Αν αληθεύει ότι ο 20ός αιώνας με τις ιδεολογικές προκαταλήψεις του υποτίμησε μια από τις λαμπρότερες προσωπικότητες του ελληνικού 19ου αιώνα, τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, τότε, ως φαίνεται, στα τελευταία του μετάνιωσε και προτού εκπνεύσει έκανε μια χειρονομία καλής θελήσεως προς τον παραγκωνισμένο λόγιο. Το 1999 ο Ραγκαβής κατέχει τα πρωτεία μεταξύ των Ελλήνων αλλά και των μεταφρασμένων συγγραφέων σε αριθμό σελίδων. Επανεκδίδονται άπαντα τα διηγήματά του, πλην του Αυθέντη του Μωρέως, σε δύο τόμους (1.140 σελίδες) και γίνεται η φωτοτυπική ανατύπωση των Απομνημονευμάτων του, σε τέσσερις τόμους (σύνολο σελίδων 2.160).
Προφανώς αυτό το όψιμο εκδοτικό ενδιαφέρον δεν δηλώνει την ύπαρξη αναγνωστικού κοινού, πόσο μάλλον πολυπληθούς, αντίστοιχου με εκείνο που ο Ραγκαβής απολάμβανε τον περασμένο αιώνα εντός και εκτός Ελλάδος. Ωστόσο μάλλον υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια καλύτερη μοίρα στο μέλλον, καθώς μοιάζει να έχει εξασφαλίσει για την υπεράσπισή του τη διαμεσολάβηση άξιων κριτικών της λογοτεχνίας, όπως και νεότερων ιστορικών.
Οπως παρατηρεί ο Δ. Τζιόβας στο μελέτημά του, που επέχει θέση εισαγωγής στην πρόσφατη έκδοση των Διηγημάτων του Ραγκαβή, κατά τη δεκαετία του 1880 μια «αλλαγή προτύπου» στην ελληνική πεζογραφία, από το φανταστικό και κοσμοπολίτικο στο ρεαλιστικό και εθνοκεντρικό αφήγημα, εξοβέλισε τα αφηγηματικά κείμενα του Ραγκαβή. Γιατί λοιπόν μια καινούργια αλλαγή προτύπου, αυτή τη φορά με αντίστροφη κατεύθυνση, να μην τα επαναφέρει; Οταν μάλιστα οι «μεταμοντέρνοι μυθοπλάστες» εκτιμούν ιδιαίτερα ορισμένα μορφικά χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. η αυτοαναφορικότητα και οι δοκιμιακές παρεκβάσεις που τόσο αγαπούσαν οι παλαιότεροι, μεταξύ αυτών και ο Ραγκαβής.
Παραμερίζοντας οριστικά τον ποιητή και τον δραματουργό Ραγκαβή, η κριτική επανεξετάζει τον πεζογράφο. «Τοσούτσικος το ανάστημα, αλλά τηλικούτος την φαντασία», λέγεται ότι πρώτος αυτός έφερε στα ελληνικά γράμματα «τον έρωτα προς τας ξένας φιλολογίας», που έμελλε καθ’ ολοκληρίαν να μας καταλάβει. Το κατά πόσο τέρπει παραμένει θέμα προσωπικού γούστου. Πάντως αξιανάγνωστα είναι τα διηγήματά του και, αναμφιβόλως, πολύ αξιολογότερα από πλείστα όσα πεζά κείμενα που ιδιοποιούνται επί των ημερών μας τον τίτλο του διηγήματος.
Ανέκαθεν, σε υποδεέστερη μοίρα από τα διηγήματα, βρίσκονταν τα Απομνημονεύματα του Ραγκαβή, τα οποία και γνωρίζουν μία και μοναδική μεταθανάτια έκδοση (Α’ τόμος 1894, Β’ 1895, Γ’ και Δ’ 1930). Στη διάρκεια του αιώνα τα Απομνημονεύματα χρησίμευσαν στους ερευνητές ως πηγή πληροφοριών, ακόμη για τη συγγραφή βιογραφιών του Ραγκαβή (με πλέον πρόσφατη αυτήν του Ε. Θ. Σουλογιάννη, το 1995) ή και για τη διεξοδικότερη μελέτη του έργου του (όπως η εργασία της Λ. Χατζοπούλου, το 1999), όμως δεν διαβάστηκαν. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Τ. Καγιαλή, που σκιαγραφεί στον πρόλογο την υποδοχή τους από τον λογοτεχνικό χώρο, η καταδικαστική ετυμηγορία βγήκε ερήμην του κειμένου και αντικατόπτριζε τη γενικότερη απόρριψη για τον φαναριώτη συγγραφέα και τον κόσμο του.
Τα Απομνημονεύματα του Ραγκαβή διαβάστηκαν παράλληλα με αυτά του Μακρυγιάννη αλλά και με τις Ιστορικές Αναμνήσεις του Νικολάου Δραγούμη. Σύγκριση που κατέληξε εξοντωτική, μια και δεν διαθέτουν ούτε τον «τόνο φωνής» του πρώτου ούτε το ύφος του δευτέρου. Μήπως όμως προτιμότερο είναι να αξιολογούμε αυτό που μας προσφέρουν οι συγγραφείς, αντί να μεμψιμοιρούμε γι’ αυτό που θα μπορούσαν πιθανώς να δώσουν, όπως κάνει ο Κ. Θ. Δημαράς στην περίπτωση Ραγκαβή;
Εργο ωρίμου γήρατος τα Απομνημονεύματα, η συγγραφή τους αρχίζει το 1887, όταν ο Ραγκαβής συνταξιοδοτείται από το διπλωματικό σώμα και εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα. Είναι τότε 78 ετών και, όπως φαίνεται, διαθέτει θαυμάσια μνήμη. Αφηγείται τον βίο του με χρονολογική τάξη, αν και δίνει μεγαλύτερη έκταση στα χρόνια της ακμής. Τελευταίο έτος η επί τροχάδην αναφορά στο 1891 θα πεθάνει στις 16 Ιανουαρίου 1892. Με το ύφος και τη γλώσσα των διηγημάτων γράφονται και τα Απομνημονεύματα. Ωστόσο, λόγω του αυτοβιογραφικού χαρακτήρα τους, φέρουν εντονότερο το αποτύπωμα του ανθρώπου με τις συγκεκριμένες ιδέες και τις αποκρυσταλλωμένες απόψεις για πρόσωπα και καταστάσεις.
Ο Γ. Π. Σαββίδης τα είχε χαρακτηρίσει φλύαρα, αν και έσπευδε να προσθέσει: «μα πόσο χρήσιμων!». Δεν νομίζουμε ότι η αφήγηση ακριβώς πλατειάζει, μάλλον πρόκειται για εκείνον τον χαρακτηριστικό τρόπο διήγησης των ηλικιωμένων, όπου η αναφορά σε κάποιον συμπαρασύρει ανιόντες και κατιόντες συγγενείς, εξ αίματος και εξ αγχιστείας, και ακόμη σχόλια για την εμφάνιση και το ποιόν του ανθρώπου. Με ιδιαίτερη έμφαση στις «περικαλλείς δέσποινες», τις οποίες εφ’ όρου ζωής «ηγάπα αθώως». Ενα σημαντικό συμβάν ανακατεύεται με δευτερεύοντα, ωστόσο ίδιας βαρύτητας για τον γράφοντα.
Τα Απομνημονεύματα παρακολουθούν όσα συμβαίνουν στο νεότευκτο ελληνικό βασίλειο, από την πλάγια οπτική γωνία ενός ευφυολόγου και πολυσχιδούς, που κατέλαβε υψηλές πολιτικές και διπλωματικές θέσεις και συνακόλουθα συγχρωτίσθηκε με όσους, λίγο-πολύ, ρύθμισαν τα πράγματα της χώρας. Σήμερα που η Ιστορία δίνει έμφαση στην ανασύσταση της καθημερινής ζωής, σε παλαιότερους χρόνους, ο Ραγκαβής, με τις ακριβολόγες περιγραφές ενός φύσει περίεργου ανθρώπου, προσφέρει στοιχεία για διαφορετικούς τόπους: την Πόλη, τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και το Μόναχο, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, το Ναύπλιο και την Αθήνα, στα πρώτα χρόνια του Βασιλείου και αργότερα τα κέντρα της Εσπερίας αλλά και της Αμερικής.
Ο σημερινός αναγνώστης θα διασκεδάσει για έναν επιπλέον λόγο: τα Απομνημονεύματα δείχνουν, κατά τον πειστικότερο τρόπο, την κακοδαιμονία που δέρνει από γεννησιμιού του το νεοελληνικό κράτος. Η αδράνεια και η κωλυσιεργία εμφανίζονται σχεδόν σαν δομικά χαρακτηριστικά, που ακολουθούν από τη σύστασή τους οργανισμούς και ιδρύματα. Πανάκεια, η προσφυγή στους σοφούς της Εσπερίας και η αντιγραφή ευρωπαϊκών προτύπων.
Τα Απομνημονεύματα σκιαγραφούν πρωτίστως τους επιφανείς της εποχής, όπως το βασιλικό ζεύγος, τον αργόστροφο Οθωνα και την αυθόρμητη, κάποτε και αστόχαστη Αμαλία. Παρεμπιπτόντως όμως πληροφορούν και για ένα πλήθος από δευτερεύοντα πρόσωπα, όπως λ.χ. ο εργατικός και νοήμων τυπογράφος Ανδρέας Κορομηλάς, που ξεκίνησε ως μελανωτής στο Βασιλικό Τυπογραφείο. Προφανώς οι κρίσεις του Ραγκαβή είναι υποκειμενικές και δείχνουν τις σχέσεις μεταξύ των λογίων: «Στολίζει» για τα καλά τους αδελφούς Σούτσους ενώ δεν καταδέχεται ούτε να μνημονεύσει τον Τερτσέτη. Ο Ραγκαβής δεν περιορίζεται στους έλληνες πολιτικούς και συγγραφείς αλλά με παρόμοια διάθεση χρωματίζει τα συναπαντήματά του στις διάφορες πρεσβείες που υπηρέτησε.
Τα Απομνημονεύματα δεν αγαπήθηκαν ως ανάγνωσμα, γι’ αυτό και παρέμειναν σχετικά ανεκμετάλλευτα. Για παράδειγμα, όταν επισκέπτεται, το καλοκαίρι του 1867, το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον, θαυμάζει στον θόλο «το ωραίο γραφικό σύμπλεγμα», έργο του εν Ρώμη ανατραφέντος Ελληνα Βρωμίδη, τον οποίο με την ευκαιρία και γνωρίζει. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά στον, ως πρόσφατα, λανθάνοντα ζωγράφο Κωνσταντίνο Μπρουμίδη. Ακόμη το 1954 ο Γ. Θεοτοκάς αμφιταλαντεύεται αν πρόκειται για Ελληνα ή για Ιταλό, όπως πίστευαν οι Αμερικανοί.
Ενα δεύτερο παράδειγμα είναι ο Βασίλειος Νικολαΐδης. Τον τελευταίο καιρό οι φιλόλογοι αναζητούν ίχνη του, ωστόσο παραμελούν τη μαρτυρία του Ραγκαβή για «τον Ταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού Κ. Νικολαΐδην, όστις εις Παρισίους αποσυρθείς αποζεί γράφων και εκδίδων γαλλικά μυθιστορήματα». Μάλιστα μαθαίνουμε ότι θα αναλάμβανε τη διεύθυνση του πρώτου οικοτροφείου για έλληνες νεανίες, που ο Ραγκαβής σκόπευε να ιδρύσει στο Παρίσι, όμως το ελληνικό υπουργείο παραπέταξε το σχέδιο ως ασήμαντο.
Ως Νικολαΐδης, χωρίς το βαπτιστικό, περνά και στο ευρετήριο που συντάσσει η Αγγ. Λούδη. Τα ευρετήρια (προσώπων, Ελλήνων και ξένων, έργων και μεταφράσεων του Ραγκαβή, εφημερίδων και περιοδικών θα ήταν χρήσιμο και ένα ευρετήριο τόπων) είναι πολύτιμα, γιατί καθιστούν τα Απομνημονεύματα πρόσφορα και για μια επιλεκτική ανάγνωση. Απαιτείται όμως περαιτέρω επεξεργασία για την πληρέστερη λημματογράφηση.
Εν κατακλείδι πιστεύουμε ότι τα Απομνημονεύματα του Ραγκαβή συνιστούν άκρως ψυχωφελές ανάγνωσμα, στο οποίο σας συμβουλεύουμε να καταφύγετε, αν ποτέ απηυδήσετε με τους συγκαιρινούς σας.



