ΤΟ κΟυδΟύνι στην εξώπορτα μιας παλιάς πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη γράφει με κεφαλαία γράμματα το όνομα «Σαμπάνης». Λίγο πιο πριν, το ίδιο όνομα είχε γραφτεί με ασημένια γράμματα στις σελίδες της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Ελληνας από το Αργυρόκαστρο, ο Λεωνίδας Σαμπάνης έδειξε σε όλη τη χώρα μας ότι το αβάσταχτο βάρος ενός ονείρου δεν μπορεί να συντριβεί από την αβάσταχτη ελαφρότητα «ενός άδειου πουκάμισου». Υπάρχει από μέσα μια μεγάλη καρδιά…


Η πόρτα ανοίγει στον δεύτερο όροφο. Ενα κοριτσάκι απομακρύνεται προς την πλευρά όπου είναι ένα πλυντήριο. Λίγο πιο ‘κεί, ο καναπές του σαλονιού. Η Μπλέρτα Σαμπάνη, σύζυγος του Λεωνίδα, μας καλεί να προχωρήσουμε μέσα. Η τηλεόραση είναι ανοιχτή. Η Μπλέρτα βλέπει πάλι τον αγώνα που ανέβασε στο ολυμπιακό βάθρο τον σύζυγό της. «Μπορούσε να πάρει το χρυσό μετάλλιο. Τι να γίνει; Είναι μεγάλη τιμή έτσι κι αλλιώς η δεύτερη θέση», μας λέει με σπαστά ελληνικά. «Τι δεν πέρασε ο Λουάν μέχρι σήμερα… Εχει όμως κουράγιο. Θυμάμαι ακόμη τη μέρα που με χαιρετούσε στην Κακκαβιά για να έρθει στην Ελλάδα. “Θα ξανασυναντηθούμε σύντομα”, μου είχε πει». Αυτό το «σύντομα» κράτησε τρία χρόνια. Ο Λεωνίδας Σαμπάνης πέρασε τα ελληνικά σύνορα το 1991. Ηταν ο ομογενής αρσιβαρίστας που από 12 χρόνων κέρδιζε μετάλλια στην Αλβανία και στα 18 του είχε πανευρωπαϊκό μετάλλιο!


«Γνωριστήκαμε σε μια καφετέρια του Ελμπασά. Ημουν 18 ετών εγώ και στα 19 εκείνος. Καταπληκτικό παιδί, μιλούσε ωραία και ήταν σοβαρός. Εγώ βέβαια τον ήξερα γιατί ήταν ο πιο φημισμένος αθλητής της άρσης βαρών». Διακοπή. Κάποιος χτυπάει το κουδούνι. Είναι ο φίλος της οικογένειας Σαμπάνη κ. Νίκος Βίλλιος. Μπαίνει στην κουβέντα: «Ο Λεωνίδας άφησε στην Αλβανία μια άνετη ζωή, μια πλούσια ζωή για τα μέτρα εκεί. Ο πατέρας του ήταν αστυνομικός διευθυντής, ο πεθερός του αρχηγός του Ναυτικού, ο ίδιος ήταν ο μεγάλος αθλητής. Τον προόριζαν και για δάσκαλο της Ιστορίας. Τα εγκατέλειψε όλα για να έρθει στην Ελλάδα που αγαπά».


Ο Νίκος Βίλλιος, έφορος βαρέων αθλημάτων του Παναθηναϊκού, έγινε φίλος του Λεωνίδα Σαμπάνη όταν εκείνος δεν είχε στον ήλιο μοίρα εδώ στην Ελλάδα. «Τον βρήκα να κλαίει στο πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί μου. Είχε έρθει μαζί με τον Πύρρο Δήμα και τον αδελφό του, τον Οδυσσέα, που τους είχα υπαλλήλους. “Εδώ, σκουπίδια. Πρωταθλητής Ευρώπης εγώ…”. Τον βοήθησα όσο μπορούσα. Του νοίκιασα σπίτι. Τον πήρα από τον σύλλογο του Μίλωνα και τον πήγα στον Παναθηναϊκό, για καλύτερα. Δεν ήταν όμως. Εμεινε τρία χρόνια απροπόνητος. Ισως γι’ αυτό έχασε το χρυσό τώρα… Τον βοηθούσα οικονομικά τέσσερα χρόνια. Μετά την ελληνοποίηση η ομοσπονδία τού έδωσε 130.000 δραχμές τον μήνα και μετά το παγκόσμιο της Κίνας, όπου στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, 370.000 δραχμές. Ελπίζω τώρα με το ολυμπιακό μετάλλιο το κράτος να βοηθήσει αυτό το παιδί….».


Η Μπλέρτα πηγαίνει προς την κουζίνα. Επιστρέφει και μας προσφέρει ροδάκινα. Σε λίγο θα πάει περίπατο με την κορούλα της. «Διασκέδαση για μας είναι ένας καφές στο μαγαζί του Νίκου, μια βόλτα με την μπέμπα στο πάρκο. Δεν έχω πάει ούτε μία φορά σινεμά όλα αυτά τα χρόνια. Περνάμε μετρημένα αλλά είμαστε χαρούμενοι. Βλέπετε, εγώ και ο Λουάν αγαπιόμαστε πολύ. Αυτό είναι μεγάλη δύναμη». Σκέφτεται πώς θα είναι η ζωή τους από ‘δώ και πέρα. «Περιμένω μια καλύτερη ζωή. Ο Λουάν αγαπά τον αθλητισμό. Μια δουλειά θέλει για να νιώσει ασφαλής και να αφοσιωθεί. Για τα υπόλοιπα, βλέπουμε. Εχει ο Θεός. Και ο Λουάν πιστεύει πολύ στον Θεό. Πριν από κάθε αγώνα, μας λέει να ανάβουμε ένα κερί στην εκκλησία. Ο Νίκος για να τον πειράξει του λέει: Εσύ θα σηκώσεις τα βάρη ή η Παναγία; (γέλια) Και ο Λουάν τού λέει: Σώπα, μωρέ Νίκο. Αμαρτία».