Στις επτά το βράδυ, κουρασμένη, η ανύπαντρη μητέρα γυρνά στο σπίτι από τη δουλειά. Πηγαίνει κατευθείαν στην έγχρωμη οθόνη του υπολογιστή της και «μπαίνει» στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς. Σε ένα λεπτό βρίσκεται στα ράφια των τροφίμων και παραγγέλνει ό,τι θέλει. Σε 20 λεπτά έχει γεμίσει το εικονικό καλάθι της, έχει πληρώσει με την πιστωτική της κάρτα και ανοίγει την τηλεόραση για να χαλαρώσει. Αυτός ο εύκολος τρόπος τού να φέρνει το φαγητό, το δικό της και των παιδιών της, στο τραπέζι θα έπρεπε να της παρέχει περισσότερο χρόνο για να τον διαθέτει κάπου αλλού, να κάνει κάτι που να την ξεκουράζει. Δεν είναι όμως έτσι. Η ανύπαντρη μητέρα, που στην περίπτωσή μας είναι η συγγραφέας Λόρα Παπάνο, αισθάνεται πιεσμένη, νιώθει άγχος να προλάβει. Να προλάβει τι; Δεν είναι βέβαιο. Στη θέση αυτής της ανύπαντρης μητέρας μπορούμε να βάλουμε τον εργένη, τον οικογενειάρχη, τον φοιτητή, τον εργαζόμενο, τον εαυτό μας.
Ζούμε στην εποχή της «σύνδεσης» και της παροχής ποικίλων υπηρεσιών και όλα πρέπει κάποιος να τα κάνει για λογαριασμό μας, ώστε εμείς να έχουμε χρόνο για κάτι άλλο. Ζούμε στην εποχή όπου ψωνίζουμε από το Διαδίκτυο, επικοινωνούμε με το κινητό μας, παίζουμε παιχνίδια στον υπολογιστή, μέσω του οποίου μπορούμε να «ταξιδεύουμε», στιγμιαία, όπου επιθυμούμε. Ολες αυτές οι ευκολίες όμως είναι ακριβοπληρωμένες. Το τίμημα της σύνδεσης είναι η αποσύνδεση από τους ανθρώπους, η μοναξιά και η απομόνωση. Με το να φέρνουμε τα διάφορα γκάτζετ και τις υλικές ανέσεις στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας αποξενωνόμαστε από εκείνο που θα έπρεπε να έχει στη ζωή μας τη μεγαλύτερη σημασία: τους συνανθρώπους μας και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε και εργαζόμαστε.
Τι συμβαίνει όταν συνδεόμαστε με το σουπερμάρκετ και ψωνίζουμε από το Διαδίκτυο; Χάνουμε τις μυρωδιές των φαγητών, δεν αγγίζουμε τα τρόφιμα, δεν μπορούμε να πιάσουμε κουβέντα με άλλους καταναλωτές, με τον μάνατζερ και τις πωλήτριες του καταστήματος, δεν ψάχνουμε για να βρούμε χώρο κάπου να παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας. Προσλαμβάνουμε ειδικούς να προσέχουν τον σκύλο μας αντί να ρωτήσουμε τον γείτονα αν μπορεί να έχει τον νου του στον Αζόρ – ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, οι πιθανότητες να ξέρουμε το όνομα του γείτονά μας είναι πλέον ελάχιστες. Προσλαμβάνουμε κάποιον να καθαρίζει το σπίτι μας, να ξεχιονίζει την αυλή μας. Ολες αυτές οι ενέργειες και η συνεπακόλουθη αποχή μας από κοινωνικές δραστηριότητες μάς αποξενώνουν από τον συνάνθρωπό μας, μας κάνουν εσωστρεφείς, μελαγχολικούς και μοναχικούς.
Το βιβλίο της Λόρα Παπάνο ερευνά τη νέα μοναξιά των Αμερικανών που τρέφουν υπερβολική εμπιστοσύνη στη νέα τεχνολογία και «υπερσυνδέονται» με τα πάντα. Το Χάσμα της σύνδεσης. Γιατί οι Αμερικανοί αισθάνονται τόσο μόνοι ρίχνει ένα βαθύ, στοχαστικό και με νόημα βλέμμα στις πιέσεις που δημιουργεί ο σύγχρονος τρόπος «συνδεδεμένης» ζωής. Στα έξι κεφάλαια του βιβλίου της η Παπάνο πραγματεύεται θέματα όπως το shopping, οι οθόνες, η κινητή τηλεφωνία, το σπίτι, οι σχέσεις και το γεφύρωμα του χάσματος. Από τις προσωπικές της εμπειρίες, από τις ακαδημαϊκές της σπουδές και διδασκαλίες (μητέρα τριών παιδιών, δίδαξε ανθρωπιστικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Νορθίστερν της Βοστώνης) και από τις αντιλήψεις και παρατηρήσεις της όπως αυτές αντανακλώνται στον κόσμο της διαφήμισης, της λογοτεχνίας και των ποπ περιοδικών, η Παπάνο εξετάζει ένα προς ένα τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της τεχνολογικής μας «συνδεδεμένης» κοινωνίας. Το βιβλίο της δεν είναι ούτε μανιφέστο ούτε κοινωνιολογική μελέτη. Το Χάσμα της σύνδεσης κάνει τον αναγνώστη να σκέφτεται, να συζητάει, να μοιράζεται, να συμμετέχει, να εμπλέκεται, να σπάει τους πάγους της κοινωνικής αποξένωσης και εικονικότητας. Να στήνεται μπροστά στον καθρέφτη και να λέει «είμαι μόνος».
Παρ’ όλες τις ανέσεις που μας παρέχει η τεχνολογία δεν είμαστε πιο ευτυχισμένοι ούτε πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή μας απ’ ό,τι ήμασταν πριν από μερικές δεκαετίες. Η σύγχρονη, πιεστική, καταναλωτική ζωή μάς απομακρύνει από την ανθρώπινη φύση μας. Η Παπάνο μάς λέει ότι η χειρότερη στρατηγική θα ήταν να συναινέσουμε σε μια μοναχική ζωή λες και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ζήσουμε τη ζωή μας: το να αγοράζουμε τα τελευταία γκάτζετ επειδή τα έχει και ο γείτονας ή να σπρώχνουμε τα παιδιά μας μπροστά στον υπολογιστή επειδή αυτό είναι της μόδας δεν είναι η λύση. Η Παπάνο δεν ισχυρίζεται ότι έχει τις λύσεις στην τσέπη της, αλλά κάνει μερικές υποδείξεις για μια λιγότερο μοναχική ζωή. Μας προτρέπει να ανακαλύψουμε ξανά τις χαρές της καθημερινότητας: τις μικρές στιγμές της ανθρώπινης επαφής που δίνουν ύφος και χρώμα στη ζωή μας. Το Χάσμα της σύνδεσης δεν είναι εδώ επειδή το καλέσαμε, αλλά επειδή δεν του λέμε να φύγει…
Ο κ. Ντίνος Σιώτης είναι διευθυντής του Γραφείου Επικοινωνίας του Προξενείου της Ελλάδας στη Βοστώνη. Από τις εκδόσεις Philos Press, στην Καλιφόρνια, κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Foreign Territory».



