▅ Το 2005 αντιστοιχούσαν μόλις 1,28 παιδιά σε κάθε γυναίκα, όταν πριν από τριάντα χρόνια η μέση Ελληνίδα είχε 2,32 τέκνα
▅ Δύο στις δέκα Ελληνίδες έχουν πτυχίο ανώτερης ή ανώτατης σχολής, ωστόσο έξι στις δέκα είναι ηλεκτρονικά αναλφάβητες!

▅ Με ποσοστό 13,3%- έναντι 5,4% των ανδρών- η ανεργία των γυναικών της χώρας είναι η δεύτερη υψηλότερη στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης
Ενα από τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ενωση κατέχει η Ελλάδα, γεγονός που αποτελεί βασική αιτία της γήρανσης του πληθυσμού στη χώρα. Πριν από 30 και πλέον χρόνια, τα παιδιά που γεννούσαν οι Ελληνίδες ήταν αναλογικά περισσότερα από εκείνα που γεννιούνταν στην ΕΕ, ωστόσο έκτοτε ο δείκτης γονιμότητας ακολουθεί πτωτική πορεία και σήμερα πλέον είναι από τους μικρότερους στην ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat για το 2005, σε κάθε Ελληνίδα αντιστοιχούν 1,28 παιδιά, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται σε 1,51 παιδιά. Ο σχετικός δείκτης ήταν πολύ υψηλότερος το 1975, όταν σε κάθε Ελληνίδα αναλογούσαν 2,32 παιδιά, ενώ σε κάθε Ευρωπαία 2,02.

Ο δείκτης γονιμότητας των Ελληνίδων είναι ο πέμπτος μικρότερος στην ΕΕ των «27» και ο χαμηλότερος μεταξύ των 15 «παλαιών» κρατών-μελών. Χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας κατέχουν μόνο οι Πολωνέζες με 1,24 παιδιά έκαστη, οι Σλοβάκες με 1,25, οι Σλοβένες με 1,26 και οι Λιθουανές με 1,27. Ο «κανόνας» των δύο παιδιών ανά οικογένεια δεν ισχύει πλέον ούτε στην ΕΕ, με μόνη εξαίρεση χώρες όπως η Γαλλία και η Ιρλανδία όπου ο δείκτης γονιμότητας παραμένει στο 1,92 και 1,88 αντίστοιχα, ενώ στο 1,8 βρίσκεται σε Δανία, Φινλανδία και Βρετανία.

Το πρόβλημα της υπογεννητικότητας αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση του πληθυσμού της χώρας παρά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, οι Ελληνίδες που γεννήθηκαν το 2005 θα ζήσουν κατά μέσον όρο 81,5 έτη και οι Ελληνες 76,6, ενώ στο σύνολο της ΕΕ το προσδόκιμο ζωής διαμορφώνεται στο 81,5 για τις γυναίκες και το 75,4 για τους άνδρες. Σύμφωνα δε με τις δημογραφικές υποθέσεις, το 2050 η μέση διάρκεια ζωής θα έχει ανέλθει στα 85,1 έτη για τις Ελληνίδες και τα 80,3 χρόνια για τους Ελληνες, ενώ αύξηση αναμένεται να σημειώσει το προσδόκιμο ζωής σε ολόκληρη την ΕΕ: το 2050 οι γυναίκες θα ζουν πάνω από τα 80 έτη της ηλικίας τους σε όλες τις χώρες της ΕΕ, ενώ το προσδόκιμο ζωής των ανδρών θα κυμαίνεται από 75,5 στη Λιθουανία ως 83,6 σε Ιταλία και Αυστρία.

Η απειλή της ανεργίας είναι μεγαλύτερη για τις Ελληνίδες, τόσο σε σχέση με τους Ελληνες όσο και με τις περισσότερες άλλες Ευρωπαίες. Με ποσοστό ανεργίας 13,3%, η ψαλίδα των οκτώ περίπου ποσοστιαίων μονάδων που τις χωρίζει από το 5,4% της ανεργίας των ανδρών είναι η μεγαλύτερη στην ΕΕ.

Επιπλέον η ανεργία των γυναικών στη χώρα είναι η δεύτερη υψηλότερη στο σύνολο της ΕΕ, πίσω μόνο από το 14,2 των Πολωνέζων. Στο σύνολο της ΕΕ η ανεργία μεταξύ των γυναικών διαμορφώνεται στο 8,5%, ενώ μεταξύ των ανδρών στο 6,7%.

Μόνο μία στις δέκα εργαζόμενες Ελληνίδες απασχολείται μερικώς (10,4%) σε σχέση με τρεις στις δέκα Ευρωπαίες (31,4%). Μεταξύ των ανδρών πάντως τα αντίστοιχα ποσοστά είναι πολύ μικρότερα:

7,7% στο σύνολο της ΕΕ και 3% στην Ελλάδα. Μικρότερες είναι οι διαφορές στον τομέα της προσωρινής απασχόλησης όπου τα σχετικά ποσοστά διαμορφώνονται στο 14,9% στην ΕΕ και στο 13,3% στην Ελλάδα. Και εδώ πάντως αυτά είναι μικρότερα μεταξύ των ανδρών όπου προσωρινά απασχολούνται το 13,8% των Ευρωπαίων και το 9,1% των Ελλήνων.

Η ανεργία πλήττει τις Ελληνίδες παρά τα υψηλά ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσής τους. Τοποσοστό των γυναικών που έχουν πτυχίο ανώτερης ή ανώτατης σχολής, 22,3%, λίγο απέχει από το 22,8% των πτυχιούχων Ελλήνων (ηλικίας 25-59 ετών) αλλά και από το 23,8 των Ευρωπαίων γυναικών με πτυχίο.

Ενώ όμως δεν υστερούν ιδιαίτερα ως προς την τριτοβάθμια εκπαίδευσή τους, αυτό δεν συμβαίνει στις γνώσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών: Εξι στις δέκα γυναίκες στη χώρα δεν έχουν καμία γνώση Η/Υ, ποσοστό που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ πίσω από το 61% των Πορτογαλίδων και μεγαλύτερο από το 53% των ελλήνων ανδρών. Στο σύνολο της ΕΕ το ποσοστό ηλεκτρονικού αναλφαβητισμού διαμορφώνεται στο 44% μεταξύ των γυναικών και στο 38% μεταξύ των ανδρών.