Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του Σαίξπηρ λίγα λεπτά προτού «ζωντανέψει» στη σκηνή του θεάτρου «Πόρτα»
Ωρα 6 μ.μ. Η συνάντηση με τον Γιώργο Κιμούλη για να πάμε στο θέατρο «Πόρτα» και να διεισδύσουμε, με την αναγκαία βοήθειά του, στα άδυτα της παράστασης του «Αμλετ» έχει ορισθεί στη Σχολή του Σύγχρονου Θεάτρου της Αθήνας, στο Γκάζι.
Αλλά…
Επέπρωτο να βρεθούμε και πάλι προ εκρήξεως!
Οχι, αυτή τη φορά δεν απείλησαν βομβιστές αλλά έγινε έκρηξη στο δίκτυο της ΔΕΗ της περιοχής, με αποτέλεσμα… μαύρο σκοτάδι!
Το μάθημα βεβαίως σταμάτησε και επιστρατεύθηκαν κεριά που η κυρία Μαρία Κιμούλη, η νεότατη και κομψότατη μητέρα του Γιώργου, ανέλαβε να τοποθετήσει με μεγάλη προσοχή σε διάφορα σημεία, αποφεύγοντας τις γυάλινες αντίκες, για μια υποχρεωτικά ρομαντική ατμόσφαιρα. Ο Γιώργος θυμήθηκε ότι στο παρελθόν, σε ανάλογη περίπτωση, είχε δώσει παράσταση του έργου «Εγκλημα και τιμωρία» με κεριά. Ούτως ή άλλως υπάρχει πανικός.
Πρέπει όμως να φύγουμε. Ο Γιώργος φορά το κράνος του, ανεβαίνει στη μοτοσικλέτα του και εμείς τον ακολουθούμε με ταξί.
Φθάσαμε στο επί της οδού Μεσογείων θέατρο «Πόρτα» στις 8.30 μ.μ. Ο Γιώργος, χάρη στη μοτοσικλέτα του, ήταν εκεί από ώρα και μας περίμενε στο ταμείο. Εμείς είχαμε την ατυχία να πέσουμε σε πορεία υπέρ των Ζαπατίστας που είχε μπλοκάρει όλο το κέντρο της Αθήνας!
Το πολύπλοκο σκηνικό και τα βαριά κοστούμια
Με τεντωμένα τα νεύρα κυριολεκτικά τρυπώνουμε στο καμαρίνι του Γιώργου Κιμούλη. Στη σκηνή γίνεται έλεγχος του σκηνικού, των φωτισμών και των ήχων αφού πριν από κάθε παράσταση το σκηνικό στήνεται από την αρχή λόγω των δύο παραγωγών που φιλοξενούνται στο θέατρο. Ενα τιτάνιο έργο, μια και το σκηνικό του «Αμλετ» είναι πολύπλοκο, βαρύ και «αγκαλιάζει» το προσκήνιο και το παρασκήνιο και από κάτι ανοίγματα που αφήνει είναι υποχρεωμένοι να κινηθούν, για τις ανάγκες της παράστασης, 23 ηθοποιοί που ερμηνεύουν 27 ρόλους και αλλάζουν περί τα 90 κοστούμια εποχής, μερικά από τα οποία είναι ογκώδη και θέλουν χώρο και δύναμη για να τα κουμαντάρουν αυτοί που τα φορούν.
Ετσι δεν είναι αδικαιολόγητος ο πανικός τους όταν τους εξηγούμε ότι θα παρακολουθήσουμε την παράσταση από τα παρασκήνια. Στο καμαρίνι του Κιμούλη εργάζονται τρεις ηθοποιοί. Εντρομος, μας ρωτά ο Μανώλης Γιούργος, που υποδύεται το φάντασμα του πατέρα του Αμλετ φορώντας μια τεράστια πανοπλία: «Και αυτό εγώ πού θα το βάλω;». «Να σε βοηθήσω» προσφέρεται ο Γ. Στριφτάρης. «Μισό λεπτό να βγάλω τις παντόφλες μου και να βάλω τις μπότες».
Βλέπετε, έχει αξιοποιηθεί και το τετραγωνικό χιλιοστό για να μπορέσουν αυτοί οι άνθρωποι να υπηρετήσουν μια παράσταση κλασικού ρεπερτορίου με πολλές ανάγκες. Παρακολουθώντας τα παρασκήνια των θεάτρων, αρκετές φορές σας μιλήσαμε για ηρωισμό συντελεστών τεχνικών και ηθοποιών. Εδώ τι να πεις; Η λέξη χάνει τη σημασία της. Τους υποσχόμαστε ότι θα είμαστε όσο πιο διακριτικές γίνεται, και η φωτογράφος και εγώ, γιατί το τελευταίο που θα θέλαμε είναι να δυσκολέψουμε τη ροή μιας παράστασης και μάλιστα μιας τόσο απαιτητικής παράστασης όπως είναι ο «Αμλετ».
Ο Γιώργος Κιμούλης χρειάζεται να χαλαρώσει πριν από την ερμηνεία ενός ρόλου – μύθου. Ακουμπά τα πόδια του πάνω στο τραπέζι, παραγγέλνει καφέ, ανάβει τσιγάρο και αφήνεται. Οχι, δεν συγκεντρώνεται για τον ρόλο τούτη τη στιγμή. Είναι ο ρόλος. Οπως ομολογεί, από τον καιρό που αποφάσισε να ξαναπαίξει τον Αμλετ, έχει υποστεί μια μετάλλαξη ως άνθρωπος. Αυτό του συμβαίνει με όλους τους μεγάλους ρόλους που ερμηνεύει. Ηδη ο Ορέστης, που θα ερμηνεύσει το καλοκαίρι στην Επίδαυρο με το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή, «συγκρούεται» μέσα του με τον Αμλετ.
Οταν το 1988 είχε πρωτοπαίξει τον Αμλετ, τον είχα ρωτήσει ποιο ρόλο μπορεί να ονειρεύεται μετά ένας ηθοποιός που στα 31 του χρόνια έχει αυτή την τύχη. «Να τον ξαναπαίξει αργότερα» μου είχε πει τότε. Θυμόμαστε τη συζήτηση και τον ρωτώ αν θα «ξανασυναντηθεί» με αυτόν τον ρόλο. «Οχι» μου απαντά «γιατί μετά από 10 χρόνια δεν θα έχω πια την κατάλληλη ηλικία». Ηδη, όπως λέει, μπορεί ο Αμλετ να μην τον κουράζει ψυχικά αλλά σωματικά τον δαμάζει γιατί, υπογραμμίζει, η γενιά του δεν είχε την αναγκαία προετοιμασία για τέτοιου είδους ρόλους.
Ο σημερινός Αμλετ του προβάλλει το ανθρώπινο στοιχείο, την καταπίεση της εξουσίας, αλλά κάνει αναφορές και στον Χριστό. Είναι ένας άνθρωπος που μέσα από τη θυσία επιζητεί την επιβολή του δικαίου.
Καθώς μιλά για όλα αυτά, ηθοποιοί πηγαινοέρχονται στο καμαρίνι του, τηλέφωνα χτυπούν, του φέρνουν τα γιλεκάκια που θα φορέσει στη σκηνή της μονομαχίας με τον Λαέρτη. Διορθώθηκαν επί το λειτουργικότερον.
Πρέπει όμως να αρχίσει να ετοιμάζεται. Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να ξυριστεί. Μετά προσαρμόζει στο κεφάλι του την περούκα με τα μακριά ίσια μαλλιά που τον περιμένει πάνω στο κεφάλι μιας κούκλας. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Με την περούκα αυτή αλλάζει τελείως όψη και όντως υπάρχει μια νοητή αναφορά στον Χριστό εξάλλου και αργότερα, στο δεύτερο μέρος του έργου, θα εμφανισθεί σχεδόν γυμνός, σαν τον Χριστό πριν από τη Σταύρωση.
Το φανάρι και η πανοπλία
Ερχεται πανικόβλητος ο ηθοποιός και στενός συνεργάτης του Γιώργος Στριφτάρης. «Ξεκόλλησε ένα φανάρι στο σκηνικό». Περνούσε ο Μανώλης Γιούργος με την τεράστια πανοπλία του και το… παρέσυρε! «Βρέστε τη Βάσω». Η Βάσω είναι η κυρία Λακταρίδου, υπεύθυνη για τον χειρισμό των φωτισμών. Η Βάσω προσπαθεί και το φανάρι… αντιστέκεται. «Πάρτε την ταινία με την οποία στερεώνω την περούκα» προτείνει ο Κιμούλης. Τέλος πάντων, το φτιάχνουν με σιλικόνη, αλλά χαλάει η κούπα. Φεύγει από τη βάση της! Σειρά έχει να πανικοβληθεί η κυρία Δέσποινα Μπεμπεδέλη, που ερμηνεύει τη μητέρα του Αμλετ. «Μα πρέπει να πιούμε κρασί με τον Κλαύδιο από πανομοιότυπες κούπες. Τι θα κάνουμε τώρα;». Στο θέατρο δεν υπάρχουν προβλήματα χωρίς λύση. Φέρνουν κόλλα και το φτιάχνουν κι αυτό!
Στα καμαρίνια όλων των θεάτρων υπάρχει μια «ηθική»: οι άνδρες χωριστά, οι γυναίκες χωριστά. Καμαρίνια μεικτά δεν είδαμε ακόμη, παρά τις ριζικές αλλαγές των ηθών. Στον πάνω όροφο συνωστίζονται οι άνδρες. Συλλαμβάνουμε τον Δημήτρη Λιγνάδη… νεγκλιζέ! «Δεν έχω κανένα πρόβλημα, φωτογραφίστε με» μας λέει τυλίγοντας γύρω από τη μέση του μια μεγάλη γαλάζια πετσέτα!
Με οδηγό τον Γιώργο Στριφτάρη διαφορετικά δεν γίνεται πάμε στο καμαρίνι των δύο πρωταγωνιστριών. Οι κυρίες Δέσποινα Μπεμπεδέλη και Πέγκυ Τρικαλιώτη (Οφηλία) είναι σχεδόν έτοιμες. Μακιγιαρισμένες, ντυμένες. Η Οφηλία βάζει και τον γιακά του κοστουμιού της και είναι τελείως έτοιμη. Ενα πολύ όμορφο κορίτσι, με λεπτά χαριστικά, ό,τι πρέπει για Οφηλία. Καθώς παίζει το «τέρας» στην τηλεοπτική σειρά «Η αγάπη άργησε μια μέρα», τη ρωτώ πώς αυτή, ένα τόσο όμορφο κορίτσι, δέχθηκε μια τόσο μεγάλη παραμόρφωση. «Αλίμονο αν στη δουλειά μας δεν τα κάνουμε όλα. Θα ήταν πολύ πληκτικό να υπηρετούμε ένα μόνον είδος» απαντά. Η ηθοποιός Δέσποινα Μπεμπεδέλη ανησυχεί μήπως με τις πορείες στο κέντρο της Αθήνας δεν έρθει κόσμος και θυμόμαστε ένα σπουδαίο καθηγητή φιλόλογο που είχαμε και οι δύο στο Γυμνάσιο Θηλέων Καλλιθέας, τον Σπύρο Γεωργακόπουλο. Της θυμίζω ότι ήταν πολύ υπερήφανος που είχε μαθήτρια μια ηθοποιό της δικής της κλάσης και ότι μας μιλούσε πολύ συχνά γι’ αυτήν. «Ναι, ερχόταν πάντα και με έβλεπε στο Θέατρο Τέχνης» λέει με συγκίνηση. Με συγκίνηση θυμάται και όλες τις συμμαθήτριές της που πήγαν εν σώματι να τη δουν στο «Χάρολντ και Μοντ» κάνοντάς της μια θαυμάσια έκπληξη. Μιλά πολύ απλά και δεν έχει καθόλου την έπαρση της σπουδαίας θεατρίνας.
Η παράσταση αρχίζει από το φουαγέ
Η Πέγκυ Τρικαλιώτη είναι αμέτοχη στην κουβέντα. Κρατά στα χέρια της ένα κασετόφωνο, φορά στα αφτιά της ακουστικά και ακούει μουσική. «Ετσι απομονώνομαι από τους θορύβους. Εχουμε πολύ θόρυβο εδώ» εξηγεί.
Και πώς όχι; Σπαθιά… ακονίζονται, άνθρωποι πηγαινοέρχονται, αντικείμενα… «φτερουγίζουν» στον αέρα για να βρεθούν επί σκηνής. Η ώρα έχει περάσει: 9.15 μ.μ. πρέπει να είναι όλα έτοιμα. Το κοινό, παρά τις κυκλοφοριακές αναταραχές, έχει έρθει, κάθεται στις πολυθρόνες του και περιμένει την παράσταση. Μια ομάδα ηθοποιών που μοιάζουν με ναζί στρατιώτες που βλέπουμε στις ταινίες κατεβάζουν κάτι άγριες μάσκες στο πρόσωπό τους και… κινάνε για πόλεμο! Μυστηριωδώς θα βγουν στο φουαγέ και από εκεί διασχίζοντας την πλατεία θα μπουν στη σκηνή. Ολοι οι χώροι του θεάτρου στην υπηρεσία της παράστασης. «Δεν σκάτε με αυτές τις μάσκες;» τους ρωτάμε. «Ε, λιγάκι» απαντούν με συγκατάβαση. «Γιώργο, να χτυπήσουμε τρίτο;» σημαίνει «Γιώργο, να αρχίσει η παράσταση;». «Μισό λεπτό». Ο Γ. Κιμούλης ρίχνει ένα τελευταίο βλέμμα στον καθρέφτη, φορά ένα μακρύ μαύρο παλτό που τον δείχνει ακόμη πιο αδύνατο καθώς έχει χάσει ήδη επτά κιλά, ψεκάζει με λακ την περούκα και λέει: «Ετοιμοι».
Βγαίνουμε όπως όπως από τον λαβύρινθο των παρασκηνίων και επιχειρούμε να σταθούμε στις κουίντες. Βλέπουμε ήδη τον κόσμο. Αυτή τη φορά δεν τη γλιτώσαμε, είμαστε επί σκηνής! Θα παίξουμε κι εμείς; Υπό το κράτος πανικού τρυπώνουμε στην καταπακτή που προορίζεται για τον τάφο της Οφηλίας. Μέσα από τον… τάφο παρακολουθήσαμε μια παράσταση χωρίς ανάσα. Από την πλευρά μας για να μην ενοχλήσουμε, από την πλευρά των ηθοποιών για να ανταποκριθούν στις ανάγκες του έργου. Ρυθμοί εξαντλητικοί, αλλαγές εν ριπή οφθαλμού. Υπάρχει ημιπεριστρεφόμενη σκηνή και η δουλειά δεν σταματά δευτερόλεπτο. Ολα θυμίζουν την πολυτέλεια κρατικού θεάτρου. Οταν ρώτησα τον Κιμούλη για το κόστος μιας τέτοιας παράστασης στο ελεύθερο θέατρο, μου απάντησε ότι ο ηθοποιός που θέλει να ερμηνεύσει μεγάλους ρόλους δεν μπορεί να έχει συνεχώς στον νου του το ταμείο. Ετσι το τόλμησε μη έχοντας για τον καινούργιο του Αμλετ την κάλυψη ενός κρατικού θεάτρου, όπως την πρώτη φορά. Τώρα είναι και ο παραγωγός, με όσα συνεπάγεται αυτό.
Ηθοποιοί με ξυλοπόδαρα και πατίνια
Για πότε πρόλαβε ο Κιμούλης και ζωγράφισε τη μάσκα ενός κλόουν στο πρόσωπό του ειλικρινά δεν θα το καταλάβω ποτέ. Θεέ και Κύριε! Αυτοί είναι και ακροβάτες! Ο Λορέντζος Φραγκούλης φορά ξυλοπόδαρα και κυκλοφορεί με τέτοια άνεση στη σκηνή που είναι αξιοθαύμαστος. Μόνον εμείς τρέμουμε. Αν πέσει, θα πάθει και εμείς μπορεί να τον δεχθούμε στο κεφάλι! Αλλά είναι και ο Δημήτρης Μαύρος που τρέχει με πατίνια! Ανάμεσα στους δαιδάλους των παρασκηνίων με ξυλοπόδαρα και πατίνια…
Αργότερα πρέπει να απομακρυνθούμε και από την καταπακτή. Θα κατεβάσουν την Οφηλία. Μόλις κατεβαίνει το… πτώμα, η Πέγκυ Τρικαλιώτη το πρώτο που αντικρίζει είναι τη φωτογράφο μας να κάνει κλικ. Τι να κάνει το κορίτσι, βάζει τα γέλια!
Το διάλειμμα είναι μια ευκαιρία για εκτόνωση. Πού τη βρίσκουν; Πολύ απλά, στο τσιγάρο. Οι στενάχωροι χώροι σε λίγο ντουμανιάζουν. «Θα μπεις εσύ ή να μπω εγώ;» ρωτά ένας συστεγαζόμενος ηθοποιός τον… συγκάτοικό του. «Συγγνώμη, μπες εσύ». Η ευγένεια και η κατανόηση κάνουν την καλή συνεργασία.
Ευτυχώς που δεν κινούνται στον χώρο και οι βασικοί συντελεστές της παράστασης. Είναι ξένοι και λείπουν: ο γεννημένος στην Ιταλία και παρεπιδημών στην Αγγλία σκηνοθέτης Andrew Visnevski, που είχε σκηνοθετήσει και τον πρώτο Αμλετ του Κιμούλη στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, ο πολωνός σκηνογράφος και ενδυματολόγος Pawel Dobrzycki και ο πολωνός συνθέτης Boleslaw Rawski.
Υπάρχουν όμως οι συνεργάτες τους που τρέχουν να τα προλάβουν όλα. Ο Κιμούλης δεν έχει τη φήμη του εύκολου συνεργάτη. Το τελείως αντίθετο. Προσέχει και ελέγχει σκληρά και την τελευταία λεπτομέρεια. «Η λεπτομέρεια κάνει την καλή παράσταση, είμαι συνεπώς αυστηρός και ειδικά όταν πρόκειται για τόσο μεγάλα έργα σαν τον “Αμλετ”» παραδέχεται.
«Βάλτε μου γρήγορα το αίμα», φωνάζει ο Κιμούλης. Οχι, δεν ζητεί μετάγγιση αίματος εν μέσω παράστασης. Πρέπει κάτω από το μανίκι της λευκής του μπλούζας να κρύψουν ένα σακουλάκι με κόκκινο υγρό που όταν το τρυπήσει το φονικό ξίφος του Λαέρτη θα παίξει ρόλο αίματος. Ολα αυτά πρέπει να προετοιμασθούν στην εντέλεια για να λειτουργήσουν. Από την άλλη, ο ερχομός του Λαέρτη σηματοδοτεί μεγάλη φασαρία. Το παρασκήνιο σείεται. Θα ξιφομαχήσει με τον Αμλετ. Η σκηνή της ξιφομαχίας με τρόμαξε. Είναι τόσο αληθινή και τα ξίφη πάνε και έρχονται τόσο γρήγορα που… ο Θεός σώζει τον Κιμούλη και τον Λιγνάδη. Θυμάμαι ότι στον πρώτο «Αμλετ» ο Κιμούλης μου είχε εξομολογηθεί ότι δεν ήξερε από ξιφασκίες και τρομάζω ακόμη περισσότερο. Μετά την παράσταση, όταν θα τον συγχαρώ και για τη δεινότητά του στον χειρισμό του ξίφους, θα μου πει ότι δέκα χρόνια πέρασαν, έμαθε πια.
Ο Αμλετ φεύγει, η Ελίζα έρχεται
Το τέλος της παράστασης βρίσκει τα καμαρίνια γεμάτα θαυμαστές. Είναι απίστευτο το πόσο χαίρονται οι ηθοποιοί όταν πάνε φίλοι τους να τους δουν ή όταν με ειλικρίνεια οι θεατές τούς σφίγγουν ικανοποιημένοι το χέρι. Εξάλλου γι’ αυτούς δούλεψαν. Και για τον εαυτό τους βεβαίως.
Μέχρι στιγμής διασωθήκαμε από τον… οργασμό του παρασκηνίου! Μετρήστε πόσες φορές αναφέραμε όχι τυχαία τη λέξη πανικός! Λίγο προτού φύγουμε αναζητώντας τον Γ. Κιμούλη στραβοπατάμε! Σκοντάφτουμε σε ένα δαχτυλίδι εποχής που έπεσε από το χέρι ενός ηθοποιού στο πάτωμα! Τελικώς, συναντάμε τον Κιμούλη στο κατάφορτο από φωτογραφίες της κόρης του καμαρίνι του, εξαντλημένο, να καθαρίζει το πρόσωπό του, αλλά με το συναίσθημα της «χαρμολύπης», όπως θα πει χαρακτηριστικά.
Σιγά σιγά όλοι ξεβάφονται και φεύγουν, οι περισσότεροι με κράνη μοτοσικλετιστών στα χέρια.
Οι ηθοποιοί φεύγουν αλλά κάποιοι άλλοι έχουν πολλή δουλειά να κάνουν: οι τεχνικοί· αυτοί που θα λύσουν το πολύπλοκο σκηνικό για να στήσουν το άλλο της «Ελίζας», του παιδικού θεάτρου. Πάρα πολύ δύσκολη δουλειά να είσαι τεχνικός στο θέατρο «Πόρτα» που φιλοξενεί δύο σκηνές με δύο απαιτητικά έργα. Η δουλειά στο θέατρο δεν είναι μόνον ό,τι βλέπουμε. Είναι κυρίως ο μεγάλος μόχθος των παρασκηνίων.



