«Ή έξω από τη φυλακή νεκροί!». Μότο που συνήθιζε να λέει ο γάλλος κακοποιός Ζακ Μεσρίν, ο γκάνγκστερ με τα χίλια πρόσωπα, όπως ήταν το παρατσούκλι του υπ΄ αριθμόν 1 δημόσιου κινδύνου της Γαλλίας. Με το πρόσωπο τουΒενσάν Κασέλσε μια ερμηνεία που του χάρισε εφέτος το βραβείο Σεζάρ και η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα τον ακολουθεί χρόνια, οΖαν-Φρανσουά Ρισέσκηνοθέτησε ένα κινηματογραφικό δίπτυχο επαναφέροντας τον τρόμο της Γαλλίας στην επικαιρότητα 30 χρόνια μετά τον θάνατό του. Οι δύο ταινίες ρίχνουν για πρώτη φορά φως μυθοπλασίας στην πολύπλοκη προσωπικότητα του μεγαλύτερου γάλλου παρανόμου του περασμένου αιώνα.
Πρωτότυπος τίτλος της πρώτης ταινίας, που από την προπερασμένη Πέμπτη προβάλλεται στις αίθουσες, είναι «L΄ instinct de mort» («Το ένστικτο του θανάτου»). Αυτός ήταν και ο τίτλος του αυτοβιογραφικού βιβλίου του Μεσρίν, το οποίο γράφτηκε ενώ βρισκόταν στη φυλακή, εκδόθηκε μυστικά και έγινε μπεστ σέλερ. Η δεύτερη ταινία, που θα αρχίσει να προβάλλεται στην Ελλάδα την ερχόμενη Πέμπτη 7 Μαΐου, έχει ως τίτλο το σήμα κατατεθέν του κακοποιού: «L΄ ennemi public no. 1», δηλαδή «Υπ΄ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος». Στην Ελλάδα οι δύο ταινίες προβάλλονται ως «Υπ΄ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος, μέρος 1ο» και «Μέρος 2ο».
Στο πρώτο φιλμ παρακολουθούμε τη ζωή του Μεσρίν από τη συμμετοχή του στον πόλεμο της Αλγερίας και τα πρώτα του βήματα στο έγκλημα ως τη δράση του στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην επιστροφή του στη Γαλλία. Οι σχέσεις του με την κακοποιό Ζαν Σνάιντερ(Σεσίλ ντε Φρανς) και διάφορους άλλους γκάνγκστερ, όπως ο μέντοράς του Γκουίντο (Ζεράρ Ντεπαρντιέ), καθορίζουν αμετάκλητα τη μετέπειτα πορεία του στο έγκλημα.
Ρατσιστής, εθνικόφρων (ψυχρός εκτελεστής στον πόλεμο της Αλγερίας), ικανός να κομματιάσει με το μαχαίρι τον εχθρό του ζωντανό, απρόβλεπτος στις αντιδράσεις του προς τις γυναίκες (άλλοτε γλυκός και τρυφερός, άλλοτε τερατώδης και βάναυσος), ο Μεσρίν, σύμφωνα με την πρώτη ταινία, στράφηκε προς το έγκλημα εξαιτίας της παρορμητικότητας του χαρακτήρα του αλλά και της αδυναμίας του να ενταχθεί σε οποιοδήποτε «σύστημα». Ως ήρωας θυμίζει κάπως τον «Σημαδεμένο» τουΑλ Πατσίνο(μέσα στην παράνοιά του ακολουθεί πιστά έναν κώδικα ηθικής), την ώρα που ο φακός του Ρισέ παρακολουθεί τα δρώμενα με την όρεξη των «Καλών παιδιών» τουΜάρτιν Σκορσέζε.
Κατά τον σκηνοθέτη,«το τέλος της πρώτης ταινίαςσηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του Μεσρίν», αφού στη δεύτερη ταινία βλέπουμε πώς ο Μεσρίν αυτοτροφοδότησε τον θρύλο του για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του κερδίζοντας την εύνοια των media αλλά και του κόσμου. Οι δύο ταινίες διαφοροποιούνται ως προς τη δομή τους γιατί στο πρώτο έργο βλέπουμε πώς στήνεται η στρατηγική ενός πολέμου ενώ στο δεύτερο βλέπουμε τον ίδιο τον πόλεμο.
Η ιδέα για μια τετράωρη ταινία χωρισμένη σε δύο μέρη (όπως περίπου το «Κill Βill» τουΚουέντιν Τα ραντίνο ή ο «Τσε» τουΣτίβεν Σόντερμπεργκ ) υπήρξε αποκρυστάλλωση μιας παιδικής «φαντασίωσης» του παραγωγούΤομά Λανγκμάν που θα γινόταν πραγματικότητα πολλά χρόνια μετά, όταν ο παραγωγός συνάντησε τον σκηνοθέτη Ζ.-Φ. Ρισέ και τον σεναριογράφο Αμπντέλ Ραούφ Νταφρί.
Οι τρεις τους κατέληξαν ότι το υλικό για τη ζωή του Μεσρίν ήταν αρκετό για δύο ταινίες, οι οποίες όμως κινηματογραφήθηκαν παράλληλα. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Μάιο του 2007 και ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του 2008, διαρκώντας συνολικά 33 εβδομάδες, ενώ για τις ανάγκες της παραγωγής η κινηματογραφική ομάδα επισκέφθηκε τη Γαλλία, τον Καναδά, την Αμερική, την Ισπανία, την Αγγλία και την Αλγερία διαγράφοντας παρόμοια πορεία με αυτήν που ακολούθησε ο Μεσρίν στη ζωή του.
Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, οι απόψεις για τον Μεσρίν είναι αντικρουόμενες.
«Αλλοι τον βλέπουν σαν Ρομπέν των Δασών και άλλοι σαν δολοφόνο, τίποτε από αυτά όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα»αναφέρει ο Ρισέ. «Για μένα ήταν κατ΄ εξοχήν ένας άνθρωπος με αρχές:άπαξ και έδινε τον λόγο του θα έκανε τα πάντα για να τον τηρήσει,ανεξαρτήτως συνθηκών.Και ζούσε τα όνειρά του.O Μεσρίν ανήκε στην εργατική τάξη, δεν μπορούσε όμως να φανταστεί τον εαυτό του απλό εργάτη. Προτίμησε να έρθει σε αντίθεση με το περιβάλλον του και να γίνει ληστής τραπεζών, εμπνευσμένος από τις ταινίες του Γκάρι Κούπερ. Εξακολουθώ να τον μελετώ και ανακαλύπτω όλο και κάτι καινούργιο γι΄ αυτόν».
Το χρονολόγιο ενός εγκληματία
Η πρώτη ταινία 1936:
Ο Ζακ Μεσρίν γεννιέται στο Κλισί από οικογένεια εργατικής τάξης (ο πατέρας ήταν εργάτης σε βιομηχανία κεντημάτων).
1956:
Φεύγει για τον πόλεμο της Αλγερίας και ύστερα από τρία χρόνια επιστρέφει με παράσημο καλής συμπεριφοράς.
1961:
Παντρεύεται με την Ισπανίδα Μαρία ντε λα Σολεδάδ στο Παρίσι. Χωρίζουν το 1965. Είναι γονείς τριών παιδιών.
1962:
Πρώτη φυλάκιση για ληστεία. 1966:
Συναντά τη Ζαν Σνάιντερ, το θηλυκό alter ego του. Μαζί φυγαδεύονται στον Καναδά.
1969:
Απαγωγή του καναδού δισεκατομμυριούχου Ντελοριέ.
1969:
Οι Μεσρίν- Σνάιντερ συλλαμβάνονται στο Τέξας, παραδίδονται στις αρχές του Καναδά και καταδικάζονται σε 15 και 10 χρόνια κράτησης αντίστοιχα.
1972:
Ο Μεσρίν αποδρά από τη σωφρονιστική φυλακή του Σαν Βενσάν ντε Πολ και 15 ημέρες αργότερα επιστρέφει για να απελευθερώσει τους συντρόφους του! Τότε κηρύσσεται «Δημόσιος κίνδυνος Νο. 1» στον Καναδά. Καταφεύγει στη Βενεζουέλα αφού έχει ληστέψει αρκετές τράπεζες.
1972:
Επιστροφή στη Γαλλία. Η δεύτερη ταινία 1973:
Πρώτη σύλληψη πριν από την εντυπωσιακή απόδρασή του από το δικαστήριο Κομπιέν, κατά την οποία παίρνει τον δικηγόρο του ως όμηρο. Συλλαμβάνεται ξανά από τον διευθυντή της Αστυνομίας Μπρουσάρ, τον οποίο υποδέχεται με ένα ποτήρι σαμπάνιας. Από τη στιγμή αυτή θεωρείται «Δημόσιος κίνδυνος Νο. 1» και στη Γαλλία.
1977:
Εκδίδεται η αυτοβιογραφία του «Το ένστικτο του θανάτου», την οποία έγραψε και μοίραζε κρυφά στη φυλακή. Στη δίκη του στο Παρίσι ο Μεσρίν ελκύει τα ΜΜΕ. Καταδικάζεται σε 20 χρόνια κάθειρξης.
1978:
Απόδραση από τη φυλακή Λα Σαντέ με τον συνεργό του Φρανσουά Μπες. Επίθεση στο καζίνο Ντοβίλ. Πρώτη γνωριμία με τη Σιλβιά Ζανζακό, με την οποία θα ταξιδέψει στην Ιταλία και στο Λονδίνο. Προσπάθεια απαγωγής του δικαστή Πετί.
1979:
Απαγωγή του δισεκατομμυριούχου Λελιέβρ και του δημοσιογράφου Τιλιέ, ο οποίος βρίσκεται στη συνέχεια νεκρός. Ο Μεσρίν κατακλύζει τα ΜΜΕ με συνεντεύξεις και φωτογραφίσεις. Δημιουργείται ειδικό αστυνομικό κλιμάκιο που ακούει στο όνομα «Αντι-Μεσρίν». 2.11.1979:
Ο Ζακ Μεσρίν πυροβολείται θανάσιμα στο κέντρο του Παρισιού, στην πλατεία Κλινιανκούρ, από τους άντρες του Μπρουσάρ. Η ερωμένη του Σιλβιά Ζανζακό τραυματίζεται σοβαρά.
Ο Μεσρίν και τα media
Το πλήθος των κατορθωμάτων αλλά και ο φαντασμαγορικός θάνατος του Ζακ Μεσρίν έπλασαν τον μύθο του, ο οποίος όμως δεν θα ήταν ο ίδιος χωρίς τη συμβολή των ΜΜΕ. Το χιούμορ και η μαεστρία του Μεσρίν στις μεταμορφώσεις εντυπωσίασαν τους δημοσιογράφους και εκείνος το εκμεταλλεύτηκε. Η φήμη του στη Γαλλία «ωρίμασε» το 1975 μετά το απειλητικό γράμμα του προς δημοσιογράφο της εφημερίδας «Εxpress» επειδή ο τελευταίος είχε υπογράψει άρθρο αντίθετο με τις απόψεις του Μεσρίν. Μετά την έκδοση της αυτοβιογραφίας του, μια αίθουσα δικαστηρίων στο Παρίσι φιλοξένησε μία ακόμη επίδειξη τόλμης και ευφυΐας του Μεσρίν την οποία αναπαρήγαγαν με ενθουσιασμό οι εφημερίδες. Ενα απόσπασμα:
Δικαστής:
«Και τι ακριβώς κάνατε με τα χρήματα της ληστείας;».
Μεσρίν:
«Τα έβαλα στην τράπεζα, κύριε δικαστά. Εξακολουθεί να είναι το πιο ασφαλές μέρος για να φυλάξει κανείς τα χρήματά του».
Η απόδρασή του από τη φυλακή Λα Σαντέ τον Μάρτιο του 1978 ακολουθήθηκε από συνεργασίες του Μεσρίν με διάφορες εφημερίδες για τις οποίες ανασκεύαζε τα όσα λέγονταν γι΄ αυτόν. Δύο συνεντεύξεις του στο «Ρaris Μatch» και στη «Lib ration», συνοδευμένες από προκλητικές φωτογραφίσεις του με όπλο στο χέρι και με ακάλυπτο πρόσωπο, αποκαλύπτουν λεπτομέρειες για τις αποδράσεις του και τις ελπίδες του για το μέλλον. Χάρη στα ΜΜΕ η απόδραση του Μεσρίν έγινε ζωντανό έπος, ενώ όταν τα κατορθώματά του ατονούσαν ο Μεσρίν δεν δίσταζε να πουλάει φωτογραφίες με την ερωμένη τουΣιλβιά Ζανζακόσε εβδομαδιαία έντυπα. Μάλιστα ανακηρύχθηκε Αντρας της Χρονιάς 1978 από κάποιο περιοδικό. Τα μέσα όμως που του είχαν εξασφαλίσει την τεράστια δημοτικότητά του ήταν εκείνα που τον αποκαθήλωσαν όταν το 1979 απήγαγε και τελικά σκότωσε τον δημοσιογράφο Ζακ Τιλιέμε την υποψία ότι τον είχε καταδώσει. Ο Μεσρίν προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του με γράμματα προς τον «Μonde» και τη «Lib ration», στέλνοντας παράλληλα τρεις πολαρόιντ που έδειχναν τον Τιλιέ γυμνό στο πάτωμα, ανήμπορο και αιμόφυρτο. Το θέαμα ξεπέρασε τα όρια των αναγνωστών κλείνοντας τις σχέσεις του Μεσρίν με τα media δύο μήνες προτού ο «Υπ΄ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος» πέσει νεκρός από τις σφαίρες της Αστυνομίας.



