Οι αποφάσεις του Ιράκ όσον αφορά τις εξαγωγές πετρελαίου και των πετρελαιοπαραγωγών χωρών όσον αφορά τις τιμές του αργού οδήγησαν την περασμένη εβδομάδα σε νέα σημαντική αύξηση των λιανικών τιμών καυσίμων. Οι νέες αυξήσεις αποτελούν μια ιδιαίτερα δυσάρεστη εξέλιξη για την οικονομία της χώρας, η οποία αυτή την περίοδο επιχειρεί να εξυπηρετήσει τον στόχο για μείωση του πληθωρισμού. Σε μια προσπάθεια αποφόρτισης της κατάστασης ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Ι. Παπαντωνίου ανακοίνωσε μια σειρά μέτρα, μεταξύ των οποίων: πρώτον, τη μείωση από 1ης Δεκεμβρίου κατά 7,5% των τιμολογίων της ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακή χρήση· δεύτερον, τη μείωση κατά 50% της φορολογίας στο ντίζελ που χρησιμοποιείται για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας· τρίτον, τη μείωση του συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου εσωτερικής καύσεως. «Το Βήμα» συζήτησε τις πρόσφατες εξελίξεις στην εγχώρια αγορά καυσίμων με τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΚΟ κ. Μιχάλη Γεωργαντόπουλο. Ο τελευταίος εξηγεί γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν θεαματικές αλλαγές στο σκηνικό τιμών που έχει διαμορφωθεί.



Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: πρώτον, στις 31 Δεκεμβρίου 1998 η διεθνής τιμή της βενζίνης σούπερ ήταν 112 δολάρια ανά μετρικό τόνο. Σχεδόν έναν χρόνο μετά, στις 23 Νοεμβρίου 1999, η τιμή της σούπερ είχε ανεβεί στα 260 δολάρια ανά μετρικό τόνο! Αντιστοίχως, η τιμή της αμόλυβδης είχε ακολουθήσει μια ανάλογη πορεία από τα 107 στα 255 δολάρια, ενώ η τιμή του πετρελαίου κίνησης ανέβηκε από τα 100,5 στα 243,5 δολάρια ανά μετρικό τόνο. Δεύτερον, την ίδια χρονική περίοδο η τιμή του δολαρίου έναντι της δραχμής ανέβαινε και αυτή δραματικά από 283,42 δρχ. σε 319,28 δρχ.


«Τι περιμένετε να κάνουν με τα περιθώριά τους οι εταιρείες εμπορίας και οι πρατηριούχοι όταν υπάρχουν τόσο θεαματικές αυξήσεις στις διεθνείς τιμές καυσίμων;» λέει μιλώντας προς «Το Βήμα» ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΚΟ-


ΕΛΔΑ
κ. Μιχάλης Γεωργαντόπουλος. «Από την πλευρά μας», εξηγεί ο ίδιος, «κάνουμε εκπτώσεις προς τους πρατηριούχους ­ μειώνουμε πρακτικά το περιθώριό μας ως ΕΚΟ-


ΕΛΔΑ ­ κατά μέσον όρο 8 δρχ.
Σε ορισμένες δε περιπτώσεις η μείωση του περιθωρίου μας φτάνει τις 13 δρχ. Θα ήθελα να ξέρετε ότι υπάρχουν πρατήρια στον Νομό Αττικής όπου εμείς ως ΕΚΟ έχουμε εξαντλήσει όλο το περιθώριό μας, δηλαδή και τις 16,3 δρχ. ανά λίτρο. Οι εκπτώσεις όμως που δίνουμε δεν μπορούν, όπως καταλαβαίνετε, να αντιστρέψουν τη γενική αρνητική εικόνα της αγοράς, η οποία καθορίζεται από τις διεθνείς τιμές και την ισοτιμία δραχμής – δολαρίου».


Είναι αλήθεια ότι οι σχετικά χαμηλότερες τιμές των καυσίμων στο Λεκανοπέδιο Αττικής αντισταθμίζονται από τις σχετικά υψηλότερες τιμές στην υπόλοιπη χώρα. Αυτό έχει σχέση με το κόστος μεταφοράς αλλά και με την προσπάθεια των εταιρειών να αντισταθμίσουν κάποιες από τις «απώλειες» κερδών τους στην Αθήνα. Γύρω από τη διαμόρφωση των τιμών των πρατηρίων γίνεται καθημερινά ένας αδυσώπητος πόλεμος μεταξύ των εταιρειών εμπορίας. Στον πόλεμο αυτό οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις χάνουν συνεχώς έδαφος από τις μικρές ελληνικές εταιρείες, που με όπλο τα χαμηλά λειτουργικά έξοδα και τις καλύτερες τιμές αποσπούν κάθε χρόνο πολύτιμες μονάδες από την εγχώρια αγορά καυσίμων. Η εξέλιξη των μεριδίων αγοράς είναι χαρακτηριστική: το συνολικό μερίδιο των εταιρειών Shell, Mobil, ΒΡ και Texaco το πρώτο εξάμηνο του 1996 ήταν 53,6%. Οι τέσσερις εταιρείες, δηλαδή, ήλεγχαν πάνω από το μισό της ελληνικής αγοράς. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει: οι τέσσερις εταιρείες ελέγχουν περίπου το 48%. Εχουν, δηλαδή, χάσει πάνω από πέντε εκατοστιαίες μονάδες. Και για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει αυτό, ισούται με 150.000 τόνους καυσίμων οι οποίοι προστέθηκαν στις μικρές ελληνικές επιχειρήσεις. Η πρόσφατη νέα άνοδος στις τιμές των καυσίμων θεωρείται βέβαιον ότι θα ενισχύσει περισσότερο τις μικρές ελληνικές εταιρείες, οι οποίες θα έχουν κάποιες δυνατότητες να αποσπάσουν πρόσθετα οφέλη από την κρίση. «Η παραπάνω τάση δεν ίσχυσε για την ΕΚΟ» μας λέει ο κ. Γεωργαντόπουλος εξηγώντας: «Το συνολικό ποσοστό ΕΚΟ-ΕΛΔΑ στο πρώτο εξάμηνο του 1995 ήταν 15,4% ενώ ως το τέλος του 1999 το κοινό ποσοστό θα είναι 16,5%».


Αντιμέτωποι και με αυτή την κατάσταση οι μεγάλοι έχουν επιλέξει τον δρόμο της συνένωσης για την εξασφάλιση οικονομιών κλίμακας και την προσφορά στους καταναλωτές ανταγωνιστικότερων τιμών. Ας δούμε όμως τι και πού πληρώνει ο έλληνας αυτοκινητιστής όταν αγοράζει ένα λίτρο αμόλυβδης βενζίνης αντί 226,6 δρχ. Οι 68,5 δρχ. πηγαίνουν στο διυλιστήριο, οι 99,2 δρχ. αφορούν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, οι 16,3 δρχ. αποτελούν το περιθώριο της εταιρείας εμπορίας, οι 33,2 δρχ. αφορούν τον Φόρο Προστιθεμένης Αξίας και οι 9,4 δρχ. το περιθώριο του πρατηριούχου. Ο «πόλεμος» που διεξάγεται μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών γίνεται γύρω από τα περιθώρια τόσο των εταιρειών όσο και των πρατηριούχων. Ολα αυτά βεβαίως αφορούν την επίσημη αγορά διότι υπάρχει και η «σκοτεινή πλευρά» της αγοράς, όπου οι κάθε λογής λαθρέμποροι διακινώντας αφορολόγητα καύσιμα δημιουργούν ­ και αυτό το διάστημα ­ τεράστιες περιουσίες μέσα σε λίγες… νύχτες. Ενα μόνο στοιχείο είναι ενδεικτικό: αν σε ένα λίτρο ο λαθρέμπορος κερδίζει τις 99,2 δρχ. από τον μη αποδιδόμενο ΦΠΑ, σε τι ποσό μπορεί αυτό να «μεταφραστεί» αν κανείς μιλήσει για 10.000-15.000 τόνους;


Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης στην παρούσα φάση δεν φαίνεται να διαθέτει ουσιαστικά όπλα τα οποία θα απορροφούσαν μια τέτοια μεγάλη αύξηση στην τιμή των καυσίμων. Θα μπορούσαν τα διυλιστήρια ­ ιδιαίτερα τα κρατικά ­ να απορροφήσουν ένα τμήμα της αύξησης, αφού τα αποθέματα που διαθέτουν δημιουργήθηκαν με χαμηλότερες τιμές; Η απάντηση φαίνεται αρνητική: «Αν το διυλιστήριο έχει σήμερα ένα λογιστικό πλεόνασμα λόγω του ότι αγόρασε σε χαμηλότερες τιμές αργό πετρέλαιο, αν μειωθούν οι διεθνείς τιμές, τότε η αξία των αποθεμάτων θα πέσει και άρα θα μιλάμε για λογιστικό έλλειμμα» λέει ο κ. Γεωργαντόπουλος.


Αξιοπερίεργο, πάντως, παρ’ όλες τις αρνητικές εξελίξεις στις διεθνείς τιμές, είναι το παρακάτω γεγονός: παρά τις αυξήσεις, η εγχώρια αγορά καυσίμων διευρύνεται. Το 1999 αυξήθηκε κατά 3,6% σε σχέση με το 1998 ενώ οι ρυθμοί αύξησης το 1998 και 1997 ήταν 2,6% και 5% αντιστοίχως.