Ουάσιγκτον. Εβλεπαν τον πόλεμο στο Βιετνάμ ως επεκτατική επιχείρηση της Κίνας, ως έκφραση της πολιτικής του Μάο «να κομμουνιστικοποιήσει όλη την Ασία» και όχι ως απελευθερωτικό πόλεμο των Βιετναμέζων.
Τελικά τον Φεβρουάριο του 1968, ύστερα από εξίμισι ετών παραμονή, ο Μακναμάρα αποχώρησε από το Πεντάγωνο και ο ίδιος στα απομνημονεύματά του γράφει ότι δεν κατάλαβε αν παραιτήθηκε ή απολύθηκε από τον Τζόνσον, με τον οποίο οι σχέσεις «ήταν πλέον περισσότερο από ψυχρές». Ο Τζόνσον όμως φρόντισε και τον τοποθέτησε πρόεδρο στην Παγκόσμια Τράπεζα, όπου έμεινε διοικητής ως το 1981 και μάλιστα άφησε εποχή. Διότι ενώ ως το 1968, όταν ανέλαβε, τα δάνεια της τράπεζας στις χώρες του Τρίτου Κόσμου μόλις ξεπερνούσαν το 1 δισ. δολάρια, επί Μακναμάρα υπερδεκαπλασιάστηκαν. Εφθασαν τα 11,5 δισ. δολάρια. Οι βιογράφοι του εξηγούν ότι αυτό ήταν ένα είδος έμπρακτης συγγνώμης του για τις καταστροφές που προκάλεσε ο πόλεμός «του» στο Βιετνάμ.
Εδωσε όμως και μια πιο πραγματική συγγνώμη στο Βιετνάμ. Το καλοκαίρι του 1995 επισκέφθηκε το Ανόι και συναντήθηκε με τον στρατηγό Βε Νγκουγέν Τζιάπ, αρχηγό των βορειοβιετναμικών δυνάμεων, τον αντίπαλό του στον πόλεμό «του». Δυσκολεύθηκε στην αρχή να αρθρώσει μια λέξη. Εκλαψε, καθώς ο Τζιάπ τον αγκάλιασε και του χτύπησε φιλικά την πλάτη. Τα τελευταία χρόνια ο Μακναμάρα πήρε μέρος σε διεθνή φόρα ακαδημαϊκών και πολιτικών για τον πυρηνικό αφοπλισμό και χαιρέτισε την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα σαν «μια μεγάλη ελπίδα» για να καταργηθούν τα όπλα μαζικής καταστροφής. Σε συνέντευξή του στους «Financial Τimes» το 2005, η οποία είχε διεθνή απήχηση, σάρκασε τα εξοπλιστικά προγράμματα και χαρακτήρισε «τρέλα» το ότι η Αμερική έχει 2.000 πυρηνικά όπλα τα οποία μπορεί να ενεργοποιήσει σε 15 λεπτά.
Ο Ρόμπερτ Μακναμάρα πέθανε στο σπίτι του την περασμένη Δευτέρα, σε ηλικία 93 ετών.



