Η πιο ισχυρή οικογένεια της Ιταλίας βρίσκεται, σχεδόν 100 χρόνια μετά την ίδρυση της Fiat, στη δυσάρεστη θέση να ανησυχεί για το μέλλον της. Ο 22χρονος εγγονός τού Τζιάνι Ανιέλι έχει αναλάβει τον δύσκολο ρόλο να διοικήσει την αυτοκρατορία τον επόμενο αιώνα



Ο Τζιάνι Ανιέλι είναι χωρίς αμφιβολία ένα σύμβολο για την Ιταλία, σύμβολο επιτυχίας και πλούτου. Γι’ αυτό οι Ιταλοί, εμπνεόμενοι από την τάση της εποχής να αναζητούνται πρότυπα στον κόσμο των επιχειρήσεων, παρακολουθούν στενά τον πατριάρχη της Fiat και μιμούνται κάθε συνήθειά του. Ο Ανιέλι φοράει το ρολόι του πάνω από τη μανσέτα του πουκαμίσου; Χιλιάδες Ιταλοί κάνουν το ίδιο. Ο Ανιέλι συνηθίζει να οδηγεί ο ίδιος το αυτοκίνητό του με τον σοφέρ στη θέση του συνοδηγού; Κάθε ανερχόμενος επιχειρηματίας τον αντιγράφει. Ωστόσο η οικογένεια Ανιέλι, αν και μύθος και μάλιστα σύντομα 100 ετών, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της πορείας της: οι ελπίδες της για τον επόμενο αιώνα έχουν εναποτεθεί στους ώμους ενός 22χρονου.


Η ιστορία της Fiat και της παντοδυναμίας των Ανιέλι ξεκινά το 1899 όταν ο 33χρονος Τζιοβάνι Ανιέλι, παππούς τού Τζιάνι, και 29 ακόμη συνεταίροι ίδρυσαν την εταιρεία που θα μετονομαζόταν Fabbrica Italiana Automobili Torino (σε ελεύθερη απόδοση: Ιταλική Βιομηχανία Αυτοκινήτων του Τουρίνου). Ο Τζιοβάνι Ανιέλι, γιος μικροαστού κτηματία, διέθετε το επιχειρηματικό ένστικτο, αν και πρώην αξιωματικός του ιππικού, για να προβλέψει ότι τα αυτοκίνητα ήταν η δύναμη του μέλλοντος. Μετά από προστριβές με τους συνεταίρους του ο Ανιέλι κατάφερε να απαλλαγεί από αυτούς και να αναλάβει μόνος του την επιχείρηση.


Ο Τζιοβάνι Ανιέλι ήταν μονήρης χαρακτήρας, πάντα μοναχός του, ντυμένος στα μαύρα και παντελώς αδιάφορος προς οτιδήποτε δεν αφορούσε τη Fiat. Εφθανε στο εργοστάσιο στις 8.00 το πρωί, έσβηνε την πίπα του ­ γιατί, όπως είχε μάθει στον στρατό, δεν είναι σωστό να καπνίζεις εν ώρα υπηρεσίας ­ και έφευγε το βράδυ, τελευταίος όλων, ανάβοντας την πίπα του. Με τη σύζυγό του Κλάρα Μποζέλι, κόρη στρατιωτικού και εξίσου διακριτική και σιωπηλή όπως ο Τζιοβάνι, απέκτησε έναν γιο, τον Εντοάρντο, και μια κόρη, την Ανιτσέτα ή Τίνα.


Ο Εντοάρντο, ο οποίος δεν κληρονόμησε τον μοναχικό χαρακτήρα του, νυμφεύθηκε την πανέμορφη Βιρτζίνια Μπουρμπόν ντελ Μόντε ντι Σαν Φαουστίνο, κόρη μιας Αμερικανίδας και ενός ιταλού ευγενούς από την Τοσκάνη. Φέρνοντας επτά παιδιά στον κόσμο, τρεις γιους (τον Τζιάνι, τον σημερινό πατριάρχη, τον Ουμπέρτο και τον Τζιόρτζιο) και τέσσερις κόρες (την Κλάρα, τη Σουζάνα, τη Μαρία Σόλε και την Κριστιάνα), το ζευγάρι μετέτρεψε τους Ανιέλι από οικογένεια σε δυναστεία. Ωστόσο το 1935 ο Εντοάρντο σκοτώθηκε κατά την προσθαλάσσωση του υδροπλάνου του, το οποίο πιλοτάριζε ο ίδιος, στη Γένοβα.


Μετά τον θάνατο του μονάκριβου γιου του, ο συντετριμμένος Τζιοβάνι ξεκίνησε έναν δικαστικό αγώνα με τη Βιρτζίνια, την οποία αντιπαθούσε, για την κηδεμονία των επτά παιδιών της. Τελικά η διαμάχη, στην οποία είχε αναμειχθεί και ο δικτάτορας Μουσολίνι υπέρ της Βιρτζίνια κατόπιν παράκλησής της, λύθηκε μετά από παρέμβαση του 16χρονου Τζιάνι, ο οποίος από τότε επεδείκνυε τις ηγετικές ικανότητες που θα τον τοποθετούσαν στο τιμόνι της μεγαλύτερης βιομηχανίας της Ιταλίας. Ο Τζιάνι εξήγησε στον παππού του ότι αυτός και τα αδέλφια του αγαπούσαν τη μητέρα τους και επιθυμούσαν να μείνουν μαζί της, έτσι αυτός υποχώρησε.


Ενας δικηγόρος στο τιμόνι


Ελλείψει γιου, ο Τζιοβάνι Ανιέλι επέλεξε τον εγγονό του Τζιάνι για να του διδάξει όσα γνώριζε ώστε να τον διαδεχθεί. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο παππούς Ανιέλι, αν και λέγεται ότι δεν διατηρούσε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους φασίστες, δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεργασθεί μαζί τους. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, τον Απρίλιο του 1945, οι αρχές τον παρέπεμψαν σε δίκη με την κατηγορία της συνεργασίας με το καθεστώς, αλλά αυτός πέθανε λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο.


Ο 25χρονος Τζιάνι Ανιέλι θεώρησε τον εαυτό του πολύ νέο για να διοικήσει τη Fiat, γι’ αυτό προσέλαβε τον καθηγητή Βιτόριο Βαλέτα στην κεφαλή της επιχείρησης. Με τον εργατικό και οξυδερκή Βαλέτα η Fiat μεγάλωσε και μαζί της αυξήθηκε και η δύναμη των Ανιέλι. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, το ιταλικό κοινοβούλιο κάλεσε τους εκπροσώπους όλων των μεγάλων βιομηχανιών για να συζητήσει μαζί τους προς ποια κατεύθυνση θα οδηγούνταν η ­ ως τότε αγροτική ­ οικονομία της χώρας. Ο επικεφαλής τής Alfa Romeo τάχθηκε υπέρ της άποψης η Ιταλία να στραφεί προς την ειδικευμένη βιοτεχνία (όπως η Ελβετία με τα ρολόγια) γιατί δεν ήταν κατάλληλη για την ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας. Ο Βαλέτα επιχειρηματολόγησε υπέρ της αντίθετης άποψης και η Ιστορία τον δικαίωσε.


Εφόσον ο Βαλέτα είχε αναλάβει τα πάντα, και μάλιστα με θεαματικά αποτελέσματα, ο Τζιάνι Ανιέλι δεν ασχολούνταν καθόλου με την οικογενειακή επιχείρηση. Σπούδασε νομικά ­ εξ ου και το παρατσούκλι «L’ Avvocato» («Ο Δικηγόρος») που τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή ­ και άρχισε να ταξιδεύει ανά τον κόσμο, κάνοντας παρέα με ωραίες γυναίκες και ισχυρούς άνδρες. Την ευθύνη τής Fiat δεν την ανέλαβε παρά στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν πήρε σύνταξη ο Βαλέτα.


Εν τω μεταξύ νυμφεύθηκε τη Μαρέλα Καράτσιολο ντι Καστανιέτο, κόρη Αμερικανίδας και ιταλού ευγενούς από τη Νάπολι, και μαζί απέκτησαν κύρος σχεδόν βασιλικό. Οταν ο Τζιάνι Ανιέλι μετακινείται με το ιδιωτικό του αεροπλάνο, λ.χ., λέγεται ότι για να κερδίζει χρόνο χρησιμοποιεί τους αεροδιαδρόμους του ΝΑΤΟ, δικαίωμα που του παρεχώρησε ευγενικά η Βορειοατλαντική Συμμαχία. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι, αν δεν είχε γεννηθεί Ανιέλι, θα ήθελε να είχε γίνει δημοσιογράφος, εκδότης ή συλλέκτης έργων τέχνης. Ωστόσο, αν και στο τελευταίο επιδίδεται πάντα με μανία, για το πρώτο δεν έχει επιδείξει ιδιαίτερη κλίση ­ ή, αν έχει επιδείξει, αυτή επισκιάστηκε από την ικανότητά του στην ιστιοπλοΐα. Ο Δικηγόρος είναι δεινός ιστιοπλόος και όσοι τον γνωρίζουν λένε ότι το σκάφος του ξεχωρίζει μόνο του ανάμεσα στα κύματα όταν όλα τα υπόλοιπα επιστρέφουν λόγω καιρού. «Αγαπώ τον αέρα γιατί δεν μπορεί ν’ αγοραστεί» δηλώνει.


Σχεδόν αμέσως μόλις πήρε τα ηνία ο Τζιάνι Ανιέλι, η Fiat μπήκε σε περίοδο κρίσης, σε σημείο που αναγκάστηκε να δεχθεί ως συνεταίρο τον Λίβυο Μουαμάρ Καντάφι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η δύναμη των συνδικάτων σε συνδυασμό με τα χτυπήματα της τρομοκρατίας κατά στελεχών τής Fiat δυσχέραναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση ώσπου η κρίση κορυφώθηκε στις αρχές της επόμενης δεκαετίας: ο αδελφός τού Τζιάνι, ο Ουμπέρτο, ο οποίος εργαζόταν στην επιχείρηση ήδη από τα χρόνια τού Βαλέτα, έδωσε μια συνέντευξη (καθ’ υπαγόρευσιν του Τζιάνι, λέγεται) στην οποία υποστήριξε το αδιανόητο, δηλαδή να μπορούν οι επιχειρήσεις να απολύουν κατά βούληση και να υποτιμηθεί η λιρέτα.


Για να αποσοβηθεί το τεράστιο σκάνδαλο που ξέσπασε τέθηκαν δύο όροι στη Fiat: να απομακρυνθεί ο «ανίερος» Ουμπέρτο και να τοποθετηθεί διευθυντής ο Τσέζαρε Ρομίτι. Ο Δικηγόρος, πάντα ικανός να οσμίζεται έναν κατάλληλο συνεργάτη, δέχθηκε και επί Ρομίτι η Fiat γνώρισε τη χρυσή εποχή της. Με τη βοήθεια του μηχανικού Βιτόριο Γκιντέλα η αυτοκινητοβιομηχανία αναδιοργανώθηκε και άρχισε να παράγει νέα δημοφιλή μοντέλα ­ μεταξύ των οποίων και το πολύ επιτυχημένο Uno.


Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 παρουσιάστηκε μια μοναδική ευκαιρία: η Ford των ΗΠΑ έκανε στον Τζιάνι Ανιέλι την πρόταση να ενώσουν τις δυνάμεις τής Fiat και του ευρωπαϊκού κλάδου τής Ford για να κατακτήσουν ολοκληρωτικά την αγορά. Η συγχώνευση αποδείχθηκε σοφή κίνηση. Η Fiat-Ford κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή αγορά εξασφαλίζοντας διπλάσιες πωλήσεις από την αμέσως επόμενη ανταγωνιστική αυτοκινητοβιομηχανία. Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα: ποιος θα είχε τον έλεγχο, το Τουρίνο ή οι ΗΠΑ; Η Ford πρότεινε ο έλεγχος να παραμείνει στον Τζιάνι Ανιέλι αλλά όταν αυτός πεθάνει να περάσει στους Αμερικανούς.


Ο πατριάρχης αναζητεί διάδοχο


Ο Ανιέλι απάντησε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί κάτι τέτοιο ­ άλλωστε πιστεύεται ότι ούτε η ιταλική κυβέρνηση θα δεχόταν ποτέ να δει τη μεγαλύτερη βιομηχανία της χώρας να περνάει σε ξένα χέρια. Ετσι ο πατριάρχης βάλθηκε να κανονίσει τη διαδοχή. Πρώτη του κίνηση ήταν να απομακρύνει την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του Ουμπέρτο ο οποίος, από την εποχή που είχε αποχωρήσει από τη Fiat, είχε αναλάβει με μεγάλη επιτυχία άλλα τμήματα του οικογενειακού ομίλου.


Ο Τζιάνι Ανιέλι δεν είχε ποτέ στενές σχέσεις με τους συγγενείς του, τους οποίους καλούσε μία φορά τον χρόνο σε γεύμα και μετά τους ξεχνούσε ως τον επόμενο. Επιπλέον, λόγω του ότι τα έξι αδέλφια του είχαν αποδειχθεί πολύ καρπερά, η διευρυμένη πλέον οικογένεια Ανιέλι αριθμούσε περίπου 200 άτομα, γεγονός που θα δημιουργούσε προβλήματα στον μελλοντικό έλεγχο των επιχειρήσεων. Ο Δικηγόρος έσπαγε το κεφάλι του να βρει μια λύση. Ο ίδιος δεν είχε παρά δύο παιδιά, τη Μαργκερίτα και τον Εντοάρντο, τον οποίο απέκλεισε πάραυτα από τη διαδοχή γιατί υπέφερε από ψυχολογικά προβλήματα. Τελικά κατέληξε σε μια κίνηση που θα τη ζήλευε και ο πιο δαιμόνιος μονάρχης.


Ηδη βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Οι μετοχές της αυτοκρατορίας Ανιέλι ­ στην οποία ανήκουν από αυτοκίνητα ως εφημερίδες («La Stampa»), από χημικά ως το 20% του Rockefeller Centre της Νέας Υόρκης, από χαλυβουργίες ως ξενοδοχεία, από τσιμεντοβιομηχανίες ως το 13% των Club Mediterranee, από κρασιά (το 75% του Chateau Margaux) ως κατασκευαστικές εταιρείες, από εταιρείες τροφίμων ως ασφαλιστικές, από την ποδοσφαιρική ομάδα Γιουβέντους ως τα καταστήματα «La Rinascente», για να αναφέρουμε μόνο μερικά ­ είναι εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία του ομίλου IFI. Ο IFI διαθέτει δύο είδη μετοχών: τις κοινές και τις προνομιούχες ­ οι πρώτες με δικαίωμα ψήφου, οι δεύτερες χωρίς.


Οι κοινές μετοχές δεν διακινούνταν από κανένα χρηματιστήριο γιατί δεν απευθύνονταν στην αγορά· ανήκαν αποκλειστικά στην οικογένεια. Αν κάποιος Ανιέλι ήθελε να τις πουλήσει, τις διοχέτευε σε συγγενή του ή στην ίδια την IFI. Για να αυξήσει τον έλεγχό του ο Τζιάνι Ανιέλι μηχανεύθηκε ένα σχέδιο αντάξιο του πιο απόλυτου μονάρχη: ίδρυσε την εταιρεία Giovanni Agnelli & Co. και υποχρέωσε τους συγγενείς του να μεταφέρουν σε αυτήν το 80% των κοινών μετοχών τής IFI· κατόπιν οι μέτοχοι της νέας εταιρείας εξέλεξαν μία φορά τα πέντε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και μετά έπαψαν να έχουν δικαιώματα γιατί, αν πέθαινε κάποιο από αυτά, τα υπόλοιπα τέσσερα θα υπεδείκνυαν τον αντικαταστάτη του.


Ετσι ο Δικηγόρος βρέθηκε επικεφαλής της Giovanni Agnelli & Co., της οποίας το αυτοδιοριζόμενο διοικητικό συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να δίνει λογαριασμό στους μετόχους ­ δηλαδή στα μέλη της οικογένειας. Το μόνο που απέμενε ήταν να βρεθεί ο διάδοχος και βρέθηκε στο πρόσωπο του ανιψιού του, Τζιοβανίνο Ανιέλι, μεγαλύτερου γιου τού Ουμπέρτο και της πρώτης συζύγου του Αντονέλα Μπέκι Πιάτζιο, γόνο της οικογενείας που εφηύρε τη βέσπα.


Η σύντομη λάμψη του Τζιοβανίνο


Ο Τζιοβανίνο ήταν πολύ συμπαθής σε όλους. Ευπαρουσίαστος και αθλητικός, είχε σπουδάσει διεθνείς σχέσεις στις ΗΠΑ, στο Brown University, είχε επιστρέψει στην Ιταλία για να κάνει το στρατιωτικό του και μετά (λέγεται ότι) είχε πιάσει δουλειά για δύο μήνες ως εργάτης της Fiat, παίρνοντας το πολύ κοινό στην Ιταλία όνομα Τζιοβάνι Ρόσι για να κρατήσει κρυφή την ταυτότητά του. Το 1987 σε ηλικία 24 ετών ανέλαβε την Piaggio και μέσα σε λίγα χρόνια την έκανε κορυφαία του είδους στην ευρωπαϊκή αγορά και τέταρτη στον κόσμο μετά τους ιαπωνικούς γίγαντες Honda, Suzuki και Yamaha.


Ο Τζιοβανίνο, αν και πολύ διακριτικός όσον αφορούσε την προσωπική ζωή του, εθεωρείτο ο πιο περιζήτητος εργένης του κόσμου. Το 1996 νυμφεύθηκε την Εϊβερι Φράνσις Χάου, βρετανοαμερικανίδα αρχιτέκτονα με την οποία είχε γνωριστεί στο πανεπιστήμιο. Ωστόσο τον περασμένο Δεκέμβριο, λίγες ημέρες πριν από την πρώτη επέτειο του γάμου του και προτού καλά καλά γνωρίσει την κόρη του Βιρτζίνια Εζια, πέθανε από μια σπάνια μορφή καρκίνου.


Ο 77χρονος Τζιάνι Ανιέλι λοιπόν βρέθηκε για άλλη μία φορά χωρίς διάδοχο στο τιμόνι ενός ομίλου αξίας 50 δισ. δολαρίων που αντιπροσωπεύει το 5%-7% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος της Ιταλίας. Ενα χρόνο προτού η Fiat κλείσει έναν αιώνα ζωής, το μέλλον της διαφαίνεται αβέβαιο. Η ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία πιέζεται στενά από την άνοδο των γερμανικών αυτοκινήτων και ο πρόεδρος τής Fiat Ρομίτι, ο οποίος δεν έχει πια καλές σχέσεις με τον Δικηγόρο, θα πάρει σύνταξη τον Ιούνιο, όταν θα γίνει 75 ετών, δηλαδή θα φθάσει στο όριο ηλικίας που θέτουν οι κανονισμοί της επιχείρησης. Και αν ο αντικαταστάτης τού Ρομίτι, ο 64χρονος Πάολο Φρέσκο, διαθέτει ως πρώην αντιπρόεδρος της General Electric τα ανάλογα εύσημα για τη θέση που θα αναλάβει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τον διάδοχο του Δικηγόρου.


Γιατί ο Τζιάνι Ανιέλι, πρόεδρος και κύριος μέτοχος της IFI, όρισε αντιπρόσωπο της οικογενείας στο διοικητικό συμβούλιο της Fiat τον 22χρονο εγγονό του Τζον Τζέικομπ Ελκαν, πρωτότοκο γιο της κόρης του Μαργκερίτα και του αμερικανού συγγραφέα και δημοσιογράφου Αλεν Ελκαν. «Ο Τζον έχει σχεδόν την ίδια ηλικία που είχα κι εγώ όταν μπήκα στο διοικητικό συμβούλιο το 1943» δήλωσε ο Τζιάνι όταν ανακοίνωσε την απόφασή του στις 18 Δεκεμβρίου, πέντε ημέρες μετά τον χαμό του Τζιοβανίνο.


Ενας φοιτητής στον θρόνο


Ο Τζον, φοιτητής σε πανεπιστήμιο του Τουρίνου, έχει ήδη αποκτήσει κάποια επαφή με την οικογενειακή επιχείρηση ­ το 1996 εργάστηκε για ένα μήνα σε θυγατρική τής Fiat στο Μπέρμιγχαμ της Βρετανίας και τον επόμενο χρόνο, πάλι για ένα μήνα, σε εργοστάσιο της Fiat στην Πολωνία ­ και έχει στενές σχέσεις με τον παππού του, τον οποίο συνοδεύει συχνά σε αγώνες της Γιουβέντους. Συνεχίζοντας την παράδοση της οικογενείας, ο Τζον είναι σεμνός και διακριτικός (αν και είχαν κυκλοφορήσει φήμες για σχέση του με το μοντέλο Κάρλα Μπρούνι) αλλά αυτό πολύ απέχει από το να εγγυάται ότι θα αποδειχθεί ένας άλλος Τζιοβάνι ή Τζιάνι.


Γιατί οι Ανιέλι είναι για την Ιταλία ό,τι οι Ουίνδσορ για τη Βρετανία: μια βασιλική οικογένεια ­ και ίσως και κάτι περισσότερο. Στην πραγματικότητα η δυναστεία από το Τουρίνο σχεδόν έφτιαξε την Ιταλία αυτό που είναι σήμερα, μία από τις επτά πιο ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες του κόσμου, παρ’ ότι δεν την κυβέρνησε ποτέ. Μέσα σε δύο δεκαετίες η Fiat 40πλασίασε την παραγωγή της ­ από 50.000 σε 2 εκατ. αυτοκίνητα τον χρόνο ­ και στην άνοδό της συμπαρέσυρε όλη τη χώρα μετατρέποντάς την από μια ουσιαστικά αγροτική οικονομία σε μια από τις πιο βιομηχανοποιημένες. Το μέλλον θα δείξει αν ο 21ος αιώνας θα είναι ευνοϊκός για τη Fiat όσο ο 20ός.