Μεγάλος ο όγκος των συναλλαγών και τρελή κούρσα τιμών μετοχών
Σχεδόν 950 δισ. δρχ. έχουν κερδίσει σε αξία στις πρώτες δεκαπέντε ημέρες του 1997 οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεις ως αποτέλεσμα της κούρσας των τιμών που ξεκίνησε η Σοφοκλέους από την αρχή του έτους.
Η συνολική χρηματιστηριακή αξία των μετοχών εταιρειών που είναι εισηγμένες στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου είχε φθάσει στο τέλος του 1996 στο ύψος των 5.889 εκατ. δρχ., ενώ στο τέλος της συνεδρίασης της Παρασκευής το ποσό αυτό ήταν μεγαλύτερο κατά 949 δισ. δρχ. και ανήλθε στα 6.838 εκατ. δρχ.
Οι παροικούντες τη Σοφοκλέους βλέπουν τον γενικό δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου να έχει σκαρφαλώσει τώρα σε επίπεδα που ήταν ξεχασμένα εδώ και 33 μήνες από τον Μάρτιο του 1994 και το θερμόμετρο ανεβαίνει κατακόρυφα αφού υπάρχουν μετοχές που παρουσιάζουν από τις αρχές του χρόνου αυξήσεις τιμών που φθάνουν σχεδόν σε διπλασιασμό. Στο κλείσιμο της Παρασκευής ο γενικός δείκτης βρέθηκε να έχει κέρδη περισσότερα των 150 μονάδων, να παρουσιάζει δηλαδή ποσοστό αύξησης 16,1% από την τελευταία συνεδρίαση του 1996, ενώ η αξία των συναλλαγών έφθασε την ίδια ημέρα κοντά στα 14 δισ. δρχ.
Το ενδιαφέρον όμως δεν περιορίζεται πλέον σε εκείνους που έχουν στραμμένο μόνιμα το βλέμμα τους στη χρηματιστηριακή αγορά, αλλά έχει αρχίσει να επεκτείνεται και πέραν αυτών, σε ιδιώτες επενδυτές οι οποίοι φαίνεται ότι είχαν απομακρυνθεί από την αγορά για κάποιο χρονικό διάστημα. Μια ένδειξη όσον αφορά αυτήν την τάση, πέρα από τις εκτιμήσεις που διατυπώνουν οι χρηματιστές, είναι η αύξηση του αριθμού των μετόχων εταιρειών που έχουν ονομαστικές μετοχές και μπορούν να καταμετρούν τα μετοχολόγιά τους σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Από αυτήν την πλευρά λοιπόν καταγράφεται μια αύξηση των μετόχων της τάξης του 10%-15%. Αυξημένο ενδιαφέρον αναφέρουν και από την πλευρά των ξένων επενδυτών όσοι από τους χρηματιστές έχουν πελατολόγιο το οποίο δεν περιορίζεται στην ελληνική αγορά αλλά περιλαμβάνει μεγάλα ή μικρά ονόματα αυτών που κυνηγούν τις ευκαιρίες και τις αποδόσεις ανά την υφήλιο.
Η LUFTHANSA ΔΙΑΨΕΥΔΕΙ
Αντιδρώντας στα δημοσιεύματα που έφεραν τη Lufthansa να διακόπτει τις πτήσεις της προς την Ελλάδα, εκπρόσωπος της εταιρείας ανακοίνωσε ότι «δεν σκοπεύει ούτε να ακυρώσει το πρόγραμμα των πτήσεών της αλλά ούτε και να το μειώσει» εξηγώντας ότι «μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε νόημα εφόσον η Γερμανία παραμένει ο υπ’ αριθμόν 1 εμπορικός σύμμαχος της Ελλάδας». ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ ΣΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ
ΟΔΗΓΙΕΣ για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού του 1997 έστειλε με εγκύκλιό του το υπουργείο Οικονομικών. Το Γενικό Λογιστήριο του κράτους καλεί, ανάμεσα στα άλλα, τα υπουργεία:
* Να επανεξετάσουν όλες τις διοικητικές πράξεις, συμβάσεις κλπ. ώστε οι δαπάνες να συμπιεστούν στα επίπεδα των πιστώσεων.
* Να μην αναλαμβάνουν υποχρεώσεις, των οποίων τη δαπάνη δεν έχουν προβλέψει.
* Να μην υποβάλλουν αιτήματα για συμπληρωματικές πιστώσεις.
* Να μειώσουν τις δαπάνες για συμβούλια και για επιτροπές
* Να κάνουν οικονομία στα τηλέφωνα και στα φαξ.
Κατά 0,1 της μονάδας μειώνει με απόφασή του το υπουργείο Οικονομικών το περιθώριο των ομολόγων τριών, πέντε και επτά ετών. Συγκεκριμένα τα περιθώρια (spreads) των δραχμικών ομολόγων κυμαινόμενου επιτοκίου που θα εκδοθούν μετά τις 17 Ιανουαρίου 1997 μειώνονται για τα τριετή ομόλογα σε 0,3% από 0,4%, για τα πενταετή σε 0,8% από 0,9% και για τα επταετή σε 1,3% από 1,4%. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μείωση αυτή είναι η δεύτερη μέσα σε ένα χρόνο, αυξάνοντας έτσι περισσότερο τα πλεονεκτήματα παλαιότερων τίτλων, τα περιθώρια των οποίων είναι κατά 0,2% υψηλότερα από τα σημερινά.
Στις άμεσες προτεραιότητες του υπουργείου Οικονομικών όσον αφορά τις αγορές χρήματος και κεφαλαίου καθώς και τη διαχείριση του δημόσιου χρέους αναφέρθηκε ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Ν. Χριστοδουλάκης κατά τη διάρκεια γεύματος που του παρέθεσε την εβδομάδα που πέρασε η Ενωση Ελληνικών Τραπεζών. Οπως είπε ο κ. Χριστοδουλάκης, στους σχεδιασμούς του υπουργείου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η τυποποίηση της αγοράς με την καθιέρωση νέων προϊόντων, καθώς και η περαιτέρω ανάπτυξη της διαφάνειάς της, η εγκαθίδρυση καμπύλης απόδοσης μέσω της έκδοσης των μεσοπρόθεσμων ομολόγων σταθερού επιτοκίου διάρκειας 5-10 ετών ή ακόμη μεγαλύτερης και η ανάπτυξη της περαιτέρω ρευστότητας της αγοράς μέσω των παραγώγων προϊόντων. Ποιοι χάνουν από τη μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας
ΘΥΕΛΛΑ διαμαρτυριών και ποικίλες συζητήσεις έχει προκαλέσει η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, ενώ η ΓΣΕΕ προχωρεί σε νέες απεργιακές κινητοποιήσεις με αυτό το αίτημα. Το θέμα αυτό μάλιστα είχε αρχικώς διχάσει ακόμη και την κυβέρνηση, αλλά φαίνεται πως τα στοιχεία του ΚΕΠΥΟ που αποκαλύπτει σήμερα «Το Βήμα» έπαιξαν ρόλο στην τελική απόφαση της κυβερνήσεως για τη μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας. Από τα συγκεκριμένα στοιχεία και την ανάλυσή τους προκύπτει ότι ο μέσος όρος ωφελείας για τους 3.105.000 φορολογουμένους χαμηλού εισοδήματος στην περίπτωση τιμαριθμοποίησης της κλίμακας με ποσοστό 8% θα ήταν 6.600 δρχ. ανά φορολογούμενο τον χρόνο. Αντιθέτως, για 735.000 υψηλού εισοδήματος φορολογουμένους η αντίστοιχη ωφέλεια θα ήταν 112.400 δρχ. ετησίως.
Η συνολική απώλεια για το κράτος από την τιμαριθμοποίηση θα έφθανε τα 104 δισ. δρχ., αλλά το σημαντικότερο μερίδιο αφορούσε εισοδήματα πάνω από 4 εκατ. δρχ. ετησίως. Συγκεκριμένα φαίνεται πως το 20,6% του συνολικού φόρου καταβάλλεται από 3.105.000 φορολογουμένους με εισόδημα ως 4 εκατ. δρχ. τον χρόνο, ενώ το 79,4% του συνολικού φόρου καταβάλλεται από 735.000 φορολογουμένους με ετήσιο εισόδημα πάνω από 4 εκατ. δρχ. ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Κυκλοφόρησε από το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) η νέα κλαδική μελέτη της Μονάδας Κλαδικής Βιομηχανικής Ερευνας και Ενημέρωσης για τη Χαρτοβιομηχανία. Στη μελέτη αναλύονται και παρουσιάζονται τα μεγέθη του κλάδου, οι εξελίξεις που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια και εκτιμήσεις για τις προοπτικές που διαφαίνονται όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, τις επενδύσεις, τις τιμές αλλά και τα υπόλοιπα μεγέθη.
Στον κλάδο της χαρτοβιομηχανίας λειτουργούν σήμερα 16 βιομηχανίες παραγωγής χαρτιού και χαρτονιού με 20 εργοστάσια, δυναμικότητας 500.000 τόνων, τα οποία απασχολούν περί τα 5.000 άτομα. Η ετήσια εγχώρια παραγωγή ανεπεξέργαστου χάρτου και χαρτονιού είναι της τάξεως των 385.000 – 395.000 τόνων, εκ των οποίων το 46% προορίζεται για τα είδη συσκευασίας, το 32% για τα είδη καθαριότητας και το 16% για τα προϊόντα γραφής και εκτύπωσης.



