ΗΤΑΝ μια απόφαση δικαίωσης. Δικαίωσης μιας εργαζόμενης Ελληνίδας στη Γερμανία που είχε στερηθεί προαγωγών και αυξήσεων του μισθού της για έναν και μόνο λόγο. Είχε προϋπηρεσία αλλά όχι στο γερμανικό δημόσιο. Η προσφυγή της στα δικαστήρια και η επιμονή της να δικαιωθεί για να καταργηθούν διακρίσεις εις βάρος εργαζομένων με προϋπηρεσία σε άλλες χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης έφθασε, τελικά, να κριθεί από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Οι ευρωπαίοι δικαστές αντιμετώπισαν την υπόθεση με γνώμονα τις θεμελιώδεις διατάξεις της Συνθήκης που προστατεύουν και κατοχυρώνουν την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων ανάμεσα στις χώρες της Ενωσης, καταργώντας όχι μόνον τα σύνορα αλλά και τυχόν διακρίσεις που προβλέπονται σε εθνικές νομοθεσίες. Η σημασία της αποφάσεως βεβαίως ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της δικαίωσης μιας εργαζομένης με ελληνική ιθαγένεια που παρέχει τις υπηρεσίες στο γερμανικό δημόσιο, όπως άλλωστε και χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες μας. Αφορά όλους όσοι εργάζονται σε ένα κράτος – μέλος της ΕΕ και διαθέτουν προϋπηρεσία σε κάποιο άλλο.
Με δύο λόγια, σύμφωνα με την απόφαση της Ολομελείας, όταν ένας εργαζόμενος έχει προϋπηρεσία σε ένα κράτος – μέλος της ΕΕ και εργάζεται σε άλλο, η προϋπηρεσία του δεν πάει χαμένη. Αναγνωρίζεται και λαμβάνεται υπόψη και στις προαγωγές και στις αυξήσεις των μισθών, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία του κράτους στο οποίο εργάζεται και ζει. Με την απόφαση αυτή ωφελούνται χιλιάδες ευρωπαίοι εργαζόμενοι και καταργούνται οι όποιες διατάξεις προβλέπουν το αντίθετο. Γιατί, σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας, οι αντίθετες ρυθμίσεις των εθνικών νομοθεσιών χωρίς άλλο είναι ανεφάρμοστες και άκυρες.
Ολα ξεκίνησαν, όταν μια ελληνίδα γιατρός που παρείχε τις υπηρεσίες της στο γερμανικό δημόσιο διαπίστωσε πως έμενε στάσιμη στις μισθολογικές προαγωγές, επειδή δεν αναγνωριζόταν η προϋπηρεσία που είχε εκτός Γερμανίας. Ο γερμανικός νόμος απαγόρευε την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας σε άλλο κράτος για τις μισθολογικές προαγωγές. Η ελληνίδα γιατρός διεκδικώντας τα δικαιώματά της προσέφυγε στο δικαστήριο, το οποίο με τη σειρά του απέστειλε σειρά προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΚ, για να αποφανθεί τι ισχύει στο κοινοτικό δίκαιο και τι προβλέπει η Σύνθηκη, ώστε η αρχή της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων να μη συρρικνωθεί και καταστεί κενή περιεχομένου.
Η γερμανική Δικαιοσύνη προτού εκδώσει τελεσίδικη απόφαση για το αν η ελληνίδα εργαζόμενη είχε δίκιο υπέβαλε ερωτήματα στους ευρωπαίους δικαστές σχετικά με την ερμηνεία της Συνθήκης (άρθρο 48) αλλά και διατάξεων του Κανονισμού 1612/68. Λόγω μείζονος σημασίας, η υπόθεση απασχόλησε την Ολομέλεια. Οι δικαστές του ΔΕΚ ερμήνευσαν το άρθρο της Συνθήκης αλλά και του κανονισμού και αποφάσισαν: «Το άρθρο 48 της Συνθήκης και οι διατάξεις του Κανονισμού 1612/68 περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος απαγορεύουν ρήτρα συλλογικής συμβάσεως εφαρμοζομένης στις δημόσιες υπηρεσίες κράτους – μέλους, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη για τις μισθολογικές προαγωγές τις περιόδους απασχολήσεως σε τομέα παρόμοιας δραστηριότητας που διανύθηκαν κατά το παρελθόν σε δημόσια υπηρεσία άλλου κράτους – μέλους». Οι νομοθετικές ρυθμίσεις ενός κράτους που δεν αναγνωρίζουν την προϋπηρεσία ενός εργαζομένου σε άλλο κράτος είναι, χωρίς άλλο, άκυρες. Σύμφωνα με την απόφαση, και αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό, δεν χρειάζεται να γίνει κάποια τροποποίηση ή κάποια εξάλειψη της αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο ρύθμισης. Δεν ισχύει έτσι και αλλιώς. Αυτοδικαίως. Οι εργαζόμενοι που αδικούνται αποκαθίστανται άνευ άλλου τινός.
Ο γενικός εισαγγελέας κ. F. G. Jacobs, ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας που έγινε στις 17 Ιουλίου 1997, ετάχθη υπέρ των θέσεων που αποτέλεσαν στη συνέχεια το «διά ταύτα» της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Η απόφαση εκδόθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1998.
Υπόθεση. C-15/96. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Συλλογική σύμβαση για τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα. Μισθολογική προαγωγή κατ’ αρχαιότητα. Επαγγελματική πείρα αποκτηθείσα εντός άλλου κράτους – μέλους. Ολομέλεια.
ΚΑΤΑΔΙΚΗ για τη χώρα μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η προσφυγή που είχε καταθέσει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έγινε δεκτή και η Ελλάδα καταδικάστηκε διότι δεν προσάρμοσε εντός των νόμιμων προθεσμιών τη νομοθεσία της προς το περιεχόμενο οδηγίας σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς εταιρειών διαφορετικών κρατών – μελών. Ειδικότερα η χώρα μας δεν είχε λάβει, σύμφωνα με την απόφαση, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για το κοινό φορολογικό καθεστώς σε ό,τι αφορά συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού, ανταλλαγές μετοχών εταιρειών που εδρεύουν σε διαφορετικά κράτη – μέλη. Η απόφαση εκδόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου από το Στ’ Τμήμα.
Παράβαση κράτους- μέλους.Οδηγία 90/434/ΕΟΚ. Μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Υπόθεση C-8/97.



