“Είναι η πρώτη μου ανάμνηση από τα παιδικά μου χρόνια: Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, κι εγώ στα τεσσεράμισι. Ημουν αρκετά μεγάλη για να έχω κάποια αίσθηση του χρόνου, για να μπορώ να μετράω τις μέρες ως την παραμονή των Χριστουγέννων, αλλά όταν πηγαίναμε στη Γαλλία να επισκεφτούμε την οικογένεια της μητέρας μου η κάθε μέρα ήταν γιορτή, η κάθε επιστροφή έμοιαζε με πανηγύρι.
Η μητέρα μου γεννήθηκε στο Βιτρέ, στο Ιλ ε Βιλέν. Είχε δύο αδελφές και ζούσαν με τους παππούδες μου σε ένα σπίτι στην οδό Φουζέρ. Στα μάτια μου το σπίτι φάνταζε πελώριο· είχε τέσσερις ορόφους, με ένα λαβύρινθο από σοφίτες όπου πήγαινες περνώντας μέσα από μια κρυφή πόρτα στο κεφαλόσκαλο – ένας παιδικός παράδεισος με ιστούς από αράχνες να κρέμονται σαν μαντίλες πάνω από ράφια που ξεχείλιζαν με βιβλία, πεταμένα πορτρέτα και μπαούλα με παλιά ρούχα. Είχα το δικό μου δωμάτιο που το άνοιγαν μόνο για μένα, μου το ετοίμαζαν όταν έφτανα· τη νύχτα μπορούσα να δω από το παράθυρό μου τα φώτα του κάστρου του Βιτρέ να φέγγουν στον ουρανό. Το κρεβάτι μου είχε σχήμα καραβιού και ήταν βαμμένο σε χρώμα μπλε του ουρανού με καραβάκια ζωγραφισμένα πάνω. Υπήρχε κι ένας μεγάλος κήπος που κατηφόριζε ως το ποτάμι, γεμάτος με μηλιές, φουντουκιές και μεγάλες αλέες με λουλούδια. Ανάμεσά τους και μια πασχαλιά με έντονο χρώμα, η αγαπημένη της προγιαγιάς μου, που την άνοιξη φούντωνε και τα ανθάκια της έμοιαζαν με μοβ σταφύλια: ολόκληρο το σπίτι πνιγόταν από το άρωμά τους.
Το σπίτι αυτό ήταν της προγιαγιάς μου που όλοι τη φώναζαν Μεμέ. Το είχε χτίσει ο δεύτερος άντρας της όταν ήταν ακόμη πολύ νέα (μάλιστα είχε χάσει το ένα του πόδι σε ένα ατύχημα όταν το έχτιζε). Τον κήπο τον είχαν φυτέψει μαζί. Τώρα, χήρα για δεύτερη φορά, μοιραζόταν το σπίτι με τη μικρότερη κόρη της και τον άντρα της, τη γιαγιά και τον παππού μου· είχε κρατήσει για τον εαυτό της τον επάνω όροφο και τους είχε αφήσει το υπόλοιπο σπίτι. Ηταν μια εκπληκτική γυναίκα η προγιαγιά μου. Αδιαμφισβήτητα αρχηγός σε μια οικογένεια όπου κυριαρχούσαν οι άντρες· ήξερε ελάχιστα γράμματα, αλλά ήταν πονηρή και συνάμα σοφή, προικισμένη με τρομαχτική δύναμη και ακλόνητη εξουσία· έριχνε Ταρό, διάβαζε τα φύλλα τσαγιού και έφτιαχνε φάρμακα από βότανα. Ούτε αρνιόταν ότι τα πίστευε όλα αυτά ούτε και το παραδεχόταν. Η μητέρα μου όμως είχε παρατηρήσει ότι πάντα έκανε καλές προβλέψεις σε όσους συμπαθούσε και κακές σε όσους πίστευε ότι το άξιζαν. Ο πρώτος της άντρας είχε σκοτωθεί στον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφήνοντάς την μόνη στα 18 της με δύο μικρά παιδιά· ανέλαβε ολομόναχη το αγρόκτημα, αν και είχε κατηγορηθεί γι’ αυτό (εκείνα τα χρόνια θεωρούνταν σχεδόν ιεροσυλία να κάνει μια γυναίκα τη δουλειά ενός άντρα). Συνέχισε να δουλεύει όταν ο δεύτερος άντρας της έχασε το πόδι του. Αντεξε τα βάσανα του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, της γερμανικής κατοχής, την καταγγελία της οικογένειάς της στην Γκεστάπο και την επίταξη του σπιτιού της. Και ήταν ακόμη και πάντα εδώ, στην οδό Φουζέρ, μια μικρή, παχουλή γριούλα με τα μαλλιά δεμένα πίσω σε κότσο και με διαπεραστικά μαύρα μάτια. Ηταν μονίμως σε πένθος. Θυμάμαι ένα σωρό ολόιδια μαύρα και γκρίζα φορέματα, πάνω από τα οποία φορούσε γκρίζες, μπλε ή μοβ ποδιές. Αλλά στα κρυφά η Μεμέ λάτρευε το κόκκινο και φορούσε πάντα κόκκινα μισοφόρια κάτω από τις σκούρες φούστες της.
Ολοι την αντιμετώπιζαν με δέος. Διοικούσε την οικογένεια από τα διαμερίσματα του επάνω ορόφου και κατέβαινε για να μαγειρέψει ή για να κάνει μια βόλτα στον κήπο. Τα παιδιά και τα εγγόνια της τη λάτρευαν και τη φοβόνταν εξίσου. Εγώ τη λάτρευα. Οταν γεννήθηκα, ο χρόνος την είχε γλυκάνει πολύ κι εγώ ήμουν το πρώτο και μοναδικό δισέγγονό της. Στην πραγματικότητα, η μητέρα μου δεν θα είχε παντρευτεί ποτέ χωρίς την έγκριση της Μεμέ και γι’ αυτό εξάλλου θεωρώ ότι ευθυνόταν έμμεσα για την ύπαρξή μου. Ως γόνος μιας τόσο μεγάλης και δεμένης γαλλικής οικογένειας, η μητέρα μου τους κατέπληξε όλους όταν στην ηλικία των 20 χρόνων δήλωσε ότι ήθελε να παντρευτεί έναν ξένο – έναν Αγγλο – και μάλιστα ύστερα από δύο μόλις εβδομάδες γνωριμίας! Οχι βέβαια πως ήταν καμιά κακή περίπτωση· ο πατέρας μου μιλούσε άριστα γαλλικά, ήταν ωραίος και γοητευτικός. Ηταν όμως ξένος και είχε σκοπό να πάρει τη μητέρα μου μαζί του στην Αγγλία, στο Γιόρκσιρ, όπου χιόνιζε κάθε χειμώνα και όπου μετά βίας μπορούσες να δεις τον ουρανό από το νέφος· εκεί όπου οι άνθρωποι ζούσαν τρώγοντας ροσμπίφ και πουτίγκα και όπου όλοι είχαν αυτή την ακαταλαβίστικη προφορά. Και βέβαια η οικογένεια δεν θα άφηνε ποτέ τη Ζανέτ να κάνει κανένα λάθος.
Κι έτσι αποφασίστηκε: ο Αγγλος θα έπρεπε να περάσει από τον έλεγχο της Μεμέ. Ο έλεγχος αυτός ήταν βασικά μαγειρικής φύσης· η προγιαγιά μου ήταν της φιλοσοφίας ότι όποιος τρώει καλά, ζει καλά, και ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρη ότι η ιδιοσυγκρασία του Αγγλου ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία της αγαπημένης της εγγονής. Ετσι τον κάλεσε για δείπνο. Ενα δείπνο με την οικογένεια α λα φρανσέζ. Είκοσι πέντε άτομα, αδελφοί, αδελφές, ξαδέλφια, θείες και θείοι, όλοι καλεσμένοι για ένα γιορταστικό δείπνο που θα άρχιζε τα μεσάνυχτα. Για τον πατέρα μου, έναν άντρα κάθε άλλο παρά καλοφαγά και με πολύ αγγλικές συνήθειες, αυτό το δείπνο πρέπει να ήταν μεγάλη δοκιμασία. Το ένα πιάτο ακολουθούσε το άλλο· το ένα ποτήρι κρασί το άλλο· η Μεμέ παρακολουθούσε και την παραμικρή του κίνηση με τα φωτεινά μαύρα της μάτια, χωρίς να δείχνει κανένα σημάδι επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας – απλώς παρακολουθούσε. Υστερα από τρεις ώρες και δέκα πιάτα, ο πατέρας μου είχε αρχίσει να ρίχνει τους ρυθμούς του. Ευτυχώς, και για μεγάλη του ανακούφιση, το δείπνο πλησίαζε στο τέλος του. Σερβιρίστηκαν φρούτα και τυρί. Η δοκιμασία φαινόταν να τελειώνει. Αλλά εκείνη τη στιγμή η Μεμέ σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα επιστρέφοντας λίγο μετά με ένα μεγάλο σκεπασμένο πιάτο. Με μια εντυπωσιακή κίνηση του χεριού σήκωσε το καπάκι για να αποκαλύψει μια τεράστια πυραμίδα από κρέπες. Στη συνέχεια έριξε ένα πονηρό βλέμμα στον πατέρα μου και ανακοίνωσε: «Bon. Qui veut des crepes?».
Ηταν μια δύσκολη στιγμή. Ο πατέρας μου ήξερε ότι είχε μπροστά του μια πρόκληση· μια δοκιμασία καρτερίας και αγάπης. Και λέει πολλά για την αφοσίωση του πατέρα μου στη Ζανέτ το ότι έφαγε πολλές κρέπες (αρκετές, όπως και να ‘χει, για να χαρακτηριστεί καλοφαγάς), κερδίζοντας έτσι την ανεπιφύλακτη έγκριση της Μεμέ (και φυσικά την άδεια να παντρευτεί την εγγονή της). Οταν πέθανε η Μεμέ, είχα ήδη συνδέσει τις κρέπες με γιορτές. Βοηθούσα τη μητέρα μου να φτιάξει κρέπες σε κάθε γενέθλια και Χριστούγεννα και πάντα τρώγαμε κρέπες όταν ερχόμαστε στη Γαλλία.
Οι συνταγές συγκαταλέγονται στα όσα άφησε ως κληρονομιά η προγιαγιά μου σε μένα και στην κόρη μου, που στην πραγματικότητα μετριούνται στα δάχτυλα: ένας φάκελος που περιέχει δώδεκα παλιές φωτογραφίες (η Μεμέ σπάνια πόζαρε στον φακό και φαίνεται πάντα μουτρωμένη)· το μοναδικό χρυσό νόμισμα της εποχής του Λουδοβίκου που μου έκανε δώρο στη βάφτισή μου· και μερικά τραγούδια, αστεία ρητά και ιστορίες, τα οποία μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα ώσπου δεν υπήρχε πια κίνδυνος να ξεχαστούν. Πάντως τη θυμάμαι πολύ καλά· και όμως πέθανε εκείνα τα Χριστούγεννα που ήμουν τεσσεράμισι χρόνων, τα Χριστούγεννα με τις κρέπες. Πέθανε κοντά στην οικογένειά της, αμετανόητη και ξεροκέφαλη ως το τέλος, με τους δικούς της όρους, ακριβώς όπως είχε ζήσει όλη της τη ζωή.
Γιατί η Μεμέ, όσο υπέροχη και αν ήταν, είχε μια αδυναμία: διαβήτη. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε θεραπεία και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιορίσει σημαντικά τη διατροφή της και να ελπίζει για το καλύτερο. Αυτό την πλήγωνε: απεχθανόταν τους γιατρούς και αποστρεφόταν την αίσθηση ανωτερότητας που είχαν. Αποτέλεσμα; Παραμελούσε συνεχώς τη δίαιτά της και εκείνα τα Χριστούγεννα φαίνεται ότι είχε πάρει μια απόφαση. Ηταν 75 χρόνων· δεν σχεδίαζε να ζήσει για πάντα. Θα περνούσε υπέροχες διακοπές με την οικογένειά της και τους φίλους της – θα έτρωγε και θα έπινε ό,τι ήθελε – και αλίμονο σε όποιον προσπαθούσε να την εμποδίσει. Κανένας δεν προσπάθησε. Ολοι τη φοβόνταν τη Μεμέ.
Στη Γαλλία το χριστουγεννιάτικο δέντρο το στολίζουμε την παραμονή των Χριστουγέννων. Τότε δίνουμε και τα δώρα. Περίμενα ώσπου να νυχτώσει (έπαιζα με τη Μεμέ, που τεχνηέντως με απασχολούσε όση ώρα γίνονταν οι προετοιμασίες για τον Αϊ-Βασίλη) και όταν πήγα στο σαλόνι το βρήκα φωτισμένο με κεριά και φαναράκια. Το δέντρο ήταν στη μέση του δωματίου και δίπλα του μια στοίβα από δώρα. Το τζάκι, που το χρησιμοποιούσαμε σπάνια, ήταν αναμμένο και ο αέρας μύριζε από τα κουκουνάρια που καίγονταν, έσκαγαν και λαμπάδιαζαν σαν μικρές χειροβομβίδες. Ηταν κάτι μαγευτικό: σαν να ανακαλύπτεις θησαυρό. Οι μεγάλοι κάθησαν να απολαύσουν αργά αργά και φασαριόζικα το φαγητό τους ενώ εγώ εξερευνούσα με την ησυχία μου τα δώρα μου (είχα ήδη φάει πιο νωρίς προς ζήλια του λιτοδίαιτου πατέρα μου). Στο τραπέζι υπήρχαν κρέπες και κρεμμυδόσουπα, χήνα με κάστανα, στρείδια, φουά γκρα σε ζεστό φρυγανισμένο ψωμί, και κορμός σοκολάτα και σαμπάνια. Ο παππούς μου μού έδωσε στα κρυφά κομματάκια ζάχαρης βουτηγμένα σε κονιάκ και ως τα μεσάνυχτα που τελείωσε το φαγητό είχα αποκοιμηθεί κάτω από το δέντρο, σε μια φωλιά από χριστουγεννιάτικο χαρτί περιτυλίγματος. Ηταν τέλεια: ποτέ ξανά τα Χριστούγεννα δεν τα θυμάμαι τόσο όμορφα όσο ήταν εκείνη τη χρονιά στο σπίτι της Μεμέ, με τους γονείς και τους παππούδες γύρω μου, το χιόνι να πέφτει έξω και τη φωτιά να καίει.
Σπάνια χιονίζει στο Βιτρέ. Αλλά εκείνη την εβδομάδα των Χριστουγέννων χιόνισε – λιγάκι βέβαια, μόλις μια λεπτή λευκή λωρίδα στο περβάζι του παραθύρου – και η Μεμέ ήταν κατενθουσιασμένη. Στα 75 της είχε δει χιόνι μόνο δυο-τρεις φορές, και κάθε λίγο και λιγάκι έβγαινε από την κουζίνα της, τυλιγμένη στο μαύρο της παλτό, για να εξερευνήσει το χιόνι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση δεν το είχε στρώσει αρκετά ώστε να φτιάξουμε χιονάνθρωπο. Παρ’ όλα αυτά εφεύραμε ένα παιχνίδι που το ονομάσαμε «Ντετέκτιβ», από τα ίχνη που αφήναμε στο χιόνι. Επέμενα να το παίζουμε κάθε μέρα. Εγώ ήμουν πάντα ο ντετέκτιβ και προσπαθούσα να εντοπίσω τη Μεμέ (η οποία ήταν πάντα ο κλέφτης) στον κήπο, όπου μετά το αναπόφευκτο πιστολίδι – από ένα φανταστικό πιστόλι – η Μεμέ τελικά δεν γλίτωνε τη σύλληψη. Την οδηγούσα στην κουζίνα με ένοπλη συνοδεία, για ζεστή σοκολάτα και μπισκότα.
Σε ένα από αυτά τα παιχνίδια η μητέρα μου συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την προγιαγιά μου. Εγώ δεν το είχα καταλάβει, τόσο απορροφημένη ήμουν με το παιχνίδι, αλλά η μητέρα μου θυμάται πως μας παρακολουθούσε και πρόσεξε ότι η Μεμέ συμπεριφερόταν περίεργα. Τα φώτα ήταν σβηστά, είχε αρχίσει να νυχτώνει και το δωμάτιο ήταν μάλλον σκοτεινό. Αλλά η Μεμέ, που ποτέ δεν είχε καλή όραση, δεν φαινόταν να το είχε καταλάβει. Η μητέρα μου μας παρατήρησε πιο προσεχτικά και είδε ότι η Μεμέ, παρ’ όλο που μου μιλούσε ζωηρά κάνοντας τα συνηθισμένα της πειράγματα, δεν φαινόταν να μπορεί να με δει. Στην πραγματικότητα είχε ήδη αρχίσει να χάνει την όρασή της εδώ και μισή ώρα.
Γρήγορα η μητέρα μου ανέλαβε δράση. Υστερα από μερικές διαμαρτυρίες η Μεμέ συμφώνησε να ξαπλώσει για λίγο. Τη φίλησα, της ευχήθηκα καληνύχτα και εκείνη μου υποσχέθηκε να γυρίσει και πάλι στο παιχνίδι μας όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Δεν την ξαναείδα ποτέ πια. Μία ώρα αργότερα έπεσε σε διαβητικό κώμα και δεν ξύπνησε ποτέ. Οι γονείς μου και οι παππούδες μου ήταν εκεί και με άφησαν να παίζω με τα παιχνίδια μου κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δύο μέρες αργότερα γυρίσαμε στο σπίτι. Χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός για να καταλάβω τι είχε γίνει. Οι μεγάλοι δεν τα καταφέρνουν να μιλούν για τον θάνατο στα μικρά παιδιά, και με είχαν αφήσει με ένα σωρό ελλιπείς και αντιφατικές εξηγήσεις: η Μεμέ είχε μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, σε λουλούδι ίσως ή σε δέντρο· η Μεμέ είχε πεθάνει επειδή έτρωγε πάρα πολλή σοκολάτα· η Μεμέ βρισκόταν ανάμεσα στους αγγέλους. Εγώ έβγαλα τα δικά μου συμπεράσματα. Ηξερα ότι η Μεμέ δεν βρισκόταν ανάμεσα στους αγγέλους. Περιφρονούσε πάντα την Εκκλησία, ακόμη περισσότερο από ό,τι τους γιατρούς, και δεν είχε επιτρέψει ποτέ στον παπά της ενορίας να την επισκεφτεί. Πολύ πιο πειστική μού φαινόταν η ιστορία της μεταμόρφωσης, έτσι την επόμενη άνοιξη και το καλοκαίρι πέρασα ώρες στον κήπο μιλώντας στα δέντρα και στα λουλούδια, προσπαθώντας να ανακαλύψω σε τι είχε μεταμορφωθεί η προγιαγιά μου. Αργότερα αποφάσισα ότι ούτε αυτό ήταν σωστό. Η Μεμέ δεν είχε φύγει, δεν είχε πάει πουθενά. Η μητέρα μου συζητούσε για αυτή συνέχεια. Μαγειρεύαμε τις συνταγές της. Πρώτα απ’ όλα οι κρέπες, αλλά και η κρεμμυδόσουπά της και το pot-au-feu της την έφερναν πίσω. Κοιτούσαμε τις φωτογραφίες της. Θυμόμαστε τα τραγούδια της και τα αστεία στιχάκια της. Η ζωή θα πρέπει να είναι μια γιορτή, επαναλάμβανε η μητέρα μου. Οπως τα Χριστούγεννα. Η Μεμέ γιόρταζε τη ζωή σαν να ήταν κάθε μέρα Χριστούγεννα. Και όταν ήρθε η ώρα της, έφυγε με τον δικό της τρόπο, γιορτάζοντας, και ήταν στο χέρι μας να κάνουμε το ίδιο, να γιορτάσουμε τη ζωή της και τη δική μας, και να μεταφέρουμε ό,τι μας δίδαξε.
Εγώ το κάνω ως σήμερα· η κόρη μου είναι οκτώ χρόνων τώρα και μιλάει για τη Μεμέ σαν να τη γνώριζε από πάντα. Στον κήπο μας έχουμε φυτέψει την πασχαλιά της, από ένα κλαράκι του θάμνου που ακόμη ανθίζει στο σπίτι στην οδό Φουζέρ. Τραγουδάμε τα τραγούδια της. Ρίχνουμε τα χαρτιά και διαβάζουμε τα φύλλα τσαγιού. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο όμως φτιάχνουμε τις κρέπες της. Σε γενέθλια. Σε ειδικές περιστάσεις. Και, το σημαντικότερο, τα Χριστούγεννα η Αννούσκα κι εγώ φτιάχνουμε μαζί τις κρέπες της Μεμέ – αν και παρατήρησα ότι τη συγκεκριμένη αυτή εποχή, έχοντας ίσως στο μυαλό του κάτι από τα παλιά, ο πατέρας μου συνήθως βρίσκει κάτι επείγον να κάνει αλλού…”
Ποια είναι η Τζοάν Χάρις
Η συγγραφέας Τζοάν Χάρις αγαπήθηκε σε όλον τον κόσμο χάρη στα γευστικά και γεμάτα μυρωδιές μυθιστορήματά της, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Θυμίζουμε την εμβληματική για το είδος της λογοτεχνίας που κάνει Καυτή σοκολάτα (1999, μετάφραση Μαρία-Ρόζα Τραϊκόγλου), το Κρασί από βατόμουρα (2001, μετάφραση Δέσπω Παπαγρηγοράκη) και το 5/4 από πορτοκάλι (2002, μετάφραση Καίτη Οικονόμου). Τώρα ετοιμάζεται η μετάφραση του καινούργιου βιβλίου της Τζοάν Χάρις Coastliners. Η συγγραφέας έχει επισκεφθεί την Αθήνα και έχει φωτογραφηθεί, καλοκαίρι, με φόντο τη θάλασσα του τσιμέντου της. Αλλά και μέσα σε αυτή την πόλη οι μυρωδιές… τρέχουν και… ακούγονται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΓΓΕΛΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ



