Υπόθεση C-61/95. Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των κρατών – μελών σχετικά με τις δαπάνες από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
ΟΛΑ ΕΔΩ πληρώνονται. Η ανοργανωσιά μας, η προχειρότητα και η έλλειψη κάθε προγραμματισμού μάς κοστίζουν ακριβά. Δισεκατομμύρια δραχμές από κοινοτικά προγράμματα χάνονται στη χοάνη μιας πολιτικής που μοιάζει ερμαφρόδιτη και εξαντλείται στην κουτοπονηριά του Νεοέλληνα και στις λύσεις της τελευταίας στιγμής. Την ώρα που αγρότες διαμαρτύρονται και απειλούν να κλείσουν τους δρόμους «κόβοντας» τη χώρα στα δύο, μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ήρθε να μας θυμίσει ότι η ρήση των αρχαίων προγόνων μας «συν Αθηνά και χείρα κίνει» θα έπρεπε να καθορίζει την αντίληψή μας αλλά και τις σχέσεις μας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Η άποψή μας ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες των Κοινοτήτων μπορούν να λειτουργήσουν με τα δεδομένα της ελληνικής νοοτροπίας δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα. Το αντίθετο μάλιστα. Πρακτικές συνήθεις στα καθ’ ημάς μάς κοστίζουν ακριβά και έχουν ως συνέπεια η χώρα μας να χάνει σε πολλούς τομείς και στις ενισχύσεις αγροτικών προϊόντων δισεκατομμύρια δραχμές, διότι απλούστατα δεν διαθέτουμε τις προϋποθέσεις οργάνωσης που απαιτούνται για να μετέχουν όλα τα κράτη – μέλη στην κούρσα της συμμετοχής σε αυτό που λέγεται Ευρωπαϊκή Ενωση.
Μια πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ήρθε να επιβεβαιώσει τον κανόνα ότι η προχειρότητα μας στερεί δισεκατομμύρια. Το Δικαστήριο (Εκτο Τμήμα) δεν δικαίωσε τη χώρα μας, η οποία είχε προσφύγει κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προσβάλλοντας αποφάσεις της οι οποίες αφορούσαν εκκαθαρίσεις λογαριασμών σχετικά με τις δαπάνες που χορηγούνται για την ενίσχυση γεωργικών προϊόντων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων. Η Επιτροπή είχε περικόψει δαπάνες για ενισχύσεις σε βασικά για τους αγρότες μας προϊόντα. Συγκεκριμένα οι περικοπές αφορούσαν τις ενισχύσεις για το ελαιόλαδο, το βαμβάκι και τον καπνό.
Η χώρα μας αμφισβητούσε τις αποφάσεις της Επιτροπής και έφθασε στο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωσή τους. Τα επιχειρήματα, όμως, που προβλήθηκαν επ’ ακροατηρίω από τους νομικούς εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης δεν έπεισαν τους δικαστές, οι οποίοι απέρριψαν τις ελληνικές προσφυγές κάνοντας δεκτή μόνη τη μία και αυτή για λόγους τυπικούς. Το σκεπτικό της απόφασης αποτελεί κόλαφο για την πρακτική που ακολουθείται σχετικά με την είσπραξη των κοινοτικών ενισχύσεων. Η έλλειψη ακόμη και στοιχειώδους προγραμματισμού εντοπίζεται ως η κύρια αιτία που η Ελλάδα δεν μπορεί να εισπράξει αυτά που δικαιούται ως ενισχύσεις για τα αγροτικά προϊόντα της. Ας δούμε όμως τι αναφέρει η απόφαση που εκδόθηκε πρόσφατα (29 Ιανουαρίου) και γιατί χάσαμε τη δίκη και τα δισεκατομμύρια.
Ολα ξεκίνησαν όταν η Επιτροπή εκκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς για τις δαπάνες που χορηγούνται ως ενισχύσεις σε αγροτικά προϊόντα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο δεν ενέκρινε σημαντικά ποσά τα οποία είχε ζητήσει η ελληνική πλευρά για το λάδι, τον καπνό και το βαμβάκι. Συνολικά οι περικοπές ξεπερνούσαν τα 50 δισ. δραχμές. Η Επιτροπή υποστήριξε τις θέσεις αυτές ανέπτυξε και στο Δικαστήριο ότι για το ελαιόλαδο στη χώρα μας κανένας δεν μπορεί με σιγουριά να πει ποια είναι η πραγματική παραγωγή. Και τούτο διότι δεν διαθέτουμε ελαιοκομικό μητρώο ούτε μηχανογραφημένα αρχεία, αλλά επιπλέον το σύστημα των επιτόπιων ελέγχων είναι ανεπαρκές ως ανύπαρκτο. Στη δίκη η ελληνική πλευρά δεν αμφισβήτησε την ανυπαρξία του ελαιοκομικού μητρώου, αλλά σε ό,τι αφορά τους ελέγχους υποστήριξε ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής που χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα για τη μείωση των ενισχύσεων δεν απηχούν την πραγματικότητα. Αντίθετα, όπως είπαν οι νομικοί εκπρόσωποι της χώρας μας, οι έλεγχοι είναι επαρκείς και μάλιστα διενεργούνται και πρόσθετοι από το υπουργείο Γεωργίας στις οργανώσεις των παραγωγών ελαιολάδου. Ακόμη έλεγχοι γίνονται και από τον Οργανισμό Ελέγχου Ενισχύσεων στο ελαιόλαδο. Οι δικαστές όμως δεν δέχθηκαν τα στοιχεία που προσκομίστηκαν για να αποδειχθεί ότι οι έλεγχοι του υπουργείου μπορεί να αντισταθμίσουν την έλλειψη ελαιοκομικού μητρώου, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, οφείλαμε να έχουμε από το τέλος της δεκαετίας του ’80.
Ετσι η προσφυγή για τις ενισχύσεις στο ελαιόλαδο απορρίφθηκε. Την ίδια τύχη είχε και η προσφυγή για το βαμβάκι. Για το συγκεκριμένο προϊόν οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούσαν όχι μόνο την ανυπαρξία ελέγχων αλλά και τις απάτες που κατά καιρούς έχουν αποκαλυφθεί με αντικείμενο τις κοινοτικές επιδοτήσεις. Και για το βαμβάκι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπάρχει ανεπάρκεια στον έλεγχο των δαπανών και σημείωσε στην απόφασή του και «τις απάτες που έχουν διαπιστωθεί στον τομέα του βάμβακος». Αντίθετα η χώρα μας κέρδισε τη δίκη για τις ενισχύσεις στον καπνό. Για τα καπνά το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Επιτροπή είχε εφαρμόσει εσφαλμένη τυπική διαδικασία και έτσι ακυρώθηκε η απόφασή της με την οποία είχαν περικοπεί ενισχύσεις πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών.



