«Οκτώ τοις εκατό των Ελλήνων αγοράζει βιβλία, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος τοποθετείται περίπου στο 30%. Υπάρχουν τεράστια περιθώρια να αυξηθούν οι αναγνώστες». H αισιόδοξη τοποθέτηση προέρχεται από τον κ. Νίκο Καρατζά, ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου «Ιανός» της Θεσσαλονίκης, ο οποίος πριν από τα Χριστούγεννα θα εγκαινιάσει αθηναϊκό κατάστημα με εμβαδόν 1.600 τ.μ. επί της Σταδίου. Λίγο πιο κάτω, στην πλατεία Συντάγματος, εκεί όπου στεγάζονταν παλιά οι Σχολές Ωμέγα, θα ανοίξει το νέο πολυκατάστημα Central του ομίλου Γερμανός που θα διαθέτει 1.000 τ.μ. για το βιβλίο -δίπλα στα είδη ηλεκτρονικής τεχνολογίας και τηλεφωνίας. Τα καταστήματα του δικτύου Central ομοιάζουν με αυτά του γαλλικού Fnac που εισδύουν στα τέλη Νοεμβρίου στην ελληνική αγορά. Τα Central και Fnac θα συνυπάρξουν και στο Μαρούσι, στις εγκαταστάσεις του εμπορικού κέντρου «The Mall». Εκεί θα λειτουργήσει και αμιγές βιβλιοπωλείο 650 τ.μ. της αλυσίδας Παπασωτηρίου, που επεκτάθηκε τον Σεπτέμβριο στη Δυτική Αθήνα ανοίγοντας τριώροφο κατάστημα στο Περιστέρι. Εκεί, στην ευρύτερη περιοχή (Νίκαια, Κορυδαλλό), διεκδικεί το αναγνωστικό κοινό και η αλυσίδα Φλωράς, η οποία μέχρι πρότινος πωλούσε μόνο εκπαιδευτικά βιβλία ενώ πλέον συμπεριέλαβε και τη λογοτεχνία. Στόχος πενταετίας η λειτουργία 25 μικρών βιβλιοπωλείων (των 120 τ.μ.) σε γειτονιές της πρωτεύουσας.


Ανακατατάξεις και αισιοδοξία


Οι ανακατατάξεις στη λιανική πώληση του βιβλίου κάνουν αισιόδοξη την κυρία Σοφίκα Ελευθερουδάκη του ιστορικού βιβλιοπωλείου: «H πίτα είναι πολύ μικρή. Ανοίγοντας νέα σημεία πώλησης αυξάνεται το κοινό. Δεν αισθανόμαστε ότι απειλούμαστε, τουναντίον θεωρούμε ότι ο ανταγωνισμός θα μας ωφελήσει. Ετσι κι αλλιώς έχουμε τα σχέδιά μας για μια εσωτερική αναδιοργάνωση. Δεν φοβηθήκαμε ούτε όταν μπήκαν τα βιβλία στα σουπερμάρκετ. Ξέρουμε άλλωστε ότι είναι πολύς ο κόσμος που ντρέπεται να μπει σε βιβλιοπωλείο». Την ίδια άποψη προσυπογράφει και ο πεζογράφος Πέτρος Τατσόπουλος: «Δεν θα με πείραζε να μπουν τα βιβλία και στα μανάβικα. Σε όσα περισσότερα μέρη βρίσκονται τόσο το καλύτερο. Οι μεγάλες αλυσίδες ίσως βλάψουν τα μικρά συνοικιακά βιβλιοπωλεία, το ίδιο το βιβλίο όμως δεν θα πάθει κακό». Οι αριθμοί πείθουν για του λόγου το αληθές. Στα σουπερμάρκετ Carefour ο τζίρος του βιβλίου ανήλθε πέρυσι σε 2 εκατ. ευρώ. Στο ίδιο επίπεδο κινήθηκαν και στην αλυσίδα καλλυντικών Χόντος. Συγκριτικά αναφέρουμε ότι ο Ελευθερουδάκης είχε κύκλο εργασιών 17.755.553 ευρώ.


Ανταγωνισμός και τιμές


Οι εκπρόσωποι των βιβλιοπωλείων όταν μιλούν για βελτίωση των παροχών αναφέρονται σε χώρους ψυχαγωγίας και στη γενικότερη «ατμόσφαιρα» στα καταστήματα. Ο κ. Γιάννης Βαβουράκης, υπεύθυνος για τον τομέα βιβλίου στα Central-Γερμανός, αναφέρει ως συστατικά επιτυχίας τα εξής: «Καλό μείγμα τίτλων, καλοί πωλητές, άνετοι χώροι και καφέ». Ο κ. Καρατζάς του «Ιανού» θα επιδιώξει να γίνει το βιβλιοπωλείο «στέκι», «με ωραίο περιβάλλον και γκαλερί». Επιπλέον με «έναν καφέ που θα λειτουργεί πέραν του ωραρίου του βιβλιοπωλείου ώστε να προσελκύσει το κοινό από τους κοντινούς κινηματογράφους». H ανακαίνιση της καφετέριας ήταν ένα από τα μελήματα της νέας περιόδου και στον Ελευθερουδάκη. Πιο μεγάλος χώρος, πιο φιλικός. H επιδιωκόμενη άνεση του πελάτη και η φιλικότητα στην εξυπηρέτηση έρχονται να αντισταθμίσουν κάτι άλλο: την άγνοια της πλειονότητας των εργαζομένων στα βιβλιοπωλεία. «Οι πωλητές στα βιβλιοπωλεία δεν θέλουν να σταδιοδρομήσουν στον τομέα. Είναι ευκαιριακοί» σημειώνει ο κ. Βαβουράκης, ο οποίος κατάφερε να συγκροτήσει επταμελή ομάδα υπαλλήλων που εργάζονται από δεκαετίας στον χώρο. Σε τούτο συμφωνεί και η κυρία Ελευθερουδάκη, η οποία αντιμετωπίζει το ζήτημα κρατώντας «συγκεκριμένους υπαλλήλους σε συγκεκριμένους ορόφους».


Πέραν του φθηνού ή δωρεάν καφέ και της δυνατότητας να παρακολουθήσει κανείς εκδηλώσεις με παρουσιάσεις βιβλίου, τα βιβλιοπωλεία αδυνατούν να δώσουν κάποιο οικονομικό κίνητρο στον πελάτη. Ο νόμος της ενιαίας τιμής ψηφίστηκε προ πενταετίας και προβλέπει τη διατήρηση της τιμής καταλόγου για μία διετία από την κυκλοφορία του βιβλίου. Δίνει περιθώριο έκπτωσης που δεν ξεπερνά το 10%. Με όλους λοιπόν να πωλούν στην ίδια πάνω κάτω τιμή, το παιχνίδι καθορίζεται από το πλήθος των τίτλων. Κάποιοι θα έχουν μόνο τα καινούργια ευπώλητα, άλλοι θέλουν προθήκες ενημερωμένες σε βάθος χρόνου. Για τον κ. Γιώργο Φλωρά τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Στα συνοικιακά βιβλιοχαρτοπωλεία το 90% του τζίρου των βιβλίων έρχεται από τα μπεστ σέλερ. Δεν περιμένουμε πολλές εισπράξεις από τους “ψαγμένους” αναγνώστες. Αυτοί πιθανότατα θα μετακινηθούν στο κέντρο της πόλης για τις αγορές τους. Εμείς αντίστροφα πάμε κοντά στον πελάτη, με μικρά καταστήματα στις γειτονιές. Εχοντας λίγους τίτλους μειώνουμε το λειτουργικό κόστος: το ράφι κοστίζει πολύ».


Κοινό για όλους


Στον αντίποδα αυτής της λογικής θα συνεχίσουν να λειτουργούν κάποια άλλα βιβλιοπωλεία: τόσο ο αθηναϊκός «Ιανός», που θα επιδιώξει μέγιστη ενημέρωση στους ελληνικούς τίτλους, όσο και ο δοκιμασμένος «Ευριπίδης», το ιστορικό βιβλιοπωλείο του Χαλανδρίου που λειτουργεί ως κιβωτός πολιτισμού στα βόρεια προάστια. «Το δικό μας κοινό είναι διαφορετικό» λέει ο ιδιοκτήτης του «Ευριπίδη» κ. Θοδωρής Βασιλόπουλος. «Στην αρχή οι πελάτες θα κάνουν μια βόλτα στη Fnac για να ενημερωθούν, αλλά νομίζω ότι δεν απειλούμαστε. Σε ό,τι αφορά τους εκδότες νομίζω ότι η συνεργασία με τις αλυσίδες θα τους υποχρεώσει να φερθούν πιο επαγγελματικά. Για παράδειγμα, θα μας ενημερώνουν έγκαιρα για τις κυκλοφορίες ώστε να προγραμματίζουμε τις παραγγελίες μας. Κάτι που τώρα ακούγεται αδιανόητο. Θα σας πω ένα παράδειγμα. Τηλεφωνούσαμε κάθε μέρα στις αρχές του καλοκαιριού για να μάθουμε πότε κυκλοφορεί ένα πολύ καλό βιβλίο που αναμενόταν ότι θα είναι ψηλά στις πωλήσεις. Ο εκδότης απαντούσε “δεν ξέρω πότε θα βγει”. Οι εκδότες, κυρίως οι μικροί, στηρίζονται στην αγάπη του βιβλιοπώλη για το βιβλίο και όχι σε σταθερά οικονομικά κριτήρια». Από την πλευρά τους οι εκδότες, και δη οι μικροί, ισχυρίζονται ότι θα «ανασάνουν» από την επικράτηση των μεγάλων αλυσίδων. «Στα μικρά βιβλιοπωλεία, κυρίως της περιφέρειας, τα βιβλία τα χαρίζουμε, δεν τα πουλάμε» λένε από οίκο με μικρή παραγωγή σε τίτλους. «Αν μας πληρώσουν για όσα έχουν παραγγείλει θα το κάνουν με μεταχρονολογημένες επιταγές ή προκαταβολές. Μετά λένε ότι καταστράφηκαν τα αντίτυπα στην αποθήκη ή βρίσκουν απίθανες προφάσεις για να μην πληρώσουν. Ετσι, το όποιο κέρδος το χάνουμε στα τηλεφωνήματα…».


Εκδότες και βιβλιοπώλες συμφωνούν ότι με όλες αυτές τις επενδύσεις θα αυξηθεί το αναγνωστικό κοινό. Ο συνολικός τζίρος της λιανικής πώλησης βιβλίου υπολογίζεται εφέτος στα 200 εκατ. ευρώ. Ο κ. Βαβουράκης υποστηρίζει ότι η τάση είναι αυξητική στα «εναλλακτικά» σημεία πώλησης βιβλίων κατά 15%, ενώ τα βιβλιοπωλεία παραμένουν στάσιμα. «Τα πολυκαταστήματα είναι πολυσύχναστα μέρη. Ο στόχος μας είναι να τραβήξουμε τον κόσμο στον χώρο του βιβλιοπωλείου. Υπάρχει η άποψη ότι επειδή πρόκειται για μεγάλη αλυσίδα θα έχουμε μόνο τα μπεστ σέλερ. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Θα ενημερώνουμε διαρκώς τις προθήκες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε “παλαιό κατάλογο”». Ο Βασίλης Βασιλικός βλέπει πολύ θετικά το άνοιγμα της αγοράς. «Τα βιβλιοπωλεία όπως η Fnac έχουν χώρο να αποθηκεύσουν βιβλία που δεν βρίσκεις αλλού. Νομίζω όμως ότι ο κόσμος θα αγκαλιάσει τον “Ιανό”, που είναι ένα πολύ πετυχημένο τοπικό βιβλιοπωλείο. Ολες αυτές οι ανακατατάξεις πάντως λειτουργούν θετικά».