Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έσπευσε να μειώσει τα επιτόκια του ευρώ κατά 50 μονάδες βάσης, στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών ετών, καθώς την περασμένη εβδομάδα κατέστη σαφές ότι η ύφεση βρίσκεται ένα βήμα από την πόρτα της ευρωζώνης. Μία μόλις ημέρα πριν από την πολυαναμενόμενη κίνηση της ΕΚΤ, η Επιτροπή προέβλεψε ακόμη και συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας για το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους, ενώ μια σειρά στοιχεία για τη Γερμανία που επιβεβαίωσαν ότι η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης αποτελεί και τον «πιο αδύναμο κρίκο» της έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου και λειτούργησαν καταλυτικά για τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, η οποία ελπίζεται πως θα δώσει ώθηση στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Προς τα κάτω εξάλλου αναθεώρησε τον ρυθμό ανάπτυξης του δεύτερου τριμήνου και η Eurostat, στο 0,3% από 0,4%, ενώ για το τρίτο τρίμηνο τα προκαταρκτικά στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας δεν προβλέπουν ανάπτυξη παρά 0,3%. (Ενθαρρυντικά, αντίθετα, είναι τα στοιχεία για τη χώρα μας, καθώς το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του έτους, ποσοστό που ήταν το υψηλότερο μεταξύ των εννέα χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.) Ενα μοντέλο της Επιτροπής μάλιστα προβλέπει περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης, καθώς για το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους αυτό κυμαίνεται μεταξύ ανάπτυξης 0,2% και συρρίκνωσης 0,2%. Οι διαβεβαιώσεις της Επιτροπής ότι ακόμη και αν η οικονομική δραστηριότητα συρρικνωθεί αυτό δεν θα επηρεάσει τις προβλέψεις για σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας κατά το επόμενο έτος λίγο συμβάλλουν στη βελτίωση της εμπιστοσύνης.
Ιδιαίτερα η Γερμανία προβάλλει ως ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης, καθώς η ανεργία βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων πέντε ετών. Η Ενωση Γερμανικών Τραπεζών μάλιστα μείωσε τις εκτιμήσεις της για τον ρυθμό ανάπτυξης της χώρας στο 0,3% για το 2002, καθώς οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να πλήττονται από την κακή κατάσταση της εγχώριας αγοράς, παρά μάλιστα την άνοδο των εξαγωγών. Δεν είναι άξιον απορίας λοιπόν που ο γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ έσπευσε να χαιρετίσει τη μείωση των επιτοκίων του ευρώ στο 2,75%, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για την απόφαση της ΕΚΤ αλλά και την εκτίμηση ότι αυτή θα οδηγήσει σε αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας «όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη». Μια πρώτη ιδέα για τη μείωση των επιτοκίων εξάλλου είχε ήδη δώσει ο πρόεδρος της ΕΚΤ Βιμ Ντούιζενμπεργκ από την περασμένη Δευτέρα, κατά τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης. Καθώς είναι γνωστό ότι δεν αρέσκεται να αιφνιδιάζει τις αγορές, ο κ. Ντούιζενμπεργκ φρόντισε να δώσει δείγματα των προθέσεών του δηλώνοντας πως η πορεία του πληθωρισμού «δεν είναι ανησυχητική». Στην ίδια συνάντηση του Eurogroup εξάλλου ο επίτροπος για οικονομικά και νομισματικά θέματα Πέδρο Σόλμπες παρουσίασε στους υπουργούς της ευρωζώνης το σχέδιο της Επιτροπής για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας, το οποίο δίνει έμφαση στη μείωση του δημοσίου χρέους και διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο της Επιτροπής στον έλεγχο της εφαρμογής των οικονομικών δεσμεύσεων των κρατών-μελών. Οι πρώτες αντιδράσεις, δήλωσε ο κ. Σόλμπες, ήταν θετικές, ωστόσο το θέμα δεν αναμένεται να συζητηθεί παρά κατά τη συνάντηση του Φεβρουαρίου, ενώ η συζήτηση για την απόφαση της Επιτροπής να ξεκινήσει τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος εναντίον της Γερμανίας και της Γαλλίας προβλέπεται να συζητηθεί τον Ιανουάριο.
Σε μια προσπάθεια εξάλλου να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις αδύναμες χρηματιστηριακές αγορές, οι 15 υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ συμφώνησαν την επόμενη ημέρα να εισαγάγουν αυστηρότερους κανονισμούς για την αντιμετώπιση του insider trading και της χειραγώγησης της αγοράς. Τα νέα μέτρα στοχεύουν στην αντιμετώπιση φαινομένων «τύπου Enron» και εισάγουν κοινούς ευρωπαϊκούς κανόνες οι οποίοι προβλέπουν μεγαλύτερη διαφάνεια αλλά και ποινές για όλους τους εμπλεκομένους στη χρηματιστηριακή αγορά, όπως είναι οι χρηματιστές, οι χρηματιστηριακοί αναλυτές αλλά και οι οικονομικοί συντάκτες.
Ωστόσο το Eco/Fin δεν κατάφερε να φθάσει σε συμφωνία σχετικά με την ανταλλαγή πληροφόρησης για τις καταθέσεις των ευρωπαίων πολιτών και την επιβολή του «πράσινου φόρου». Σε μια ύστατη πάντως προσπάθεια να επιλύσει αυτά τα θέματα επί της προεδρίας της, πριν από το τέλος του έτους, η Δανία συγκάλεσε έκτακτη σύνοδο για την επόμενη εβδομάδα, ενώ ως τότε η Επιτροπή εξουσιοδοτήθηκε να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με την Ελβετία, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δέσμευση της χώρας ότι θα άρει το τραπεζικό της απόρρητο.



