«ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ δηλώσεις με σαφείς στόχους αλλά ασαφή μέσα» χαρακτηρίστηκαν οι θέσεις της πρωθυπουργικής ομιλίας την περασμένη Πέμπτη. Ακόμη και αν είναι έτσι τα πράγματα, σημειώθηκε ένα ουσιώδες βήμα προόδου σε σχέση με την παράδοση των προγραμματικών, που ήταν συνήθως ασαφείς, τόσο στους στόχους όσο και στα μέσα. Πάντως, τα «ασαφή μέσα» αποτελούν ισχυρή ένδειξη ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να διακρίνεται από δύο εγγενείς δυσλειτουργίες: η πρώτη δυσλειτουργία είναι ότι το διάστημα των οκτώ μηνών από την ανάρρηση του κ. Κώστα Σημίτη στην πρωθυπουργία ως τις εκλογές του Σεπτεμβρίου δεν αξιοποιήθηκε για την λεπτομερή προπαρασκευή των πολιτικών «τομών», τις οποίες απαιτούσε η νέα κυβερνητική περίοδος. Η δεύτερη δυσλειτουργία έγκειται στο γεγονός ότι ακόμη δεν έχει αποκατασταθεί στο ΠαΣοΚ εκείνη η εσωτερική πολιτική συμφωνία που μεταβάλλει το κόμμα σε «μπλοκ» μονοπαγούς υπεράσπισης μιας ορισμένης πολιτικής γραμμής.


Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι στις δύο άτυπες συσκέψεις των εβδομάδων που προηγήθηκαν των προγραμματικών οι κκ. Γιάννος Παπαντωνίου και Αλέκος Παπαδόπουλος επέμεναν στη γραμμή του «δημοσιονομικού σοκ», ενώ οι κκ. Κώστας Λαλιώτης και Κώστας Σκανδαλίδης υπεράσπισαν τη «γραμμή» ότι πρέπει να αποφευχθούν οι αιφνιδιασμοί και τα αναγκαία μέτρα να λαμβάνονται σταδιακά και με «ισορροπία προς τις προεκλογικές δεσμεύσεις και τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής». Εν μέρει οι προγραμματικές εκφράζουν έναν συγκερασμό των δύο αυτών κυρίαρχων τάσεων: είναι απολύτως σαφείς στους στόχους και περιγράφουν με ακρίβεια μεν αλλά χωρίς τα συνοδά μέτρα τους όρους για την επίτευξη αυτών των στόχων.


Θα μπορούσε επομένως να θεωρηθεί ότι, στην πραγματικότητα, η ταλάντευση βρίσκεται στον ίδιο τον πρωθυπουργό κ. Κώστα Σημίτη, ο οποίος δεν έχει καταλήξει στον τρόπο και στην ταχύτητα πλοήγησης του κυβερνητικού σκάφους. Ολες όμως οι πληροφορίες και τα στοιχεία οδηγούν στην ακριβώς αντίθετη εικόνα: είναι ο Πρωθυπουργός εκείνος ο οποίος προωθεί και συντονίζει τη λογική των «τομών», σε όλο το φάσμα θεμάτων τα οποία περιέλαβε στις προγραμματικές δηλώσεις. Αλλά, όπως σημειώνουν άνθρωποι που γνωρίζουν καλά τον τρόπο σκέψης και δράσης του Πρωθυπουργού, «ο Κ. Σημίτης διακρίνεται από την ανάγκη να έχει απόλυτα σαφή εικόνα τού τι υπάρχει και το “πού” και “πώς” θα το μεταβάλουμε». Και κανείς στο πρωθυπουργικό επιτελείο δεν ξεχνά το «κάζο» του Ιουνίου, με τα μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων. Οπως είναι γνωστό, επί μήνες, δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστούν από τα Ταμεία οι πραγματικοί δικαιούχοι, λόγω της ανυπαρξίας μηχανοργάνωσης, της έλλειψης αλληλοενημέρωσης μεταξύ των Ταμείων κτλ.


Επομένως, σημειώνουν τα ίδια στελέχη, δεν υπάρχει ταλάντευση του Πρωθυπουργού ούτε ως προς τους στόχους ούτε ως προς τα μέσα. Υπάρχει όμως η επίμονη δική του απαίτηση κάθε μέτρο «να έχει τον τεκμηριωμένο φάκελό του». Αλλά ούτε η Διοίκηση ούτε ο ως τώρα τρόπος λειτουργίας των πολιτικών επιτελείων έχουν τον προσανατολισμό και την «τεχνογνωσία» να καθιστούν συγκεκριμένα τα μεγέθη, είτε στην αριθμητική εκδοχή τους είτε παρουσιάζοντας με ακρίβεια τη διαπλοκή των δεδομένων που συναποτελούν το εκάστοτε πρόβλημα.


Υπό μία έννοια, το πρόβλημα του Πρωθυπουργού είναι ότι, ενώ ο ίδιος αντιλαμβάνεται τις αναγκαίες τομές ως μια λεπτή χειρουργική επέμβαση ­ και πράγματι έτσι είναι κάθε εγχείρημα μεταρρύθμισης στη δημοκρατία ­, η ανύπαρκτη υποδομή και η προπαρασκευή της Διοίκησης προσανατολίζουν σε λύσεις «χασάπη», με τη μέθοδο «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι». Η επίλυση αυτού του κρίσιμου κυβερνητικού «κόμπου» έγκειται ­ πλέον ­ στον συντονισμό της κυβέρνησης και στην απόδοση των υπουργών. Δεν μπορείς να περιμένεις να βελτιωθεί ως διά μαγείας η Διοίκηση και να προπαρασκευάσει, τεχνοκρατικά, τα δεδομένα των αλλαγών. Πρέπει ­ επομένως ­ η πολιτική ηγεσία των υπουργείων να δώσει διαφορετικά δείγματα γραφής, τόσο στην επιτελική της προπαρασκευή όσο και στην εκτελεστική της απόδοση.


Βασικοί υπουργοί της κυβέρνησης, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι εκσυγχρονιστικές τομές χωρίς την αναστολή του «πολιτικού κόστους» αλλά και χωρίς να επιτραπεί παρέλκυση των λύσεων, εν ονόματι της καλύτερης προπαρασκευής, θεωρούν ότι ο κ. Κώστας Σημίτης «έκλεισε όλες τις πόρτες» για την επιστροφή στην παλαιά λογική των «ισορροπιών» του «συμψηφισμού του κοινωνικού και πολιτικού κόστους» στις πολιτικές αποφάσεις κτλ., στην ομιλία του στην κοινοβουλευτική ομάδα αλλά και στις προγραμματικές.


Επισημαίνεται όμως ότι το σύνολο της κυβερνητικής αλλά και της κομματικής ιεραρχίας δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιήσει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν είναι μόνο υπόθεση αριθμών αλλά και διαμόρφωση ενός αντίστοιχου κοινωνικού κλίματος, το οποίο προσδιορίζεται από την αποφασιστικότητα των κυβερνητικών παρεμβάσεων. Από αυτή την σκοπιά, οι ίδιοι υπουργοί σημειώνουν ότι στην πρώτη δοκιμασία της εναντίον των «ισχυρών συμφερόντων και πιέσεων» η κυβέρνηση δεν έλαβε «καλή βαθμολογία». Η αιχμή αφορά την αντιμετώπιση των πιέσεων των ιδιοκτητών αλιευτικών σκαφών, των οποίων οι κινητοποιήσεις είχαν ­ εν πολλοίς ­ προσχηματικό χαρακτήρα. Διότι τόσο ως προς τα καύσιμα οι πρότερες ρυθμίσεις ήταν απολύτως λογικές (αλλά δεν άφηναν «παραθυράκια» στην παραοικονομία) ενώ η πραγματική πίεση ασκήθηκε προς την κατεύθυνση της μετατροπής των δανείων που έχουν λάβει σε «θαλασσοδάνεια», στην κυριολεξία. Η ένσταση δεν βρίσκεται μόνο επί της ουσίας, ότι δηλαδή η κυβέρνηση υποχώρησε σε παράλογα αιτήματα, τα οποία καταλήγουν ­ και πάλι ­ να βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Αλλά ότι υπέκυψε απέναντι στον πρωτοφανή εκβιασμό να κλείνεται το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας εν ονόματι των αιτημάτων του συγκεκριμένου κλάδου. «Ηταν μια κλασική περίπτωση όπου έπρεπε να επέμβει ο εισαγγελέας και να δοθεί ένα σαφές μήνυμα, ότι δεν μπορούν να παραλύουν καίριες δημόσιες λειτουργίες από όποιους διεκδικούν το οτιδήποτε», είναι η επισήμανση υπουργού που γνώριζε καλώς το θέμα και διαφωνούσε με τους τελικούς χειρισμούς των αρμοδίων συναδέλφων του.


Είναι λοιπόν προφανές ότι το δίλημμα του εκσυγχρονισμού δεν βρίσκεται μόνο στη χειρουργική ακρίβεια των μέτρων που θα ληφθούν αλλά και στην αποφασιστικότητα ώστε οι «τομές» να συντελεστούν σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και πολιτικό κλίμα από αυτό που παραλύει τη χώρα και τη διοίκηση εδώ και πολλές κυβερνητικές τετραετίες. Το πραγματικό δίλημμα του εκσυγχρονισμού είναι να μπορεί η κυβέρνηση, κατά τη διατύπωση του Πρωθυπουργού, να μη διστάζει να λάβει ­ και να εφαρμόσει ­ «τις σωστές και αναγκαίες αποφάσεις»