Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ μιας ιδιωτικής εταιρείας ότι πρόκειται να ταυτοποιήσει την αλληλουχία του ανθρωπίνου γονιδιώματος (του συνόλου δηλαδή της γενετικής πληροφορίας του ανθρώπου, το οποίο εντοπίζεται στα κύτταρά του με τη μορφή του DNA) ως το 2001 προκάλεσε αίσθηση στην επιστημονική κοινότητα. Απολύτως δικαιολογημένη η αίσθηση, δεδομένου ότι πολλά εργαστήρια ανά τον κόσμο συμμετέχουν από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 σε ένα πρόγραμμα που έχει τον ίδιο στόχο και ο οποίος δεν προβλέπεται να επιτευχθεί πριν από το 2005…


Το πρόγραμμα της ταυτοποίησης του ανθρωπίνου γονιδιώματος (Human Genome Project) αποτελεί ένα από τα πλέον φιλόδοξα, χρονοβόρα και ακριβά της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Οι στόχοι του, όπως καθορίστηκαν το 1990, ήταν να χαρτογραφήσει τα περίπου 100.000 γονίδια του ανθρώπου (να τα εντοπίσει δηλαδή πάνω στα χρωμοσώματά του) και να καθορίσει την αλληλουχία των βάσεων από τις οποίες αποτελούνται ως το 2005. (Οι βάσεις αδενίνη, θυμίνη, γουανίνη και κυτοσίνη αποτελούν τα δομικά υλικά από τα οποία φτιάχνεται το DNA. Τα γονίδια είναι περιοχές του DNA οι οποίες περιέχουν την πληροφορία για τον σχηματισμό των πρωτεϊνών. Η γενετική πληροφορία που εμπεριέχεται στα γονίδια εντοπίζεται στη σειρά με την οποία τοποθετούνται οι βάσεις για να δημιουργήσουν το μόριο του DNA: τρεις βάσεις καθορίζουν την ταυτότητα ενός από τα αμινοξέα που σχηματίζουν μια πρωτεΐνη).


Η γνώση της αλληλουχίας των βάσεων του DNA δεν σημαίνει λοιπόν απλή γνώση του χημικού τύπου ενός μορίου, αλλά πολύ περισσότερα. Οι κληρονομήσιμες ασθένειες οφείλονται σε αλλαγές στην αλληλουχία των βάσεων και η ταυτοποίησή τους εκτιμάται ότι θα μας φέρει ένα βήμα κοντύτερα στην αντιμετώπιση τέτοιων ασθενειών, κάποιες από τις οποίες είναι θανατηφόρες. Η ταυτοποίηση αυτή όμως δεν είναι πάντα εύκολη. Ο βαθμός δυσκολίας αλλά και ο όγκος του έργου ήταν τέτοιος που απαίτησε διεθνή συνεργασία και σχεδιασμό μηχανών ώστε ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς να γίνεται αυτοματοποιημένα. Ταυτόχρονα καθώς το πρόγραμμα άρχισε να δίνει καρπούς και πληροφορίες έρχονταν στο φως, προέκυψε μια σειρά ζητημάτων ηθικής φύσεως σχετικά με το ποιος θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο γενετικό υλικό του ανθρώπου και για ποιους σκοπούς.


Η πρόσφατη ανακοίνωση μιας μικρής εταιρείας, θυγατρικής της Perkin-Elmer, ότι θα ολοκληρώσει το τεράστιο έργο σε τρία μόνο χρόνια και με προϋπολογισμό 200 εκατ. δολάρια, έναντι των 15 χρόνων και των 3 δισ. δολαρίων του διεθνούς προγράμματος, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Οχι μόνο το αμερικανικό Κογκρέσο άρχισε να διερωτάται για το ύψος των δαπανών του προγράμματος, αλλά και οι ανησυχίες για το ποιος θα έχει δικαιώματα πάνω στις γενετικές πληροφορίες αναζωπυρώθηκαν.


Ο Γκρεγκ Βέντερ, πρόεδρος της εταιρείας, δήλωσε ότι η επιστημονική κοινότητα θα έχει πρόσβαση στις πληροφορίες. Η εταιρεία σκοπεύει να κάνει απόσβεση κεφαλαίου εντοπίζοντας μικροδιαφορές στη γενετική πληροφορία που προδιαθέτουν ορισμένα άτομα για κάποιες ασθένειες, καθορίζοντας πιθανά φάρμακα για την αντιμετώπισή τους (όχι και τόσο εύκολη υπόθεση) και πουλώντας αυτή την πληροφορία σε φαρμακευτικές εταιρείες.


Προς το παρόν οι ιθύνοντες του Human Genome Project δεν δείχνουν διατεθειμένοι να παραιτηθούν από την προσπάθειά τους. Η ιδιωτική εταιρεία, αβάπτιστη προς το παρόν, θα πρέπει να αποδείξει ότι είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τις εξαγγελίες της. Ο χρόνος θα δείξει ποιος θα φτάσει πρώτος στο νήμα…