Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Αυτός ο σκηνοθέτης και ηθοποιός που έχει ταυτίσει το όνομά του με ό,τι πιο ενδιαφέρον συμβαίνει σήμερα στη θεατρική τέχνη συνδυάζει το γήινο με το ποιητικό, το σύνθετο με το απλό, το καθημερινό με το διαχρονικό. Ο ίδιος άλλωστε έχει αποδειχθεί διαχρονική αξία. Την προσεχή Παρασκευή εγκαινιάζει τα Επιδαύρια 2007 με την παράσταση που έκλεισε τα περυσινά, την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Και έπονται πολλά.
– Κύριε Βογιατζή, κατεβαίνετε και εφέτος με την «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο. Τι έχετε αλλάξει στην παράσταση;
«Στον λίγο χρόνο που είχαμε – γιατί ήρθαν και νέοι ηθοποιοί – ξαναδουλέψαμε τους ήχους. Σε αυτή την παράσταση ο λόγος αντικαθιστά τη μουσική και η μουσική τον λόγο. Αυτό είναι το μπαλάκι, το παιχνίδι. Και θα τον ξαναχρησιμοποιήσω αν ξανακάνω τραγωδία. Θέλει πολλή δουλειά και πολύ ικανούς ανθρώπους. Βέβαια μπορείς να κάνεις θαύματα με την επιθυμία».
– Εχετε κάνει τέτοια θαύματα;
«Ναι, πολλά. Ομως μας λείπουν και οι στόχοι. Δεν έχουμε στόχους, κουραζόμαστε εύκολα. Εγώ προσπάθησα να κάνω τον εαυτό μου να δουλεύει. Εσείς μπορεί να πιστεύετε ότι δουλεύω, εγώ πάλι, όχι».
– Ωστόσο το θέατρο σήμερα στην Ελλάδα προχωρεί…
«Ναι, γιατί κάθε φορά, σε κάθε γενιά, υπάρχουν ορισμένοι που φέρνουν την καινούργια όρεξη. Οχι καινούργια πράγματα. Υπάρχει ανάμεσα στους νεότερους και στους παλαιότερους, που αξίζει τον κόπο, μια άμιλλα, μια επικοινωνία…».
– Αληθεύει ότι είστε σε αναζήτηση χώρου;
«Η αλήθεια είναι ότι έχω ταλαιπωρηθεί πολύ με το μικρό θέατρο και ψάχνω».
– Ο υπουργός Πολιτισμού έχει επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εσάς και τη δουλειά σας…
«Πράγματι, έχει αυτή την ευγένεια, και για να είμαι ειλικρινής έμεινα άναυδος όταν κατάλαβα ότι ενδιαφέρεται για μένα με αυτόν τον τρόπο. Το θεωρώ καταπληκτικό. Γιατί ήρθε από εκεί που δεν το περιμένεις».
– Βρήκατε θέατρο;
«Ναι, έχω βρει έναν χώρο που τον θεωρώ κατάλληλο, και έχω και έναν ακόμη, εναλλακτικό».
– Πιστεύετε ότι τα πάει καλά στο πόστο του ο Γιώργος Βουλγαράκης;
«Μακάρι να μείνει σε αυτό το πόστο. Τα πάει τόσο καλά. Εκτός από την υπόθεση Λαζαρίδη. Στην περίπτωσή του ή κάνεις τομές ή δεν κάνεις. Εκανε μια δουλειά με αντίκρισμα. Τον λένε δύσκολο… Είμαι σίγουρος ότι αν πήγαινα να κάνω μια δουλειά στη Λυρική μαζί του, θα τα βρίσκαμε. Επομένως, το θέμα βρίσκεται στο διοικητικό συμβούλιο. Αλλά και ένα διοικητικό συμβούλιο έχει αρμοδιότητες ως ένα σημείο. Ακούω πολλά για τη Λυρική. Ανοιξαν πια τα στόματα και λέγονται πολλά. Για έναν καλλιτέχνη είναι τρόμος το να δουλέψει σε ένα κρατικό ίδρυμα τέχνης».
– Κάτι τέτοιο δεν ισχύει όμως στην περίπτωση του Γιάννη Χουβαρδά, στο Εθνικό Θέατρο…
«Ακόμα δεν άρχισε όμως. Τα συμβούλια είναι αυτά που επηρεάζουν. Απλώς σε άλλα ιδρύματα είναι πιο τεχνοκράτες, σε άλλα περισσότερο των γραμμάτων και των τεχνών».
– Υπάρχει η σκέψη να αλλάξει ο νόμος στη Λυρική και να συνδιοικείται με μάνατζερ…
«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν. Είναι άδικο να δημιουργεί κάποιος τις προϋποθέσεις και να πρέπει μετά να δίνει λογαριασμό για τις επιλογές του, με τρόπο αρνητικό για τον ίδιο. Και φυσικά δεν εννοώ ότι κάθε καλλιτεχνικός διευθυντής πρέπει να είναι ανεξέλεγκτος… Και ήταν ο πρώτος χρόνος του στο πόστο… Γιατί, στον Γιώργο Λούκο τι έκανε το ΣΕΗ; Ποτέ άλλοτε στο Φεστιβάλ δεν δούλευαν τόσο λίγοι έλληνες ηθοποιοί. Και; Ο Λαζαρίδης είχε μια αξία και την απέδειξε. Θα μπορούσε να είναι αληθινά χρήσιμος σε αυτό το άνοιγμα της Λυρικής».
– Παρακολουθείτε παραστάσεις του Φεστιβάλ;
«Οποτε μπορώ. Εμεινα έκπληκτος με τη ρωσική παράσταση, με τον “Γλάρο”, αλλά και με την τσέχικη, με το “Πόλεμος και ειρήνη”. Απόρησα που δεν άρεσε σε ορισμένους συναδέλφους μου».
– Η μεγάλη διάρκεια ίσως κούρασε;
«Τι θα πει μεγάλη διάρκεια; Δεν το κάνουν επίτηδες. Τόσο έχουν ανάγκη οι δημιουργοί. Δεν είναι τάση, είναι μια μεγαλύτερη ευχέρεια να περνάς άνετα σε μια τέτοια αντίληψη. Αυτός ο τρόπος της σκηνικής αντίληψης, σε σχέση με τους ηθοποιούς, ήταν μαγικός. Ακόμα και η σκόνη που έπεφτε ήταν εκμεταλλεύσιμη στην πνοή του ηθοποιού. Χαίρομαι γιατί υπάρχουν σκηνοθέτες που ασχολούνται με αυτό που πραγματικά πρέπει να είναι η σκηνοθεσία στο θέατρο».
– Εμείς, ως χώρα, απέχουμε από αυτό που περιγράφετε;
«Εντελώς, εντελώς. Δεν υπάρχουν οι κοινωνικές προϋποθέσεις να στηριχθεί κάτι τέτοιο απόλυτα».
– Είναι θέμα παιδείας;
«Η παιδεία είναι κάτι σχετικό. Υπάρχουν απαίδευτοι άνθρωποι που έχουν μεγαλύτερη παιδεία… Βεβαίως η παιδεία είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο. Το θέμα είναι πώς χρησιμοποιείται. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο τόνος της χώρας, οι αντιλήψεις…».
– Μια ευτέλεια;
«Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τέτοια λόγια, με πληγώνουν. Ζω σε αυτή τη χώρα και εδώ μου αρέσει να ζω, άσχετα με τις αντιφάσεις. Νιώθεις κοντά σε ό,τι σε πονά. Και η δική μου εμπειρία γενικότερα μου λέει ότι πρέπει να πολεμήσεις με συνθήκες ασύλληπτες για να κάνεις κάτι, εξωτερικές και εσωτερικές. Οχι ότι δεν συμβαίνει το ίδιο στις άλλες χώρες, αλλά με έναν άλλο τρόπο. Και ας υπάρχουν όλα τα κακά, δεν εμποδίζεται, ταυτόχρονα, η δημιουργία».
– Και εσείς αντιμετωπίζετε πάντα δυσκολίες, κι όμως δημιουργείτε…
«Η κούραση, τα άγχη, πρέπει να περιορίζονται στην ουσία».
– Ποια είναι τα πιο σοβαρά προβλήματα που βρίσκετε εσείς;
«Πιο πολύ απ’ όλα, και από το οικονομικό, είναι το θέμα της αντίληψης. Κάνω μεγάλη προσπάθεια. Διώχνω συνέχεια κάτι, για να μπορώ να συγκεντρώνομαι – όπως διώχνουμε τις μύγες που μας ενοχλούν. Για μένα είναι ακόμα δυσκολότερο, γιατί είμαι και σκηνοθέτης και ηθοποιός ταυτόχρονα. Θέλω να τα κάνω και τα δύο εξίσου – αλλά δεν τα καταφέρνω».
– Στην «Ημερη» του Ντοστογέφσκι που θα δούμε του χρόνου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, είστε όλα αυτά και μόνος επί σκηνής…
«Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Εχει να κάνει με τη δραματοποιίηση του κειμένου. Είναι άλλο πράγμα η πρόζα και άλλο πράγμα ο λόγος. Οταν βλέπω τα πρόσωπα να ζωντανεύουν, κρατώ μια απόσταση. Ετσι σκέφθηκα τον διχασμό του ήρωα…».
– Αν και έχει εγκριθεί η επιχορήγηση για τη χρονιά 2006-2007, εσείς δεν κάνατε πρεμιέρα;
«Με ρωτάτε τώρα κι εσείς γι’ αυτό. Λοιπόν, εγώ πιστεύω ότι έκανα τη δουλειά μου. Τι θα γίνει που δεν το ανέβασα στην ώρα του; Μήπως έπρεπε να το ανεβάσω για τρεις μέρες, όπως κάνουν όλοι; Δεν μπορώ να το κάνω αυτό με τίποτα… Δεν κρίνω τι κάνουν οι άλλοι, ούτε γιατί το κάνουν… Μην ξεχνάτε ότι εγώ έχω επιστρέψει χρήματα στο υπουργείο για δουλειά που δεν έγινε…».
– Θα αρχίσουν οι παραστάσεις το φθινόπωρο;
«Ναι, μετά τα γυρίσματα της νέας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, στην οποία θα παίζω. Υπολογίζω γύρω στα μέσα Νοεμβρίου να κάνω πρεμιέρα, γιατί αμέσως μετά θα πρέπει να ξεκινήσουν οι πρόβες για το Εθνικό Θέατρο με τον “Πρίγκιπα του Χόμπουργκ” του Κλάιστ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μου ζητήσει κάτι ο Χουβαρδάς και να μην το έκανα. Ηθελα να τον στηρίξω. Μεγαλώσαμε πια και πρέπει τα πράγματα που πιστεύουμε να τα ενθαρρύνουμε».
– Θα καταφέρετε να είστε συνεπής;
«Πάντα είμαι συνεπής στους χρόνους, σε σχέση με τα άλλα πράγματα…».
– Η ενασχόλησή σας με την Ακαδημία Τεχνών θα έχει συνέχεια;
«Δεν ξέρω. Αυτή τη στιγμή δεν ασχολούμαι».
– Θα διδάξετε;
«Πρέπει τόσο οι συνθήκες όσο και οι παράγοντες να είναι ιδιαίτερα ισχυροί για να ενδώσω. Για να διδάξεις, πρέπει να αμφισβητήσεις. Μπορεί να έχω μια βάση, αλλά δεν έχω τον τρόπο για να διδάξω. Δεν είμαι δέσμιος ενός τρόπου. Γι’ αυτό και έχω μια έμφυτη ντροπή στο να δεχθώ ότι έχω κάνει κάτι καλό. Μπαίνει μια κρησάρα που με κάνει να αποκτώ μια τρομερή αίσθηση ευθύνης».
– Δεν νιώθετε επιτυχημένος και ασφαλής;
«Οχι, καθόλου. Με κολακεύουν και με τιμούν όλα όσα ακούω για μένα, αλλά έτσι διαφυλάσσω κάτι. Η αλήθεια είναι ότι παλαιότερα δεν έδινα σημασία σε ό,τι άκουγα. Σήμερα το σέβομαι και μου αρέσει. Εχω γίνει πιο γλυκός. Μου αρέσει πολύ αυτό που κάνω. Εχω πάψει να θεωρώ ότι η καλλιτεχνία είναι μόνο δημιουργία. Τα πάντα είναι δημιουργία».
* Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή παρουσιάζεται σε μετάφραση Νίκου Παναγιωτόπουλου, σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, σκηνικά – κοστούμια Χλόης Ομπολένσκι, φωνητικά σχήματα Σπύρου Σακκά, κίνηση Ερμή Μαλκότση, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου. Παίζουν: Αμαλία Μουτούση, Λευτέρης Βογιατζής, Νίκος Κουρής, Δημήτρης Ημελλος, Εύη Σαουλίδου, Αγλαΐα Παππά κ.ά. Στην Επίδαυρο, την Παρασκευή και το Σάββατο, στις 21.00.



