Κάθε φορά που οι πολιτικοί αρχηγοί συζητούν στη Βουλή έχουμε συνηθίσει να παρατηρούμε δύο θλιβερά φαινόμενα που κάθε άλλο παρά προάγουν τον κοινοβουλευτικό διάλογο.


Οι πολιτικοί αρχηγοί, αντί να συζητούν μεταξύ τους, εκφωνούν παράλληλους μονολόγους και το μοναδικό είδος υποτυπώδους διαλόγου που διεξάγεται είναι αυτό των δευτερολογιών μεταξύ του Πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.


Ταυτόχρονα οι περισσότεροι βουλευτές αποχωρούν από την αίθουσα μόλις λήξει η αντιπαράθεση μεταξύ των κκ. Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή, με αποτέλεσμα οι αρχηγοί της ελάσσονος αντιπολίτευσης να ομιλούν προ κενών εδράνων και συνήθως δυόμισι ή και τρεις ώρες μετά την έναρξη της συζήτησης, οπότε έχει επέλθει και μια φυσιολογική κόπωση στο ακροατήριο.


Ολα αυτά τα προβλήματα ξεκινούν από τη διάταξη του Κανονισμού της Βουλής που δεν θέτει κανέναν χρονικό περιορισμό στις αγορεύσεις των πολιτικών αρχηγών, αλλά και από την προκατάληψη που υπάρχει ότι αν η διάρκεια της ομιλίας δεν υπερβεί υποχρεωτικά τα 45 λεπτά, αυτό θεωρείται απαξίωση του κοινοβουλευτικού διαλόγου.


Αυτό το κεφάλαιο της κοινοβουλευτικής παράδοσης όμως φαίνεται ότι έκλεισε οριστικά στην τελευταία αντιπαράθεση των πολιτικών αρχηγών, κατά τη συζήτηση που έγινε δηλαδή για την κρίση στο Κοσσυφοπέδιο.


Στη συζήτηση αυτή εφαρμόστηκε μια νέα διαδικασία, την οποία εισηγήθηκε ο Πρόεδρος της Βουλής, βάσει της οποίας οι πολιτικοί αρχηγοί μίλησαν μόλις 25 λεπτά ο καθένας και δευτερολόγησε ο Πρωθυπουργός επί περίπου 10 λεπτά. Η συζήτηση ολοκληρώθηκε σε περίπου δυόμισι ώρες και στο τέλος της όλοι δήλωναν ικανοποιημένοι, ακόμη και ο πρόεδρος της ΝΔ κ. Κ. Καραμανλής, ο οποίος αρχικά είχε εκφράσει επιφυλάξεις λόγω της κρισιμότητας του θέματος.


«Είναι καλύτερη μια διαδικασία δύο-δυόμισι ωρών», είχε πει τότε υπερασπιζόμενος τη διαδικασία ο πρόεδρος της Βουλής κ. Απ. Κακλαμάνης, «από μια συζήτηση η οποία παρατείνεται πέραν του μεσονυκτίου και διεξάγεται προ κενών εδράνων. Διότι είναι φυσικό να μην μπορούν οι συνάδελφοι να παρακολουθήσουν μια εξάωρη συζήτηση και αποχωρούν, είτε γιατί έχουν κουραστεί είτε γιατί το θέμα έχει εξαντληθεί από τον Πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης».


Δικαιώνοντας την επιλογή του Προέδρου της Βουλής, οι βουλευτές για πρώτη φορά δεν συνωστίστηκαν στις εξόδους όταν ανέβηκε στο βήμα η κυρία Αλ. Παπαρήγα, αλλά στη συντριπτική πλειονότητά τους παρέμειναν στη θέση τους και αποχώρησαν μόνο όταν η συζήτηση κηρύχθηκε περαιωμένη.


Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ικανοποιημένος από τη νέα αυτή διαδικασία, η οποία απλώς συντομεύει τον χρόνο των αγορεύσεων των πολιτικών αρχηγών, είναι και ο Πρωθυπουργός δρομολογώντας ήδη αλλαγές και στον Κανονισμό της Βουλής.


Γιατί οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κ. Κακλαμάνης είχε από καιρό στα σχέδιά του τη συντόμευση του χρόνου των αγορεύσεων στις συζητήσεις των πολιτικών αρχηγών (έχει ήδη θεσπίσει ανάλογους περιορισμούς στη συζήτηση νομοσχεδίων και επερωτήσεων), αλλά ήθελε πρώτα να δοκιμάσει αυτή τη νέα διαδικασία σε πραγματικές συνθήκες συζήτησης.


Η πρόβα λοιπόν έγινε στη συζήτηση για την κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο και τώρα απομένει να δώσουν τη συγκατάθεσή τους και οι αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης, έτσι ώστε οι μαραθώνιες συζητήσεις προ ημερησίας διατάξεως να περάσουν και τυπικά στην ιστορία.


Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Πρόεδρος της Βουλής θα εισηγηθεί σύντομα τον περιορισμό του χρόνου αγορεύσεων των πολιτικών αρχηγών στα 20 λεπτά και των δευτερολογιών στα 10 λεπτά, χωρίς να υπάρχει πλέον και το δικαίωμα παρέμβασης στη συζήτηση των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων.


Μια αντίστοιχη διαδικασία προβλέπεται ήδη από το άρθρο 142Α του Κανονισμού της Βουλής, το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ, γιατί τα χρονικά όρια που προβλέπει είναι ιδιαίτερα ασφυκτικά.