Οι πουδριέρες της Ντίβας


Η ιδιωτική συλλογή του Νίκου Πετσάλη – Διομήδη, συγγραφέα της βιογραφίας «Η άγνωστη Κάλλας», περιλαμβάνει πάνω από 200 αντικείμενα και φωτογραφίες της μεγάλης ελληνίδας υψιφώνου


Μπαίνοντας στην υποβλητικά φωτισμένη αίθουσα της Γενναδείου Βιβλιοθήκης νιώθει κανείς καθηλωμένος για μερικά δευτερόλεπτα: ό,τι βρίσκεται εδώ μέσα το έχει ακουμπήσει η ίδια η Ντίβα.


Το βλέμμα του επισκέπτη διεκδικείται από μια θαυμαστή ποικιλία ερεθισμάτων. Ενα ιβουάρ μεταξωτό κομπινεζόν με δαντελένιο τελείωμα και ένα ζευγάρι ασορτί δερμάτινες παντόφλες βρίσκονται ευλαβικά ακουμπισμένα στη βελούδινη επιφάνεια μιας γυάλινης θήκης. Λίγο πιο εκεί, ένας κότσος σινιόν, πλεγμένος από τα ίδια τα μαλλιά της, δημιούργημα του διάσημου παριζιάνου κομμωτή Alexandre de Paris, τον οποίον η Κάλλας επισκέφθηκε όταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης τής ζήτησε να κόψει τα μαλλιά της.


Τα καπέλα σαν αερόστατα που ξεφουσκώνουν μοιάζουν σχεδόν αστεία· όταν όμως τα παρατηρήσει κανείς πάνω στο καλοχτενισμένο κεφάλι της Κάλλας (στη φωτογραφία που παρατίθεται), θα καταλάβει αμέσως γιατί τα προτιμούσε. Τα δεκατέσσερα ζευγάρια γάντια, από την άλλη (κυρίως λευκά ή μαύρα με διακριτικά κεντημένα λουλούδια), δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις· αμέσως ξυπνούν εικόνες μοναδικού μεγαλείου: την Ντίβα να διπλώνει τα χέρια της πάνω στο στήθος με αέρινη μαγεία, σκύβοντας αδιόρατα το κεφάλι και χαρίζοντας ένα ατάραχο χαμόγελο στο πυρετώδες παραλήρημα του κοινού.


Οπως αρμόζει σε μία ντίβα, η Κάλλας είχε στην κατοχή της διάφορες ακριβές γούνες, μεταξύ των οποίων μια κατάλευκη ερμίνα και μια τσιντσιλά. Οταν σταμάτησε να τις φοράει, ζήτησε από τη μιλανέζα ράφτρα της, την Μπίκι, να τις χρησιμοποιήσει ως φόδρες σε πανωφόρια της. Οπως βλέπουμε, η πρώτη τώρα επενδύει εσωτερικά ένα μαύρο μάλλινο πανωφόρι (που η Ντίβα χρησιμοποίησε πολύ τη δεκαετία του ’70), ενώ η δεύτερη κοσμεί ένα ημίπαλτο από πράσινο άγριο μετάξι (που φορούσε τη δεκαετία του ’60).


Η έκθεση όμως περιλαμβάνει και πολλά έγγραφα (έντυπο υλικό, προγράμματα της Λυρικής, φωτογραφίες, γράμματα) της Κάλλας. Για παράδειγμα, ένα σπάνιο απόκτημα, το πρώτο επαγγελματικό της επισκεπτήριο, τυπωμένο με το όνομα Μαριάννα Καλογεροπούλου. Επίσης, μια φωτογραφία της αφιερωμένη στην πρώτη της δασκάλα, στη Μαρία Τριβέλλα ­ η αφιέρωση στα αγγλικά, εφόσον η 14χρονη Mary Anna, όπως υπέγραφε τότε, δεν ήξερε ακόμη ελληνικά. Η φωτογραφία αυτή αποκτήθηκε ύστερα από ιδιαίτερη προσπάθεια, σύμφωνα με τον κ. Πετσάλη – Διομήδη, εφόσον η ανιψιά της κυρίας Τριβέλλα δεν ήθελε καθόλου να την αποχωρισθεί.


Ακόμη ξεχωρίζουν φωτογραφικά στιγμιότυπα από τις πρώτες πρωταγωνιστικές εμφανίσεις της στη σκηνή: ως Μάρθα στον «Κάμπο» του D’ Albert, στα Ολύμπια της οδού Ακαδημίας (Απρίλιος 1944), ή ως Λεωνόρα στον «Φιντέλιο» του Μπετόβεν, στο Ηρώδειο (Αύγουστος 1944).



Τα αντικείμενα πολλά και καθένα από αυτά έχει τη δική του ιστορία: τα γυαλιά με τον κοκάλινο σκελετό, οι πολυτελείς πουδριέρες της, οι μεταξωτές κάλτσες της, τα κομψά τσαντάκια της, ένα μπουκαλάκι Lalique. Υπάρχουν φυσικά και άλλα που δεν εκτίθενται: οι κουρτίνες της κρεβατοκάμαράς της στο Παρίσι, σεντόνια, τραπεζομάντιλα και διάφορα λευκά είδη.


Πώς έφθασαν στα χέρια του κ. Πετσάλη – Διομήδη όλα αυτά τα κειμήλια; Μερικά αποκτήθηκαν στην Ελλάδα, άλλα αγοράστηκαν σε δημοπρασίες του εξωτερικού, ενώ τα περισσότερα προέρχονται από την αδελφή της Κάλλας, κυρία Τζάκι Καλογεροπούλου – Σταθοπούλου, η οποία ζει μόνιμα στην Ελλάδα με τον σύζυγό της.


Πού φυλάγονται όλα αυτά τα αντικείμενα όταν δεν βρίσκονται σε δημόσια θέα; «Α, δεν πιάνουν τόσο πολύ χώρο όσο νομίζετε. Τα ρούχα τα βάζω όλα σε μια ντουλάπα και τα έγγραφα σε μια άλλη». Η διαδικασία συλλογής ξεκίνησε εδώ και μία δεκαετία και παρουσίασε αρκετές δυσκολίες. Τα αντικείμενα της Κάλλας έχουν διασπαρεί ανά τον κόσμο άσκοπα, υποστηρίζει ο κ. Πετσάλης – Διομήδης, και πολλά από αυτά βρίσκονται σε χέρια ανθρώπων (φανατικών θαυμαστών κυρίως) που είναι αμφίβολο κατά πόσο τα εκτιμούν ή που δεν είναι διατεθειμένοι να τα παραχωρήσουν σε διάφορους μελετητές της ζωής της Κάλλας. Για παράδειγμα, ένα σημαντικό μέρος, όσα δηλαδή ανήκαν στον πρώην σύζυγό της Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, πουλήθηκε από τη γενική κληρονόμο του, πρώην οικονόμο Εμα Ροβερσέλι Μπρούτι, η οποία, όπως αναφέρει στη βιογραφία του ο κ. Πετσάλης – Διομήδης, ακόμη και τη Villa Maria «αξιοποίησε» μετατρέποντάς την σε 14 διαμερίσματα.


Φαίνεται ότι η διασπορά αυτή είναι συνέχεια της τραγικής μοίρας της Κάλλας. Ισως η καλύτερη αξιοποίησή τους θα ήταν η μόνιμη έκθεσή τους σε ένα μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη της Ελληνίδας με τη θεϊκή φωνή. «Μακάρι να γινόταν μια μέρα στην Αθήνα ένα ζωντανό μουσείο Κάλλας» υποστηρίζει ο κ. Πετσάλης – Διομήδης. «Σίγουρα θα συγκεντρωνόταν πολύτιμο υλικό από διάφορες πηγές. Γνωρίζω ήδη έναν Ιταλό που θα ήθελε η συλλογή του να κατέληγε σε ένα τέτοιο ίδρυμα… Το μουσείο Κάλλας το φαντάζομαι ­ εκτός από τη συλλογή και έκθεση αντικειμένων, βιβλιοθήκη και αρχείο ­ ως χώρο περιοδικών θεματικών εκθέσεων, διαλέξεων και ρεσιτάλ».


Σίγουρα δεν χρειαζόμαστε τα αντικείμενά της για να τη θυμόμαστε: το θείο της χάρισμα, η πιο σημαντική της προσφορά είναι και η μοναδική που δεν αγοράζεται γιατί ανήκει σε όλους και θα ανήκει πάντα. Ενα μουσείο, όμως, αφιερωμένο στη μνήμη της είναι αναμφισβήτητα μια ιδέα που αξίζει περισσότερη σκέψη.


Η έκθεση στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη ολοκληρώθηκε την Παρασκευή. Πιθανότατα ένα μέρος της θα «ταξιδέψει» σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Βόλος, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο και αλλού) προκειμένου να συνοδεύσει την παρουσίαση του βιβλίου «Η άγνωστη Κάλλας».