Ετοίμαζε τον νέο δίσκο της: πολυσυλλεκτικός, με δυνατά τραγούδια, με δυναμικές ενορχηστρώσεις του Νίκου Αντύπα, με ανέκδοτες μελωδίες του Γιώργου Ζαμπέτα και του Μάνου Λοΐζου και καινούργιες του Θάνου Μικρούτσικου, της Loreena McKennitt, του Χρήστου Νικολόπουλου, του Γιάννη Σπανού, του Νίκου Πορτοκάλογλου κ.ά. Ξαφνικά της ήρθε η ιδέα: αφαίρεση, λιτότητα και ένας δίσκος που να στηρίζεται στη φωνή και όχι στο ηχητικό περιβάλλον της. Η Χάρις Αλεξίου αποφάσισε να υλοποιήσει την έμπνευση αυτή. Επέλεξε 12 τραγούδια που αγαπά (αλλά ποτέ δεν είχε ως σήμερα δισκογραφήσει), ανέτρεψε τον δισκογραφικό προγραμματισμό της και επεδίωξε ερμηνείες συνοδευόμενη μόνο από ένα πιάνο ή μία κιθάρα.
Τα 12 τραγούδια που επελέγησαν δεν έχουν κοινή καταγωγή, είναι όμως στο σύνολό τους ικανά να εκτελεσθούν από ένα μόνο όργανο: από μπαλάντες όπως το «Αγαπάω κι αδιαφορώ» του Νικόλα Ασιμου ως το «Αγριολούλουδο» του Χρήστου Νικολόπουλου και το «Η πιο μεγάλη ώρα» του Ακη Πάνου περιέχει ο δίσκος που αναμένεται να κυκλοφορήσει την προσεχή Τετάρτη (20/9). Η δεκαετία πάντως του ’90 ατυχώς υποαντιπροσωπεύεται στον δίσκο, με μόνο το τραγούδι «Μικρή Πατρίδα» των Γιώργου Ανδρέου και Παρασκευά Καρασούλου να την εκπροσωπεί. Εκπληξη αποτελεί το λαϊκό μπολέρο «Πάρε τα χνάρια μου» του Θόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου, το οποίο διασκευάστηκε για σόλο πιάνο, με τη φωνή να ακουμπάει στις νότες λέγοντας «δακρύζουν μάτια και καρδιές όταν αναστενάζω».
Ενας αναστεναγμός σε 12 μέρη είναι αυτή η εργασία της Χαρούλας Αλεξίου ή αλλιώς ένα σύνολο από ψιθύρους η τελευταία αυτή λέξη επελέγη και ως τίτλος του δίσκου. Η ερμηνεύτρια αποφεύγει τις κορόνες και τα περιττά «γεμίσματα» από τα οποία συχνά υποφέρει το τραγούδι. Δεν επιχειρεί να επιδείξει τη φωνητική της έκταση άλλωστε της έχει δοθεί πολλές φορές αυτή η δυνατότητα και θα της δοθεί εκ νέου στο άμεσο μέλλον με τον άλλο δίσκο που προετοιμάζει. Η Χάρις Αλεξίου απομονώνει τους στίχους των τραγουδιών, τους μεταχειρίζεται ως αυτοτελείς θεατρικούς μονολόγους και ακουμπάει πάνω τους αλλάζοντας ρόλους, πρόσωπα, διαθέσεις.
Ο Χάρης Ανδρεάδης στο πιάνο και ο Χρήστος Περτσινίδης στην κιθάρα ακολουθούν τη λιτότητα που επιβάλλει η ερμηνευτική προσέγγιση της Χαρούλας Αλεξίου, τηρώντας κλασικές γραμμές ενορχήστρωσης των τραγουδιών και απέχοντας από καινοτομίες (ενδιαφέρουσα πάντως ενορχηστρωτική στιγμή αποτελεί το «άδειασμα» της φωνής στο ρεφρέν του «Μην τον ρωτάς τον ουρανό»), ίσως επειδή γνωρίζουν ότι τα όργανά τους δεν πρωταγωνιστούν αλλά συνοδεύουν. Πράγματι η εντύπωση την οποία έδωσε η πρώτη ακρόαση του δίσκου, που έγινε για λογαριασμό του «Βήματος», είναι αυτή μιας α καπέλα ερμηνείας. Η κιθάρα και το πιάνο μοιάζουν να ακούν τη φωνή παρά να την κατευθύνουν. Μοιάζουν να σιωπούν παρά να ηχούν. Σε μια εποχή που η ενορχηστρωτική πολυπλοκότητα, οι ηλεκτρονικοί ήχοι, οι μηχανικοί καλλωπισμοί και η τεχνολογική εξέλιξη βαρύνουν τη δισκογραφία, η Χάρις Αλεξίου αφήνει τη φωνή της ξεσκέπαστη.



