Ο καθηγητής Σίντνεϊ Γ. Μιντς, συγγραφέας των «The Worker in the Cane» (1960), «Sweetness and Power» (1985) και «Caribbean Transformation» (1989), καθώς και περισσοτέρων από 200 δοκιμίων και εργασιών από τη δεκαετία του ’50 ως σήμερα, είναι μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της αμερικανικής ανθρωπολογίας. Ο πατέρας του Σλόμο (Σολομών) Μιντς, ο οποίος μετανάστευσε από την Ανατολική Ευρώπη στη Νέα Υόρκη στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, ήταν μάγειρος και μάλιστα εξαιρετικός. Από αυτόν ο καθηγητής Μιντς θα πρέπει να κληρονόμησε την αγάπη του για το καλό φαγητό. Θα πρέπει όμως να πήρε και κάτι από τη μητέρα του, η οποία ήταν μέλος του Διεθνούς Εργατικού Κόμματος και διανοούμενη που οι απαιτήσεις της για ένα καλό γεύμα εξαντλούνταν σε ένα φλιτζάνι σκέτο καφέ μαζί με το κύριο άρθρο μιας αριστερής εβραϊκής εφημερίδας.


Για τον Μιντς το να γράφει κανείς για το φαγητό σημαίνει να ξεκινά μια ανθρωπολογική εξερεύνηση των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι δίνουν στο φαγητό ­ την πλέον βασική από τις ζωικές δραστηριότητες (βασικότερη για την ατομική επιβίωση ακόμη και από το σεξ) ­ κοινωνικό νόημα. Η κατανάλωση τροφής, μια βιολογική ανάγκη, είναι επιπλέον μια πολιτισμική δραστηριότητα που εμπεριέχει νοήματα ηθικού, αισθητικού, πνευματικού, ιεραρχικού, σεξουαλικού, ακόμη και πατριωτικού χαρακτήρα. Σωματικά είμαστε αυτό που τρώμε. Αυτό που τρώμε όμως και ο τρόπος με τον οποίο το τρώμε αποτελούν επίσης ένα μόνιμο τρόπο να λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους τι είμαστε κοινωνικά ή τι θα θέλαμε να είμαστε και αυτό επειδή για τους ανθρώπους οι ιδέες και τα αντικείμενα ­ η αριστοκρατία και ένα φλιτζάνι τσάι, για παράδειγμα ­ είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.



Ο κοινωνικός και συμβολιστικός ρόλος του φαγητού δεν είναι βεβαίως κάτι καινούργιο στην ανθρωπολογία. Η προσέγγιση του Μιντς, ωστόσο, παρ’ ότι δίνει έμφαση στις συμβολικές πλευρές του φαγητού, ανήκει σε ένα συγκεκριμένο είδος της αμερικανικής πολιτισμικής ανθρωπολογίας, σε μια υλιστική τάση που επιμένει να εξετάζει τις φανταστικές ιδιαιτερότητες του πολιτισμού σε σχέση με τις ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές, ιστορικές και οικολογικές συνθήκες από τις οποίες υποκινείται ή εμποδίζεται η ανθρώπινη δημιουργικότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Μιντς είναι μάλλον πιο κοντά στους κοινωνικούς ιστορικούς όπως ο Φερνάν Μπροντέλ παρά στους ανθρωπολόγους όπως ο Κλοντ Λεβί – Στρος.


Στο «Η τροφή και η σχέση της με τις έννοιες της εξουσίας», το πρώτο από τα επτά δοκίμια που περιλαμβάνονται στο «Tasting Food, Tasting Freedom», ο Μιντς πραγματοποιεί μια κριτική ανασκόπηση ορισμένων από τις ιδέες που είχαν εκτεθεί στο «Sweetness and Power» και σκιαγραφεί τη γενική του προσέγγιση στο θέμα. Σε αυτήν περιλαμβάνεται και μια διάκριση που είχε γίνει στο «Sweetness and Power» ανάμεσα σε εκείνα που ο Μιντς αποκαλεί ­ όχι ιδιαίτερα επιτυχώς ­ εσωτερικό και εξωτερικό νόημα. Το εσωτερικό νόημα έχει σχέση με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαμορφώνουν την καθημερινή τους συμπεριφορά και με την «εσωτερική ενσωμάτωση της σημασίας στη δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, με τους συγκεκριμένους της συσχετισμούς (συμπεριλαμβανομένων και των συναισθηματικών) για τους δρώντες». Το εξωτερικό νόημα έχει να κάνει με τη σημασία των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται σε μια κοινωνία, οι οποίες θέτουν τα όρια και το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργούνται τα εσωτερικά νοήματα.


Η διάκριση ανάμεσα σε εξωτερικά και εσωτερικά νοήματα γίνεται από τον Μιντς για δύο λόγους. Κατ’ αρχήν, η σημερινή ενασχόληση των ανθρωπολόγων με την «ερμηνεία», με το τι τα πράγματα υποτίθεται ότι «σημαίνουν» για τους ανθρώπους («ερμηνευτική» ή «φαινομενολογική» είναι οι σημερινοί ­ όχι και τόσο ακριβείς ­ όροι γι’ αυτού του είδους τις προσεγγίσεις), έχει επισκιάσει το γεγονός ότι τα πράγματα έχουν διαφορετικά νοήματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Η δουλεία, π.χ., «σήμαινε» ότι οι βρετανοί εργαζόμενοι έπαιρναν τη ζάχαρή τους, «σήμαινε» όμως κάτι άλλο για τους ιδιοκτήτες των φυτειών, άλλο για τους τραπεζίτες και άλλο για τους ίδιους τους σκλάβους. Δεύτερον, αυτή η ανθρωπολογική ενασχόληση με την ερμηνεία έχει οδηγήσει σε αποχή από οποιαδήποτε προσπάθεια, και ειδικά ιστορική, να εξηγηθεί γιατί τα πράγματα γίνονται όπως γίνονται.


Η Coca – Cola έγινε αμερικανικό εθνικό σύμβολο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα σχεδόν τέλειο σημείο αναφοράς για τη λαχτάρα για το οικείο και το πολιτισμικά αναγνωρίσιμο των χιλιάδων ξενιτεμένων Αμερικανών που υπηρετούσαν στον πόλεμο και οι οποίοι όχι μόνο την κατανάλωναν με απληστία αλλά έφθαναν ακόμη και στο σημείο να γράφουν στα γράμματά τους ότι ένα από τα πράγματα για τα οποία πολεμούσαν ήταν και το δικαίωμα να πίνει κανείς το ποτό αυτό. Είτε ήταν αντικείμενο λαχτάρας είτε αντικείμενο περιφρόνησης, η Coca – Cola έγινε στη συνέχεια ένα διεθνές συνώνυμο του αμερικανικού πολιτισμού. Αυτό όσον αφορά τα εσωτερικά νοήματα (είτε εγχώρια είτε ξένα).


Ωστόσο, όπως τονίζει ο Μιντς, πριν από τον πόλεμο η Coca – Cola δεν ήταν διεθνές ποτό, ούτε καν εθνικό ποτό των Αμερικανών. Η κατανάλωσή της περιοριζόταν στις Νότιες Πολιτείες ενώ οι υπόλοιποι Αμερικανοί τη χρησιμοποιούσαν κυρίως αναμεμειγμένη με άλλα ποτά. Κατά τη διάρκεια όμως του πολέμου ο Τζορτζ Κάτλετ Μάρσαλ, αρχηγός του Αμερικανικού Επιτελείου Στρατού με καταγωγή από τον Νότο, όχι μόνο συμβούλευσε τους διοικητές του να ζητήσουν να χτιστούν περισσότερα εργοστάσια παραγωγής του αναψυκτικού για να ανεφοδιαστεί το μέτωπο, αλλά έδωσε και στην Coca – Cola το ίδιο καθεστώς που είχαν τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά εξαιρώντας την από το δελτίο ζάχαρης. Ετσι η Coca – Cola έγινε διεθνής με 64 εργοστάσια από τη Βόρεια Αφρική ως την Αυστραλία. Ετσι γεννήθηκε ένα αμερικανικό σύμβολο.


Ο πολιτισμός και η εξουσία, το εσωτερικό και το εξωτερικό νόημα, η δημιουργική αυτοεπιβεβαίωση και οι όροι μέσα στους οποίους λειτουργεί αυτή η δημιουργικότητα είναι θέματα που εξετάζονται στο κεντρικό μάλλον δοκίμιο της συλλογής, το «Δοκιμάζοντας την τροφή, δοκιμάζοντας την ελευθερία», ένα δοκίμιο το οποίο βασίζεται καθαρά στη μακρά σχέση του Μιντς με τις Δυτικές Ινδίες και το οποίο εστιάζεται καθαρά στο φαγητό. Το φαγητό της Καραϊβικής είναι της μόδας αυτή τη στιγμή, αν όμως έχει γίνει διάσημο, τη φήμη του τη χρωστά σε ένα συνδυασμό ανθρώπινης εφευρετικότητας και επιθυμιών, των κοινωνικών συνθηκών της δουλείας και των οικολογικών συνθηκών του ανεφοδιασμού.


Η αιτία ύπαρξης των σκλάβων ήταν να παράγουν σοδειές στις φυτείες. Το να εισάγει κανείς την τροφή τους κόστιζε ακριβά, το να τους οργανώσει έτσι ώστε να καλλιεργούν οι ίδιοι τα μέσα διατροφής τους ήταν χάσιμο χρόνου. Ετσι τους άφησαν να βρουν μόνοι τους τρόπους δουλεύοντας σε οικογενειακές ομάδες στον ελεύθερο χρόνο τους σε χωράφια που προορίζονταν γι’ αυτόν τον σκοπό και καλλιεργώντας καρπούς της επιλογής τους ­ καρπούς όπως, και αυτό είναι το ενδιαφέρον, ταπιόκα, καλαμπόκι και φιστίκια που ήταν καρποί ιθαγενείς στον Νέο Κόσμο αλλά είχαν εξαφρικανιστεί και επέστρεφαν στους Αμερικανούς με αφρικανικά ονόματα. Μέσα στη σκλαβιά τους οι Αφροαμερικανοί έγιναν «πρωτο-αγρότες» και, όπως υποστηρίζει ο Μιντς, τα χωράφια που καλλιεργούσαν και οι αγορές μέσω των οποίων αντήλλασσαν την παραγωγή τους έγιναν τόποι προπόνησης για την ελευθερία.


Η ελευθερία τους δεν είχε σχέση μόνο με την «παρέκκλιση από το μοντέλο παραγωγής (της δουλείας)». Είχε σχέση με μια μορφή δημιουργικής ελευθερίας, με την άσκηση επιλογής σε εκείνα που καλλιεργούσαν και το πώς τα μαγείρευαν. Είχε σχέση με τη δημιουργία μιας κουζίνας που αναγνωριζόταν, ήταν σεβαστή, τρωγόταν και τελικά γινόταν και καύχημα των αφεντικών τους που δεν μπορούσαν οι ίδιοι να την αναπαράγουν: ήταν λοιπόν παρέκκλιση όχι μόνο από το μοντέλο παραγωγής αλλά και από την ιδεολογία που το συνόδευε· επειδή η δουλεία δικαιολογείτο (αν αυτό χρειαζόταν) με το επιχείρημα ότι ορισμένοι λαοί ήταν εκ φύσεως ανίκανοι για αυτονομία (ένα «νατουραλιστικό» επιχείρημα που ανατρέχει ως και στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη). Η μαγειρική των σκλάβων, όμως, που γρήγορα έγινε κουζίνα της Καραϊβικής, έφερε στο φως κάτι που αποτελούσε πάντοτε κεντρική αντίφαση στη δουλεία: την αντίφαση ανάμεσα στο τι έλεγε η ιδεολογία ότι είναι οι σκλάβοι (εξαρτημένη κινητή περιουσία) και στο τι αποδεικνυόταν τελικά ότι είναι οι ίδιοι οι σκλάβοι από μόνοι τους (αυτόνομοι συντελεστές).