Οι φίλαθλοι του στίβου χρειάστηκε να περιμένουν τη 13η Ιουλίου για να δουν να καταρρίπτεται επιτέλους ένα παγκόσμιο ρεκόρ την περίοδο του ανοιχτού στίβου. Στο μίτινγκ του Γκέιτσχεντ στην Αγγλία η 21χρονη Ρωσίδα Γέλενα Ισινμπάγεβα έφθασε το παγκόσμιο ρεκόρ στο επί κοντώ στα 4,82 μ. Το περασμένο Σαββατοκύριακο στην Τούλα στο πρωτάθλημα στίβου της Ρωσίας σημειώθηκαν άλλα δύο παγκόσμια ρεκόρ: τα πέτυχαν η Τατιάνα Πετσόνκινα με 52.34 στα 400 μ. εμπ. και η Γκουλνάρα Σαμίτοβα με 9.08.33 στα 3.000 χλμ. στιπλ.
Παρά τα τρία ως τώρα ρεκόρ – εκ των οποίων τα δύο σε νέα αγωνίσματα, όπως το επί κοντώ και το στιπλ γυναικών- και εν αναμονή της έναρξης του 9ου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος την προσεχή Παρασκευή στο Παρίσι, τα παγκόσμια ρεκόρ μοιάζουν να έχουν γίνει είδος υπό εξαφάνιση. Αξίζει να ρίξει κανείς μια ματιά στην εξέλιξή τους τις τελευταίες τρεις δεκαετίες του 20ού αιώνα για να διαπιστώσει ότι σημειώνονται όλο και σπανιότερα. Αν κάνουμε μια ανάλυση, αφαιρώντας στους άνδρες και στις γυναίκες τα αγωνίσματα του μαραθωνίου και του βάδην όπου οι επιδόσεις των αθλητών λογίζονται ως οι καλύτερες στον κόσμο και όχι ως παγκόσμια ρεκόρ, καθώς και τα νεόκοπα αγωνίσματα των 3.000 μ. στιπλ, του επί κοντώ και της σφυροβολίας στις γυναίκες, στα οποία είναι λογικό να καταρρίπτεται συχνά το ρεκόρ, η κατάσταση μοιάζει απογοητευτική.
Το διάστημα 1971-1980 σε 21 αγωνίσματα ανδρών σημειώθηκαν 94 παγκόσμια ρεκόρ, τη δεκαετία 1981-1990 μειώθηκαν σε 74, ενώ την επόμενη 1991-2000 έπεσαν στα 59. Από τη χαραυγή του νέου αιώνα ως και σήμερα σημειώθηκαν μόλις τρία, με τελευταίο του Αμερικανού Τιμ Μοντγκόμερι στα 100 μ. με 9.78 πέρυσι τον Σεπτέμβριο στο Παρίσι. Τις αντίστοιχες δεκαετίες στις γυναίκες είχαν σημειωθεί 130 ρεκόρ την πρώτη, 107 τη δεύτερη και μόλις 14 την τρίτη, ενώ την τελευταία τριετία – πάντα χωρίς να υπολογίζουμε τα νέα αγωνίσματα – είχαμε μόλις δύο ρεκόρ. Στις γυναίκες η εικόνα είναι ακόμη πιο απογοητευτική αν αναλογισθεί κανείς ότι 12 από τα εν ισχύι ρεκόρ έχουν σημειωθεί τη δεκαετία του ’80, ενώ στους άνδρες μόνο δύο ρεκόρ που έχουν σημειωθεί το αντίστοιχο διάστημα παραμένουν ακατάρριπτα.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι σιγά σιγά ο άνθρωπος πλησιάζει στα όριά του και για τον λόγο αυτόν τα ρεκόρ σημειώνονται όλο και πιο σπάνια. Υπάρχουν και αυτοί που μιλούν για νίκη ενάντια στο ντόπινγκ. Υπάρχει και μια τρίτη πλευρά όμως που αντιτάσσεται και στις δύο θεωρίες κάνοντας λόγο για μεγάλους αθλητές στο παρελθόν. Οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης θεωρούν ότι ποτέ όσο σήμερα ο άνθρωπος δεν γνώριζε τόσο καλά το σώμα του χάρη στην εξέλιξη της επιστήμης. Κανείς όμως δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για το ως πού μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος και ποια μπορεί να είναι τα όρια του σύγχρονου αθλητή. Μάλιστα πιστεύουν ότι υπάρχουν ταλέντα τα οποία δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί ώστε να δουλευτούν με τις σύγχρονες μεθόδους προπόνησης. Οσο για το ντόπινγκ, η γενική παραδοχή είναι ότι οι αιφνίδιοι έλεγχοι τους οποίους επέβαλε η Διεθνής Ομοσπονδία στίβου (IAAF) το 1989 είχαν αποτελέσματα και μείωσαν το φαινόμενο της χρήσης απαγορευμένων ουσιών, αλλά από μόνη της δεν φθάνει για να εξηγήσει το φαινόμενο.
Τα παλαιότερα εν ισχύι ρεκόρ είναι: Στις γυναίκες, της Τσέχας Γιαρμίλα Κρατοχβίλοβα στα 800 μ. με 1.53.28 από το 1983 και της Μαρίτα Κοχ από την πρώην Ανατολική Γερμανία στα 400 μ. με 47.60 από το 1985. Στους άνδρες τα δύο αρχαιότερα ρεκόρ έχουν σημειωθεί το 1986 – από τον Ρώσο Γιούρι Σέντιχ στη σφυροβολία με 86,74 μ. και τον πρώην Ανατολικογερμανό Γιούργκεν Σουλτ στη δισκοβολία με 74,08 μ. H προέλευση αυτών των αθλητών δημιούργησε υπόνοιες ότι οι επιδόσεις ήταν αποτέλεσμα χρήσης απαγορευμένων ουσιών αφού, μετά την πτώση του κομμουνισμού στις χώρες αυτές, έγινε γνωστό ότι η χρήση τους ήταν κρατική πολιτική για τον αθλητισμό. Ισως είναι αλήθεια. Αλλά η γαλλίδα, τρις χρυσή ολυμπιονίκης Μαρί Ζοζέ Περέκ τόνισε ότι οι επιδόσεις αυτές είναι απλησίαστες γιατί «τις σημείωσαν πολύ μεγάλοι αθλητές». Ας ελπίσουμε ότι έχει δίκιο…



