Εν όψει των συνταγματικών μεταβολών που μελετώνται αυτή την εποχή από τους εθνοπατέρες και τους ασκούντες την εξουσία έχει τεθεί εκ νέου το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αν δηλαδή είναι καλό για τη χώρα ή όχι να επιτραπεί η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
Τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων έχουν διατυπωθεί πολλές φορές και είναι γενικώς γνωστά. Είναι όμως χρήσιμο να τονισθεί μια πλευρά αυτού του ζητήματος η οποία δεν έχει προβληθεί επαρκώς. Με άλλα λόγια αξίζει να λεχθεί για μια ακόμη φορά ποιους ωφελεί και τι σημαίνει η συνέχιση της παρούσας κατάστασης.
Εν συντομία, η παρούσα κατάσταση μπορεί να περιγραφεί ως εξής. Η ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές υπερβαίνει τη δυναμικότητα των ελληνικών δημόσιων ΑΕΙ. Ο αριθμός των φοιτητών στα ελληνικά ΑΕΙ υπερβαίνει κατά πολύ σε πολλές περιπτώσεις τον άριστο αριθμό με αποτέλεσμα τη μείωση της ποιότητας σπουδών. Χαρακτηριστικά λέγεται ότι αν όλοι οι εγγεγραμμένοι στα πανεπιστήμιά μας φοιτητές αποφασίσουν να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους, τα εργαστήριά τους κλπ., τότε στις πανεπιστημιακές αίθουσες, εργαστήρια, γραφεία, βιβλιοθήκες, διαδρόμους κλπ., δεν θα υπάρξει κενός χώρος.
Το ελληνικό κράτος με τη μη αποτελεσματικότητα που το διακρίνει, με το σύστημα της δωρεάν παιδείας και με τη γνωστή απροθυμία των πολιτών να πληρώνουν τους φόρους τους, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες για πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Η υπερβάλλουσα ζήτηση πανεπιστημιακής εκπαίδευσης καλύπτεται με δύο τρόπους: πρώτον, με σπουδές στο εξωτερικό και με τη λειτουργία των εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών που εμφανίζονται με διάφορους τρόπους ως πανεπιστημιακά ιδρύματα, χωρίς βέβαια να είναι. Υπολογίζεται ότι στο εξωτερικό βρίσκονται πάνω από 30.000 Ελληνες για σπουδές. Οι περισσότεροι σπουδάζουν σε πανεπιστήμια της Βρετανίας στα οποία η ποιότητα των σπουδών, όπως λένε όσοι γνωρίζουν, ποικίλλει σημαντικά. Σημαντική μερίδα των Ελλήνων σπουδάζει σε βαλκανικές χώρες, τα πανεπιστήμια των οποίων προσφέρουν σπουδές που χαρακτηρίζονται, από όσους γνωρίζουν, μέτριες ή κακές, χωρίς φυσικά να λείπουν οι εξαιρέσεις. Το συνολικό κόστος των σπουδών στο εξωτερικό πλησιάζει, αν δεν υπερβαίνει, τα 100 δισ. δραχμές. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η ανεπαρκής προσφορά από τα κρατικά ΑΕΙ δημιουργεί μια εξαιρετικά καλή αγορά την οποία νέμονται ξένα πανεπιστήμια αμφίβολης ποιότητας.
Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο «καλύπτεται» η υπερβάλλουσα ζήτηση πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι η ίδρυση εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών τα οποία αυξάνονται συνεχώς. Τα εργαστήρια αυτά είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτα, προσφέρουν σπουδές κακής ποιότητας και είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις με σημαντικότατα κέρδη.
Αυτή είναι η κατάσταση σήμερα και συνεχώς χειροτερεύει. Οσοι νέμονται αυτή την αγορά κερδοσκοπούν χωρίς έλεγχο από το κράτος. Υπάρχουν φοιτητές που παίρνουν πτυχία αγγλικών και γαλλικών πανεπιστημίων χωρίς ποτέ να σπουδάσουν σε αυτές τις χώρες. Υπάρχουν φοιτητές που σπουδάζουν ιατρική σε αγγλόφωνα ιδρύματα των βαλκανικών χωρών τα οποία, όπως υποπτεύομαι, δημιουργούνται για να εξυπηρετήσουν μόνον έλληνες φοιτητές. Υπάρχουν πτυχία που αποκτούνται με δωροδοκίες και χωρίς ουσιαστικές σπουδές. Υπάρχουν πτυχία των οποίων η αξία είναι μηδενική και όμως οι ανύποπτοι γονείς πληρώνουν εκατομμύρια για να τα αποκτήσουν τα παιδιά τους.
Οποιο μέλος του κοινοβουλίου κλείνει τα μάτια του και προσποιείται ότι δεν βλέπει αυτή την κατάσταση κάνει κακό στην ελληνική παιδεία και στη χώρα. Οποιος την αγνοεί πρέπει να τη γνωρίσει προτού αποφασίσει για τη θέση που θα πάρει στην αναθεώρηση του Συντάγματος.
Νομίζω ότι είναι φανερό, για όποιον θέλει να δει την πραγματικότητα, ότι η σημερινή κατάσταση είναι απαράδεκτη. Η ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, με σαφώς διατυπωμένο πλαίσιο λειτουργίας και υπό τον έλεγχο της πολιτείας, μπορεί να είναι μια καλή λύση.
Βέβαια υπάρχει και η προσφάτως διατυπωθείσα άποψη του υπουργού Πολιτισμού κ. Βενιζέλου ότι «πουθενά εξ όσων γνωρίζ(ει) δεν υπάρχει έγκυρο μη κρατικό πανεπιστήμιο που να οφείλει την ίδρυση και την επιτυχή λειτουργία του στην ικανότητα ενός δυναμικού επιχειρηματία…» (βλ. «Το Βήμα», 17.5.1998). Δεν είναι φανερό τι ο κ. Βενιζέλος θεωρεί μη κρατικό πανεπιστήμιο και πώς το ορίζει. Το παιχνίδι των ορισμών είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο σε διάφορες αναλύσεις αλλά η διατύπωση του κ. Βενιζέλου μού θυμίζει τον καλόγερο που έτρωγε κρέας και ταυτόχρονα υποστήριζε ότι δεν τρώει κρέας. Φυσικά δεν έλεγε ψέματα, αφού είχε ονομάσει το κρέας ψάρι.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



