Την περασμένη Κυριακή το 86,5% των ελλήνων ψηφοφόρων απάντησε καταφατικά στο δίλημμα Σημίτης ή Καραμανλής. Λίγο περισσότεροι διάλεξαν τον Σημίτη, λίγο λιγότεροι τον Καραμανλή αλλά συνολικά έξι εκατομμύρια Ελληνες βρήκαν ότι το δίλημμα ήταν βάσιμο.
Γιατί; Η πιο αγοραία εξήγηση μιλάει για «συνθήκες πόλωσης» (ως γνωστόν, η πόλωση είναι ανεξάρτητο γεγονός, κατασκευασμένο από αυτόνομους παράγοντες!), για «κλίμα υφαρπαγής ψήφων» με διάφορες μεθόδους και για «πρωτοφανείς διαδικασίες εξαγοράς συνειδήσεων». Η εξήγηση αυτή έχει μια λογική αλλά και μια προϋπόθεση: προϋποθέτει ότι ο ελληνικός λαός αποτελείται σε ποσοστό 86,5% από ηλίθιους, ασυνείδητους και εξωνημένους.
Βρίσκω αυτήν την άποψη ανυπόστατη και προσβλητική. Πιστεύω αντιθέτως οτι έξι εκατομμύρια Ελληνες υιοθέτησαν το δίλημμα για έναν πολύ απλό λόγο: επειδή το βρήκαν βάσιμο, επειδή θεώρησαν ότι ανταποκρίνεται στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Πίστεψαν, δηλαδή, οτι ο Σημίτης και ο Καραμανλής που βρήκαν μπροστά τους στις κάλπες είναι η προσωποποιημένη, συμπυκνωμένη και απλουστευμένη εκδοχή του παμπάλαιου διλήμματος μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Γι’ αυτό και πείστηκαν να διαλέξουν τον ένα ή τον άλλο.
Οι ψηφοφόροι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας που διαθέτουν πρωτίστως ένα απίστευτο ένστικτο. Κάθε στιγμή ξέρουν με ακρίβεια τι ακριβώς παίζεται σε μια εκλογή και ανάμεσα σε ποια πράγματα έχουν να επιλέξουν. Ξέρουν, ας πούμε, ότι ο Καραμανλής είναι μια νέα εκδοχή της Δεξιάς, η οποία θέτει την έννοια του συντηρητισμού με καινούργιους όρους: έχει πιο «εθνικά» χαρακτηριστικά (εξ ου και αυτό το κλίμα πατριδοκαπηλίας που επικρατεί στη ΝΔ), είναι πιο λαϊκή, πιο αγροτική, πιο κοινωνική και πιο «ανθρώπινη» με τη διαφημιστική έννοια του όρου. Αναπαράγει, ταυτοχρόνως, αυτό το ιδιαίτερο αισθητικό κιτς που οδηγεί απευθείας από τον Σώτο Παναγόπουλο του πρεσβύτερου Καραμανλή στον Ρόμπερτ Γουίλιαμς της εποχής Μητσοτάκη και στο σημερινό δίδυμο Σαρτίνι – Σπανουδάκης.
Την ίδια στιγμή ο Σημίτης θέτει και αυτός με σύγχρονους όρους το ζήτημα μιας αριστερής ταυτότητας, με τα καλά και τις αμαρτίες της· τον κρατισμό αλλά και τη γενναιοδωρία, τη δημοκρατία αλλά και τον καθεστωτισμό, τον εκσυγχρονισμό και την αλαζονεία.
Στο πολυσυζητημένο ερώτημα αν υπάρχει σήμερα διαφορά ανάμεσα στη μία και στην άλλη παράταξη το 86,5% των Ελλήνων απάντησαν πως «ναι, υπάρχει διαφορά» και πήραν θέση υπέρ του ενός ή υπέρ του άλλου. Αν δεχθούμε το αυτονόητο αξίωμα πως στη δημοκρατία υπέρτατος κριτής είναι ο λαός, τότε ο λαός απεφάνθη δίνοντας μια ξεκάθαρη απάντηση.
Δεξιά και Αριστερά, ο Σημίτης και ο Καραμανλής; Ασφαλώς όχι με την παραδοσιακή έννοια, αυτήν που ενδεχομένως θα συναντήσει κανείς στις αίθουσες τελετών του Περισσού. Ο δεξιός στην εποχή μας δεν είναι απαραιτήτως ταγματασφαλίτης ούτε κρατικοδίαιτος βιομήχανος. Ο αριστερός δεν είναι αναγκαστικά ένας νεαντερτάλειος γενειοφόρος που μπαρουφολογεί κατά του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού και του «συστήματος».
Οι πολιτικές ταυτότητες τίθενται με εντελώς διαφορετικούς όρους σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Οι μεν προάγουν πάντα την αποτελεσματικότητα και οι δε την κοινωνική συνοχή. Αλλά και οι μεν και οι δε έχουν ενσωματώσει στη λογική τους στοιχεία από τη λογική του αντιπάλου.
Είναι περίεργο αλλά αυτά ακριβώς τα πράγματα τα κατάλαβαν με απόλυτη σαφήνεια έξι εκατομμύρια Ελληνες σε όλα τα σημεία της Ελλάδας. Αντελήφθησαν ότι οι δύο μεγάλες παρατάξεις που τους οδηγούν ολόκληρο τον 20ό αιώνα βρίσκονται πάλι μπροστά τους με νέα πρόσωπα, ίσως με ανανεωμένο όραμα, αλλά με την ίδια ουσία. Η καθεμιά προτείνει όχι τόσο έναν διαφορετικό δρόμο όσο έναν διαφορετικό τρόπο για να τον βαδίσεις. Είναι δυνάμεις διαχείρισης και αλλαγής ταυτοχρόνως.
Τελικά, το δίλημμα Σημίτης ή Καραμανλής ήταν το πιο ουσιώδες και ξεκάθαρο δίλημμα που ετέθη ποτέ στον ελληνικό λαό. Γι’ αυτό ίσως απαντήθηκε τόσο μαζικά, τόσο αποφασιστικά, με τόση δυσκολία. Κακά τα ψέματα, καμία ταινία δεν κόβει ποτέ εισιτήρια αν δεν αρέσει στον κόσμο. Στον τόπο μας, το έργο «Δεξιοί και αριστεροί» εξακολουθεί να κόβει πολλά εισιτήρια. Ιδίως όταν οι πρωταγωνιστές κάνουν καλά τη δουλειά τους. jpretenteris@dolnet.gr



