«Eγώ ήμουν άραγε ο ηλίθιος που έπαιρνα τη ζωή σαν αστείο ή μήπως ο γιος μου που την έπαιρνε σαν κάτεργο; Ή μήπως είμαστε και οι δύο ηλίθιοι;». Το ερώτημα τίθεται κάπου στη μέση της ταινίας από τον δημοσιογράφο Περότζι (Φιλίπ Νουαρέ), έναν από τους πέντε «Εντιμότατους φίλους». Ασφαλώς, είναι η ψυχή του έργου.


Κάποιοι παίρνουν τη ζωή σαν αστείο, κάποιοι πολύ στα σοβαρά. Ποια στάση είναι η προτιμότερη;


Για προτιμότερη δεν θα αποφασίσουμε εμείς, σίγουρα όμως η στάση που κρατά η σκανδαλιάρικη παρέα των μεσόκοπων «Εντιμότατων φίλων» είναι η πιο διασκεδαστική. Και όπως φαίνεται από την επαναπροβολή τους με νέες κόπιες σε τρεις αθηναϊκές αίθουσες από την περασμένη Παρασκευή, η ταινία του Μάριο Μονιτσέλι παραμένει αγέραστη, παρά τα 30 ακριβώς χρόνια από την πρώτη προβολή της.


Σύγχρονοι «Σωματοφύλακες»


Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, πέντε μεσόκοποι της Τοσκάνης, διαφορετικοί χαρακτήρες, επιμένουν να γεύονται τη ζωή σαν μικρότεροι από παιδιά και να παραμένουν πενηντάρηδες μόνο στα χαρτιά… Κυνηγοί του απρόβλεπτου και σαρκαστές συμβόλων και υποκριτικών αξιών, οι «Εντιμότατοι φίλοι» είναι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία «Βιτελόνι» του Φεντερίκο Φελίνι και θα μπορούσες να πεις ότι η έμπνευσή τους προέρχεται από το «όλοι για έναν, ένας για όλους» των «Τριών σωματοφυλάκων» του Αλέξανδρου Δουμά. Ωστόσο η ζωή τους στα περίχωρα της Φλωρεντίας, την οποία ο Λουίτζι Κουβέλερ αποτυπώνει με μουντά χρώματα απομυθοποιώντας το βαρύ πολιτισμικό φορτίο που η πόλη φέρει, δεν είναι εύκολη. Κάποιος από την παρέα χρωστά και… τις κάλτσες του, ένας έχει «τινάξει στον αέρα» την οικογένειά του, ένας άλλος θρηνεί (βουβά) τον χαμό του παιδιού του, ένας δεν μπορεί να βρει τον έρωτα. Ωστόσο η διέξοδος από την τραγωδία, η απάντηση στη θλίψη και στη μοναξιά, με άλλα λόγια, η «συνέχεια» της ζωής, είναι μόνονμία: το χιούμορ.


Θα ήταν άδικο για τους θεατές που δεν έχουν δει την ταινία να καταγράψουμε τις πλάκες που η συμμορία των πέντε στήνει τσακίζοντας την ψυχική ισορροπία των «θυμάτων» της. Από την άλλη πλευρά, ο πειρασμός είναι γλυκός με τα όσα συμβαίνουν – από το κλάξον που τρελαίνει τον αστυνομικό, ως το επεισόδιο όπου οι πέντε εξαπατούν έναν φουκαρά (Μπερτράν Μπλιέ) παριστάνοντας τους μαφιόζους.


Πλάκες με τη σέσουλα


Οποιος έχει δει τους «Εντιμότατους φίλους» δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσει τα χαστούκια στους επιβάτες του τρένου που έχουν βγάλει τα κεφάλια έξω από τα παράθυρα ενώ το όχημα φεύγει από τον σταθμό. Και μόλις το τρένο φεύγει, ένας από τους «Φίλους» φωνάζει: «Εεεε! Στην αποβάθρα 3 φεύγει το τρένο για το Εμπολι!». H πλάκα θα συνεχισθεί, χωρίς διάλειμμα, όπως η ζωή, υπό το μελαγχολικό ακορντεόν της μουσικής υπόκρουσης του Κάρλο Ρουστιγκέλι.


Ο Μάριο Μονιτσέλι υπέγραψε τη σκηνοθεσία των «Εντιμότατων φίλων» και οι Πιέρο ντε Μπερνάρντι, Λέο Μπενβενούτι, Τούλιο Πινέλι συνεργάστηκαν για τη συγγραφή του σεναρίου. Οταν όμως πέφτουν οι τίτλοι της αρχής διαβάζουμε: «un film di Pietro Germi» (μια ταινία του Πιέτρο Τζέρμι). Ο Τζέρμι ήταν που είχε πρώτος την ιδέα των «Φίλων», με τους οποίους ο σπουδαίος αυτός δημιουργός (που πέθανε το 1974, έναν χρόνο προτού η ταινία βγει στις αίθουσες) προσπάθησε να προσθέσει κάτι παραπάνω στη λεγόμενη «ηθική κωμωδία» της Ιταλίας. Ο Τζέρμι είχε υπηρετήσει πιστά αυτό το είδος με πιο χαρακτηριστική ταινία του το «Διαζύγιο α λα ιταλικά». Ωστόσο η ξαφνική αρρώστια του (έμφραγμα) τον ανάγκασε να αφήσει διάδοχό του τον εξίσου σημαντικό Μονιτσέλι ταινιών όπως «Ο κλέψας του κλέψαντος», «Θέλουμε τους κολονέλους» και «Ο μεγάλος πόλεμος». Ο Μονιτσέλι υπάκουσε με ευλάβεια στο όραμα του Τζέρμι, αν και έχουν εκφρασθεί κάποιες επιφυλάξεις. Ο Μίντα Πουτσίν π.χ. σημειώνει στην κριτική του στην εφημερίδα «Giorni»: «Ο Μονιτσέλι επιλέγει να δώσει βάρος στα πρόσωπα περιγράφοντας ίσως λίγο επιφανειακά και κάπως αμήχανα τους πικρούς τόνους της ιστορίας. Πολύ πιθανόν ο Πιέτρο Τζέρμι να είχε δώσει στο φιλμ μια διαφορετική έννοια».


Οι περιπέτειες των «Εντιμότατων φίλων» πάντως δεν σταμάτησαν το 1975, όταν τα έσοδα πρώτης προβολής μόνο στην Ιταλία ξεπέρασαν τα 2 δισ. λιρέτες. Επτά χρόνια αργότερα οι «Φίλοι» επανήλθαν δριμύτεροι στο Νο 2 και πάλι υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Μονιτσέλι (θα προβληθεί στις αίθουσες από την ερχόμενη Παρασκευή).


Το 1985, μια δεύτερη «συνέχεια» (σκηνοθετημένη αυτή τη φορά από τον Νάνι Λόι) βρίσκει τον κόμη Μασέτι στο γηροκομείο αλλά η σκανδαλιάρικη παρέα δεν λέει να το βάλει κάτω. H συνταγή παραμένει ίδια, το κουρέλιασμα της σοβαροφάνειας δεν σταματά ποτέ.


H συμμορία των πέντε


1. Νέκι (Ντουίλιο ντελ Πρέτε)


Ο εστιάτορας. Ο λιγότερο θορυβώδης αλλά και ο πιο τραυματισμένος, ψυχικά, αφού έχει χάσει ένα παιδί (το μαθαίνουμε εντελώς τυχαία από μια κουβέντα με τη γυναίκα του). Εχει την πιο αβανταδόρικη solo σκηνή όταν αποπατεί στο γιογιό ενός βρέφους, με αποτέλεσμα η τερατώδης όψη των αποτελεσμάτων της πράξης του να προκαλέσουν πανικό στους γονείς του μωρού.


2. Μελάντρι (Γκαστόνε Μοσκίν)


Αρχιτέκτονας, και όταν το λέει το στόμα του «γεμίζει» από καμάρι. Ευπαθής στον έρωτα, βρίσκει εύκολα τον μπελά του, όπως συνέβη με εκείνη την τρελή σύζυγο (Ολγα Καρλάτου) την οποία ερωτεύθηκε και «φορτώθηκε» μαζί με τα παιδιά και τον τεράστιο σκύλο της, ονόματι Μπιρίλο.


3. Περότζι (Φιλίπ Νουαρέ)


Δημοσιογράφος με βλέμμα που ταλαντεύεται ανάμεσα στη μελαγχολία και στην ανία. Σχετικά φειδωλός στα λόγια, έχει ξεχάσει ότι το όνομά του είναι Τζόρτζιο. Οποτε σκέφτεται τη σάρκα της γυναίκας του γίνεται χορτοφάγος, ενώ ο «φλούφλης» γιος του δεν θέλει ούτε να τον δει. Αν και δεν μιλά πολύ, είναι ο αφηγητής της ιστορίας.


4. Σασαρόλι (Αντόλφο Τσέλι)


Γιατρός και η «έκτακτη συμμετοχή» στην παρέα. Ο Σασαρόλι είναι ο πιο ευκατάστατος της παρέας, κοινωνικώς ο πιο αποδεκτός και εκείνος που θα περίμενες ότι θα ήταν το απόλυτο «θύμα» των «Φίλων». Τελικά όμως αποδεικνύεται ο πιο μπαγαπόντης, ο πιο ύπουλος πλακατζής, μα και ο πιο απρόβλεπτος. Μάλιστα όταν ο Σασαρόλι παριστάνει τον μονόφθαλμο μαφιόζο, ο Αντόλφο Τσέλι σαρκάζει νόστιμα το παρελθόν του ως «κακού» του σινεμά (μονόφθαλμος ήταν ως αντίπαλος του Τζέιμς Μποντ στο «Επιχείρηση Κεραυνός»).


5. Μασέτι (Ούγκο Τονιάτσι)


Παρηκμασμένος κόμης, τον οποίο (όπως ο ίδιος παραδέχεται) έντυνε η καμαριέρα ως τα 18 του. Μετά παντρεύτηκε και έκανε γαμήλιες διακοπές για… «3½ χρόνια με μια γυναίκα 2½ μέτρα και μια αρκούδα». Εφαγε τα λεφτά του μέχρι τελευταίας λιρέτας, ζει με δάνεια, χρωστά παντού, τα γραμμάτια βουνό αλλά δεν ξεχνά ποτέ την αριστοκρατική καταγωγή του. Είναι ο πιο κομψός, ο πιο φτωχός, ο πιο μπαγάσας και ο καλύτερος ατακαδόρος. Παντρεμένος και πατέρας, τρελαίνεται για ποδόγυρο και φυσικά για μικρούλες, έστω και… λεσβίες.


H ταινία «Οι εντιμότατοι φίλοι μου» προβάλλεται στις αίθουσες: ODEON ΑΒΑΝΑ, ΑΘΗΝΑΙΑ και ΨΥΡΡΗ.