Η πιο μεγάλη ημέρα του πολέμου, η απόβαση στη Νορμανδία, ξαναζωντανεύει στις κινηματογραφικές οθόνες από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Ο Αθανάσιος Σιαφάκας ήταν εκεί και θυμάται…


«Μη σταματάτε!»… «Πυρ!»… «Καλυφθείτε!»… «Εναν γιατρό! Χρειαζόμαστε μορφίνη…». «Δεν μπορώ να βρω κανέναν. Αφήστε τους…». «Ο Στίβεν πέθανε, λοχαγέ»… «….». Η μέρα που ξημερώνει παίρνει το ματωμένο χρώμα που ξεβράζουν τα κύματα και σκορπίζει, όλο και πιο πολύ, τον πανικό. Αλαφιασμένοι οπλίτες του συμμαχικού στρατού και αξιωματικοί με χαμένο πολεμικό προσανατολισμό προσπαθούν να ξεφύγουν από την «κόλαση» των νορμανδικών ακτών. Τα μάτια δεν κοιτάζουν πίσω ­ εκεί όπου επιπλέουν τα πτώματα των «άτυχων» στρατιωτών. Πολλοί ακρωτηριασμένοι, ακόμη περισσότεροι τραυματισμένοι και κάποιοι «τυχεροί», που ζουν… ακόμη. Τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, κατά μήκος των 50 μιλίων ανάμεσα στο Καραντάν και στο Καέν, αγωνίζονται για την αποστολή τους: οι Σύμμαχοι για την επιτυχία της απόβασης και οι ναζιστές για την ισχύ του Αξονα. 6η Ιουνίου 1944, η γνωστή με το κωδικό όνομα «D – Day»…


Το εναρκτήριο σύνθημα της απόβασης δόθηκε από τον αμερικανό αρχιστράτηγο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, το ακολούθησαν οι στρατιώτες του Συμμαχικού Στρατού, πήρε μια αξιόλογη θέση στην Ιστορία και, τελικά, ζωντάνεψε ξανά… στη μεγάλη οθόνη. Διά της σκηνοθετικής εμπνεύσεως του Αμερικανού Στίβεν Σπίλμπεργκ, τα 11.000 αεροσκάφη και τα 5.000 πλοία παντός τύπου (θωρηκτά, καταδρομικά και αντιτορπιλικά, τα οποία μετέφεραν τότε περισσότερους από 130.000 στρατιώτες εννέα μεραρχιών) γέμισαν τον αέρα με ξεχασμένους ήχους, άνοιξαν τις μπουκαπόρτες τους για να βγουν οι φαντάροι και έφεραν στο προσκήνιο το ηλικίας 54 χρόνων παρελθόν. Για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι μεγαλύτεροι, «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» επιχείρησε να δείξει το αληθινό πρόσωπο του πολέμου.


Οι εικόνες της κινηματογραφικής ταινίας εμφανίζονται υπέρ το δέον αποκαλυπτικές. Ο αποτρόπαιος θάνατος, η ανθρώπινη μανία και τα ανάμεικτα συναισθήματα περηφάνιας και τρόμου ταυτίζονται με τη μεγαλύτερη «αμφίβια» επιχείρηση στην ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την απόβαση στη Νορμανδία. Πρωτίστως όμως, ο πανικός. Η αίσθηση ότι δεν μπορείς να βοηθήσεις κάποιον φίλο που χάνεται από τις σφαίρες του εχθρού, το αίμα που χύνεται άφθονο για μια «ιδέα» δύσκολα κατανοητή, η ζωή σου που κρέμεται μονίμως από μια κλωστή, πίσω από τα χαλάσματα των βομβαρδισμένων κτιρίων ή στα χαρακώματα. Η επιχείρηση «Οβερλορντ» με τα πέντε κωδικά ονόματα (Γιούτα, Ομάχα, Γκολντ, Τζούνο και Σουόρντ) θα πρέπει να φέρει το σήμα της νίκης ­ πάση θυσία! Γιατί είναι, λέει, σημαντικότερα τα «ανταλλάγματα»…


Στην μάχη με τον «Κριεζή»


Ο κ. Αθανάσιος Σιαφάκας, σημαιοφόρος τότε του Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος όταν αποφασίστηκε η απόβαση βρισκόταν στο Τσάταμ της Αγγλίας, θυμάται: «Εκείνο το βράδυ (5 Ιουνίου 1944) χαλούσε ο κόσμος. Κανένας δεν κοιμόταν, καθώς ο βόμβος των καταδιωκτικών αεροπλάνων δεν σε άφηνε σε ησυχία. Η επιχείρηση “Οβερλορντ” άρχιζε». Λίγο αργότερα θα βρεθεί και ο ίδιος στο μέτωπο του πολέμου:


«Εγώ ήμουν μέσα στον “Κριεζή” (σ.σ.: ο “Κριεζής” και ο “Τομπάζης” ήταν οι δύο ελληνικές κορβέτες που πέρασαν μαζί με τα υπόλοιπα συμμαχικά στρατεύματα τον στενό θαλάσσιο χώρο μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Μέσα σε αυτές βρίσκονταν περίπου 150 Ελληνες), όπου είχαμε κυβερνήτη τον πλωτάρχη Κιοσέ. Δεν μας χτύπησαν τα γερμανικά στρατεύματα, όπως και πολλά άλλα πλοία. Αρκετά θύματα είχαν οι Αμερικανοί ­ κυρίως στην “Ομάχα”. Επικρατούσε πανικός! Εβλεπες μέσα στη θάλασσα φουσκωμένους τους στρατιώτες μαζί με όλο τον οπλισμό τους. Ηταν και κάποιοι αλεξιπτωτιστές ­ θηρία ολόκληρα ­ που τους σκότωσαν οι Γερμανοί στην ακτή και τους παρέσυραν οι ισχυροί άνεμοι στη θάλασσα. Θα πνίγηκαν καμιά δεκαπενταριά άτομα με αυτό τον τρόπο. Τι χρώσταγαν τόσα παιδιά να έλθουν στην Ευρώπη για να σκοτωθούν στην απόβαση; Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα! Ντερέκια οι Αμερικανοί, επίλεκτο σώμα, και όμως θυσιάστηκαν. Κρίμα…».


Στο βιβλίο του Στίβεν Αμπροουζ «D – Day», οι μαρτυρίες και οι περιγραφές από την απόβαση συμφωνούν με τα λεγόμενα του κ. Σιαφάκα. «Είδα τον στρατιώτη Ρόμπερτ Ντίτμαρ, από το Φέρφιλντ του Κονέκτικατ», αναφέρει ο Χάρολντ Μπάουμγκαρτεν, ο 19χρονος τότε στρατιώτης της Δεύτερης Ιλης, «να κρατά το στήθος του και να φωνάζει: “Χτυπήθηκα, χτυπήθηκα!”. Επεσα αμέσως στο έδαφος και τον κοιτούσα που προσπαθούσε να σταθεί για λίγο όρθιος. Σκουντούφλησε σε ένα από τα οδοφράγματα των Γερμανών και καθώς έπεφτε το σώμα του έκανε μια πλήρη περιστροφή και σωριάστηκε πάνω σε ένα σακί με άμμο. Ξαπλωμένος εκεί, με το κεφάλι να κοιτάζει τους Γερμανούς και το πρόσωπο τον ουρανό, τον άκουσα να φωνάζει: “Μητέρα… μαμά…”».


Ο φόβος ήταν το συναίσθημα που αφθονούσε στην ταινία του Σπίλμπεργκ. Οπως και η υπερβολή. Μολονότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν με τον τρόπο με τον οποίο ο αμερικανός σκηνοθέτης τα πέρασε στο πανί, το στοιχείο της υπερβολής δεν μπόρεσε να εξοστρακιστεί. Σε συνδυασμό μάλιστα με την προβολή της αμερικανικής υπερθυσίας, η παραπάνω δόση των σκηνοθετικών υλικών έμοιαζε να αφορά μόνον τον αμερικανικό λαό και την ιστορία του. Η αμερικανική ομάδα των οκτώ ατόμων, η οποία περνά διά πυρός και σιδήρου προκειμένου να φέρει εις πέρας την αποστολή της, αλλά και το αμερικανικό επιτελείο στρατού, που αποφασίζει πάντοτε με γνώμονα την ηθική και την ανθρωπιά, αφαιρούν την κοινή πνοή από το σχέδιο της απόβασης. Σε μια απόβαση όπου συμμετείχαν, φυσικά, και στρατιώτες άλλων εθνικοτήτων.


Οι τρομακτικές εμπειρίες


Η φωνή της ελληνικής συμμετοχής στην απόβαση, διά στόματος του κ. Σιαφάκα, δικαιώνει τους υπόλοιπους λαούς και «κοντράρει» τη… μνήμη του αμερικανού σκηνοθέτη: «Στην απόβαση στη Νορμανδία έχασα και έναν πολύ καλό φίλο μου, τον Τζίμι Γούντι. Ηταν αεροπόρος στη RAF (τη Βασιλική Αεροπορία της Αγγλίας) και το βράδυ της 5ης Ιουνίου 1944 χτυπήθηκε στη Μάγχη, όπως τόσα και τόσα αμούστακα παιδιά των 19 και 20 χρόνων». Και συνεχίζει: «Ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος και πολλές φορές γίνεται για μεγάλα συμφέροντα. Εχω ζήσει τόσο τρομακτικές εμπειρίες που πλέον μπορώ να το πω: Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τον πόλεμο. Ισως γι΄ αυτό έβαλε μυαλό ο κόσμος και δεν θέλει άλλο να σκοτώνει και να σκοτώνεται».


Κι έπειτα, είναι και εκείνη η σημαία ­ η αμερικανική «αστερόεσσα», που ανεμίζει στην αρχή και στο τέλος της ταινίας. Τυλίγει, άραγε, τον αμερικανικό λαό ή μήπως την Ιστορία ολόκληρη; Τα «δύσκολα χρόνια» και τα παράσημα δεν πρέπει να γίνονται η τροφή των ολίγων. Ο κ. Σιαφάκας, 85 ετών σήμερα, προφέρει το μήνυμα: «Με έκαναν υποπλοίαρχο και μου έδωσαν το παράσημο του Ατλαντικού, της Μεσογείου, της Αντίστασης και τον Χρυσούν Σταυρόν. Δεν τα φοράω όμως, γιατί άλλο είναι να ζήσεις τον πόλεμο και άλλο να έχεις παράσημα. Παράσημα έχουν ακόμη και οι “άκαπνοι”, αυτοί που δεν είδαν ποτέ τους μάχη! Εγώ προτιμώ να τα έχω μέσα μου όλα αυτά…».