«Με πρόδωσαν τα αμορτισέρ. Υπερεκτίμησα τις δυνατότητές μου. Αλλά ίσως είναι καλύτερα έτσι…» μονολογούσε ο Ν. Παλαιοκώστας, σφαδάζοντας από τους πόνους στο αριστερό χέρι μπροστά στους αξιωματικούς της Αστυνομικής Διεύθυνσης Βοιωτίας. Ψάχνοντας το «γιατί» της σύλληψής του στην περιοχή Βαρκό της Βοιωτίας και συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά έπειτα από 16 χρόνια ελευθερίας αλλά και πολύχρονης καταδίωξης από αστυνομικούς, την επερχόμενη πραγματικότητα της φυλακής. Το ειδικό 60σέλιδο σχέδιο της ΕΛ.ΑΣ., με χαρτογράφηση των κινήσεών του και δημιουργία «κόκκινων» ζωνών στην Κεντρική Ελλάδα, εκεί όπου έκανε τις περισσότερες εμφανίσεις του, απέδωσε καρπούς την περασμένη Τετάρτη. Καθοριστικό ρόλο στη σύλληψη του 46χρονου «Ρομπέν των Αγράφων» ­ προσωνύμιο που απέκτησε από τις πολύχρονες μετακινήσεις του στην περιοχή ­ διαδραμάτισε ο 50χρονος αστυνομικός διευθυντής Βοιωτίας Νικόλαος Στίγκας, ο οποίος είχε γίνει γνωστός όταν πριν από μερικά χρόνια συνελάμβανε οδηγούς ταξί στο αεροδρόμιο Ελληνικού που είχαν το ειδικό τηλεκοντρόλ που «πυροβολούσε» (όπως έλεγαν στην πιάτσα) τα ταξίμετρα, αυξάνοντας τα κόμιστρα. Ο ίδιος άνθρωπος είχε συλλάβει προ μερικών ετών και τον περιώνυμο «δράκο του Παγκρατίου», που είχε επιτεθεί τουλάχιστον 20 φορές σε ανυποψίαστες γυναίκες.


Ο δραπέτης και ο αστυνομικός συζητούσαν το βράδυ της προηγούμενης Τετάρτης για ένα παλιό τετ α τετ τους το 1989, όταν ο Στίγκας, που υπηρετούσε τότε στο Λιδωρίκι, κατεδίωκε πάλι το αυτοκίνητο του κακοποιού, αλλά εκείνος του πέταξε ατσαλόπροκες διαλύοντας τα λάστιχα του περιπολικού του. Ο Παλαιοκώστας, παρά τους πόνους του από το σπασμένο χέρι, θυμήθηκε το περιστατικό, χαμογέλασε λίγο και βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του. Λίγο πιο πέρα αστυνομικοί επεξεργάζονταν τα ευρήματα στο αυτοκίνητό του. Ανάμεσα σε αυτά, ένα καλαμένιο μπαστούνι για να τον βοηθάει στην… ορειβασία, είδη κάμπινγκ και χάρτες – μέσα σε νάιλον θήκες – όλων των περιοχών της Ελλάδας, εκτός από τη Θράκη. Πώς όμως η Αστυνομία έφθασε στη σύλληψη του Νίκου Παλαιοκώστα;


Τα τελευταία χρόνια η ΕΛ.ΑΣ. είχε οργανώσει πολλές επιχειρήσεις σύλληψης του Ν. Παλαιοκώστα, είτε με ενεργοποίηση των αστυνομικών διευθύνσεων της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας, της Ηπείρου κτλ. είτε με την αποστολή πολυμελών κλιμακίων έμπειρων αστυνομικών της Ασφαλείας Αττικής. Ολοι διενεργούσαν εκτεταμένες έρευνες στις συγκεκριμένες περιοχές και προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν μαρτυρίες από κατοίκους για τις κινήσεις ή τις μεταμφιέσεις του 46χρονου κακοποιού, που παρέμενε άφαντος. Οι προσπάθειές τους δεν απέδιδαν καρπούς γιατί οι περισσότεροι κάτοικοι ήσαν απρόθυμοι να δώσουν πληροφορίες και σε όσες περιπτώσεις υπήρξαν ορισμένες αναφορές, αυτές ήταν ασαφείς και τελικά αποδεικνύονταν άχρηστες. Οπως ανέφερε αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. «από πολλούς κατοίκους χωριών ο Παλαιοκώστας αντιμετωπιζόταν κατ’ αναλογία σαν αντάρτης της Εθνικής Αντίστασης που τα είχε βάλει με τις δυνάμεις… κατοχής. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν μία κακή εικόνα του ρόλου της Αστυνομίας και έβλεπαν τον Παλαιοκώστα σαν ήρωα…».


Ετσι, από τον περασμένο Απρίλιο η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. άλλαξε τακτική. Εγκατέλειψε το δόγμα «ο Παλαιοκώστας θα πιαστεί από μια καλή πληροφορία» και στράφηκε στο «παιχνίδι της ενέδρας» – με τη λογική του κυνηγού που ψάχνει το «θήραμά» του και πρέπει να στήσει με έξυπνο τρόπο σε καίρια σημεία τα… δόκανά του.


Η ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας αντελήφθη ότι η σύλληψη του άφαντου κακοποιού ήταν ζήτημα «άσκησης επί χάρτου». Και άρχισε έτσι να συγκεντρώνει κάθε πληροφορία για όλα τα δεδομένα των κινήσεων του Παλαιοκώστα τα τελευταία χρόνια. Σε έναν υπεραναλυτικό χάρτη καταγράφονταν οι 23 τόποι κλοπής αυτοκινήτου, οι 21 χώροι όπου βρέθηκαν εγκαταλελειμμένα οχήματα – κυρίως τζιπ και αυτοκίνητα ιαπωνικής κατασκευής -, τα 13 σημεία όπου είχαν καταγραφεί κλοπές πινακίδων, οι 26 περιοχές όπου είχε εντοπισθεί παλαιότερα ο Παλαιοκώστας, δεκάδες άλλες περιοχές όπου υπήρχαν υπόνοιες ότι είχε εμφανιστεί, με βάση σαφείς ή ασαφείς αναφορές κατοίκων. Στην ίδια έρευνα είχαν ενταχθεί και οι αναφορές αστυνομικών που είχαν βρεθεί τετ α τετ με τον Παλαιοκώστα, για τον τρόπο που αντιδρά, για τις διαδρομές που ακολουθεί κ.ο.κ. Ακόμη είχαν καταγραφεί κάποιες αγροικίες ή πανσιόν στις οποίες εθεωρείτο βέβαιο ότι κυκλοφορούσε ο Παλαιοκώστας. Ετσι συντάχθηκε μια κεντρική έκθεση 50 σελίδων που συνοδευόταν από ένα δεκασέλιδο σχεδιαγραμμάτων και χαρτών με «τοπογραφική ανάλυση» κάθε ενέργειας του Παλαιοκώστα.


Παράλληλα δημιουργήθηκε ένας «πίνακας» με τις περιοχές και τους νομούς της Ελλάδας όπου ήταν πιθανότερο να εμφανιστεί. «Κόκκινες ζώνες», όπως ονομάστηκαν, ήταν κατά σειρά οι περιοχές Τρικάλων, Καρδίτσας, Ευρυτανίας, Φθιώτιδας, Φωκίδας Βοιωτίας και αμέσως μετά οι Νομοί Αιτωλοακαρνανίας, Λαρίσης, Αρκαδίας, Αρτας.


Πρώτιστο ενδιαφέρον για τους αστυνομικούς είχε η περιοχή γύρω από το χωριό Μοσχόφυτο Τρικάλων, απ’ όπου καταγόταν ο Ν. Παλαιοκώστας και όπου έμεναν οι γονείς του και τρία αδέλφια του. Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει οι αστυνομικοί, ο Παλαιοκώστας δεν δίσταζε αρκετές φορές να επισκέπτεται τους συγγενείς του στα σπίτια τους, όταν ήταν βέβαιος ότι δεν υπήρχε εκεί γύρω αστυνομική παρουσία.


Οπως λένε αστυνομικοί «ο Ν. Παλαιοκώστας αγαπούσε πολύ την οικογένειά του, και προσπαθούσε να της συμπαραστέκεται ακόμη και οικονομικά με κάθε τρόπο. Επικοινωνούσε μαζί τους συχνά μέσω κινητού τηλεφώνου, φροντίζοντας όμως να αλλάζει συνέχεια κάρτες και συσκευές κινητού, προκειμένου να μην εντοπίζεται. Παράλληλα είχε 2-3 φίλους που εμπιστευόταν και με τους οποίους ερχόταν συχνά σε επαφή. Τον τελευταίο καιρό, προκειμένου να του δημιουργήσουμε μια αίσθηση αποκλεισμού, έτσι ώστε να κάνει τη μοιραία κίνηση, είχαμε συνεχή αστυνομική παρουσία δίπλα σε συγγενείς και φίλους. Ετσι ώστε να ξέρει ότι δεν θα έχει αυτό το αποκούμπι…».


Ενα από τα ζητούμενα αυτού του σχεδιασμού ήταν ποιες θα ήταν οι κινήσεις του Παλαιοκώστα μετά την απόδραση – στις αρχές Ιουνίου με ελικόπτερο από τις φυλακές Κορυδαλλού – του αδελφού του Βασίλη μαζί με τον αλβανό κακοποιό Αλκέτ Ριζάι. Το μεγάλο ζητούμενο για τους αστυνομικούς ήταν να ανακαλύψουν τον τόπο και τον χρόνο συνάντησης των δύο αδελφών έπειτα από 7 χρόνια. (Σ.σ.: ο Βασίλης είχε συλληφθεί έπειτα από τροχαίο, το 1999, στη Βοιωτία.) Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αστυνομικών σήμερα, τα δύο αδέλφια είναι πιθανό να μην πρόλαβαν τελικά να συναντηθούν. Επικοινωνούσαν μόνο τηλεφωνικώς και μέσω φίλων. Ισως και να απέφυγαν εσκεμμένα να συναντηθούν για να μη ρισκάρουν να συλληφθούν μαζί. Αλλωστε, όλο το τελευταίο χρονικό διάστημα οι συσκέψεις στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης με αυτόν τον στόχο ήταν συνεχείς: να επιτευχθεί η σύλληψη των δύο αδελφών τη στιγμή της συνάντησής τους.


Σε κάθε έναν από τους 15-20 νομούς που εντάχθηκαν στον σχεδιασμό σύλληψης του Παλαιοκώστα, η Αστυνομία ανέπτυσσε καθημερινά 4-5 μπλόκα σε καίρια σημεία. Τα μπλόκα στήνονταν με τέτοιον τρόπο ώστε ο Παλαιοκώστας να προχωρήσει στην… αγαπημένη κίνησή του να μπει σε χωματόδρομους. Εκεί τον περίμεναν τζιπ της Αστυνομίας με εκπαιδευμένους οδηγούς που ήταν έτοιμοι για τη μεγάλη τελευταία καταδίωξη. Αυτό ακριβώς συνέβη και το απόγευμα της προηγούμενης Τετάρτης. Ο Παλαιοκώστας μόλις είδε το μπλόκο στο χωριό Λιβάδι, μπήκε σε χωματόδρομο. Αυτή τη φορά δεν είχε τζιπ, πιθανόν γιατί ήξερε ότι η Αστυνομία είχε μάθει τις συνήθειές του, αλλά ένα κοινό αυτοκίνητο. Το τζιπ της Αστυνομίας τον κατεδίωκε. Ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, αλλά δεν κατάφερνε να τους ξεφύγει. Σε μια στροφή έχασε τον έλεγχο. Το τέλος ήλθε στην περιοχή Βαρκό κοντά στην Αράχοβα. Ο Παλαιοκώστας συστήθηκε στους αστυνομικούς που δεν τον αναγνώριζαν και σφαδάζοντας έριξε άλλη μια βρισιά στα αμορτισέρ του…


«Μίλησαν» τα όπλα του δραπέτη


Το «άρωμα» Παλαιοκώστα σε έξι ανεξιχνίαστες συμπλοκές με ανταλλαγές πυροβολισμών την τελευταία δεκαετία μεταξύ αστυνομικών ή δασικών υπαλλήλων και «αγνώστων» κακοποιών επιβεβαιώθηκε από τον βαλλιστικό έλεγχο σε τρία όπλα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του 46χρονου φαντομά. Βασικό συμπέρασμα του πορίσματος των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων είναι ότι ο Παλαιοκώστας δεν άλλαξε τα όπλα του από το 1995, επιδιώκοντας πιθανόν να δίνει το στίγμα του στις ενέργειες αυτές. Σύμφωνα με το πόρισμα των εγκληματολογικών εργαστηρίων ο Παλαιοκώστας είχε το 1999 κι ένα Καλάσνικοφ με το οποίο είχε πυροβολήσει αστυνομικούς στην περιοχή Πύλης Τρικάλων, το οποίο όμως δεν βρέθηκε στο αυτοκίνητό του.